Ὁ διάλογος καὶ τὰ ὅριά του

Εἶναι σαφὲς ὅτι κάθε συνομιλητὴς προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ τὴν προέλευσή του. Ὅσο ὅμως κι ἂν ἀληθεύει ὅτι ὁ καθένας δέχεται νὰ συζητήσει (ἢ δὲν δέχεται νὰ συζητήσει) μὲ τὸν Χ γιὰ τὸ Ψ θέμα ἐπειδὴ ἔχει συγκεκριμένη διανοητικὴ κ.λπ. προϊστορία, καὶ ὅσο κι ἂν ἀληθεύει ὅτι ὅταν δεχτεῖ νὰ συζητήσει μαζί του, πάλι συζητᾶ μὲ συγκεκριμένο τρόπο κι ὑπὸ δεδομένη ὀπτικὴ ἐπειδὴ εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι κι ἐπειδὴ ἡ ἱστορία του ὑπῆρξε δεδομένη, εἶναι γεγονὸς ὅτι σὲ κάθε διάλογο διακηρύσσεται -ὑποκριτικὰ ἢ εἰλικρινῶς- ὡς ἀξίωμα ἡ δυνατότητα νὰ ξεπεραστοῦν κατὰ κάποιον τρόπο ὅλοι αὐτοὶ οἱ προκαθορισμοὶ ἔτσι ὥστε νὰ μιλήσουμε σύμφωνα μὲ κάποια ἀπαίτηση ἀλήθειας ὡς πρὸς τὸ ἴδιο πράγμα, τὸ ἐξεταζόμενο ζήτημα. Τὸ παραπάνω γεγονὸς εἶναι ἄσχετο μὲ τὸ ἂν πιστεύουν εἰλικρινὰ (ὅλοι) οἱ συνομιλητὲς κι ὅσοι τοὺς παρακολουθοῦν σὲ τέτοιο ἀξίωμα ἢ μὲ τὸ ἂν τέτοιο ἀξίωμα ἰσχύει ἀντικειμενικά.

Μιὰ μορφὴ ματαιοδοξίας ποὺ κρύβεται σὲ κάθε διάλογο εἶναι ἡ πίστη πὼς τὰ ἀκαταμάχητά μας ἐπιχειρήματα θὰ ἐξαλείψουν τὴν λαθεμένη γνώμη τοῦ συνομιλητῆ. Ἡ πίστη αὐτὴ ἔχει ὡς ἄλλη ὄψη τὴ δημόσια διακήρυξη πὼς ἐὰν τυχὸν ὁ διάλογος δείξει πόσο λαθεμένες γνῶμες ἔχουμε, θὰ τὶς ἀποκηρύξουμε ἄμεσα. Συνήθως τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἰσχύει. Κατὰ ἕναν εἰρωνικὸ τρόπο, ὅταν αὐτὸς ποὺ ἀντιλήφθηκε ὅτι ἔχει λάθος ἀπόψεις τὶς ἐγκαταλείψει γιὰ χάρη τῶν σωστῶν, πάλι θὰ καταλήξει νὰ εἶναι κάποιος ποὺ κατέχει τὴν Ἀλήθεια: ἡ κατοχὴ τῆς Ἀλήθειας –κι ὅλα τὰ κοινωνικὰ συνεπαγόμενα μιᾶς τέτοιας δημόσιας ἀξίωσης– διόλου δὲν ἄλλαξε, μόνο τὸ περιεχόμενό της. Ἐν πάση περιπτώσει, ἐὰν τὰ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα δὲν πείσουν τοὺς συνομιλητές, καὶ παράλληλα δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀλλαξογνωμία, τότε ἕνα γνωστὸ τονωτικὸ γιὰ τὴν προαναφερθεῖσα ματαιοδοξία συχνὰ εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι οἱ συνομιλητὲς εἶναι ἠλίθιοι.

Ὡστόσο, θὰ ἔπρεπε νὰ προφυλαχτοῦμε –ὄχι ἠθικά, ἀλλὰ ἐπιδιώκοντας νὰ παρατηρήσουμε τὴν πραγματικότητα– ἀπὸ τὴν διαδεδομένη πεποίθηση ὅτι ἀπὸ τέτοια ματαιοδοξία διακατέχονται μόνο οἱ λεγόμενοι «δογματικοί». Ἡ ὀργισμένη φρασεολογία καὶ τὸ ἀγριεμένο ὕφος δὲν καθιστοῦν κάποιον περισσότερο «ἀδιάλλακτο» ἀπὸ κάποιον χαμογελαστό, κεφάτο καὶ «ἀδογμάτιστο» μεταμοντέρνο: ἁπλῶς στὰ πλαίσια τοῦ μάρκετινγκ, οἱ τελευταῖοι προσέχουν περισσότερο τὶς διατυπώσεις καὶ τὴν εἰκόνα τους. Δὲν πιστεύουν λιγότερο, ὅμως, ἀπὸ τοὺς «δογματικούς», ὅτι τὰ κρυστάλλινα καὶ διαυγή ἐπιχειρήματά τους θὰ ἐπικρατήσουν.

Γιὰ τὶς ἔσχατες κοσμοθεωρητικὲς ἐπιλογὲς τοῦ καθενὸς συνομιλητῆ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει θεμελίωση: Διαφορετικά, πρέπει νὰ δεχτοῦμε ὅτι τὸ ἀνθρώπινο ὂν συνίσταται στὴ λογικότητά του, ἡ ὁποία εἶναι ἀπεριόριστα σημαντικότερη ἀπὸ κάθε ἄλλον προσδιορισμό (ἱστορικό, κοινωνικό, βιολογικό κ.λπ.)· πρέπει νὰ δεχτοῦμε ἐπίσης ὅτι ἡ πραγματικότητα, τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπινων πράξεων, ὄχι ἁπλῶς ὑφίσταται ἄπειρη ἐκλογίκευση μὰ κι ὅτι ἡ ἐκλογίκευση αὐτὴ ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα.

Ἂν δὲν τὸ δεχτοῦμε, τότε ὁ διάλογος ἐπὶ τῶν ἔσχατων αὐτῶν κοσμοθεωρητικῶν ἐπιλογῶν καὶ τῶν (ὑποτιθέμενων) ἀπευθείας συνεπαγομένων θέσεων συχνὰ σημαίνει ἄλλα πράγματα: Γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀνάγκη νὰ βολιδοσκοπηθοῦν οἱ ἀπόψεις καὶ ἡ ἀγωνιστικὴ ἑτοιμότητα τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Ἢ πάλι, νὰ γίνουν σκόπιμοι συμβιβασμοὶ γιὰ νὰ πειστεῖ ἡ κοινὴ γνώμη ὅτι ὁ συνομιλητὴς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ λεγόμενο κοινὸ καλό.

Τὸ γεγονὸς καθεαυτὸ ὅτι ὅλες οἱ πλευρὲς δηλώνουν «πρόθυμες νὰ διατυπώσουν τὴν ἑκάστοτε ἐπιθυμία τους μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς κεντρικῆς ἔννοιας, δὲν σημαίνει ὅτι ὑφίσταται αὐτόματα μιὰ βάση συνεννόησης μεταξύ τους, ἀλλὰ ὅτι ἡ συγκεκριμένη φάση τῆς ἱστορίας τῶν ἰδεῶν τοὺς ἔχει ἐπιβάλει νὰ συμφωνήσουν πὼς ὡς ἐχθροὶ θὰ συναντηθοῦν θέλοντας καὶ μὴ πάνω σ’ ἕνα ὁρισμένο πεδίο μάχης, ὅπου θὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ νὰ κατακτήσουν τὸ μονοπώλιο τῆς ἑρμηνείας» τῆς ἰδέας αὐτῆς.

Αὐτὰ δὲν σημαίνουν ἐναντίωση στὸ διάλογο: Οἱ ἐπιτυχέστερες συνομιλίες εἶναι ἐκεῖνες στὶς ὁποῖες ἀποκλείεται νὰ τεθεῖ τὸ ζήτημα τῆς ὑπαρξιακῆς ὑφῆς καὶ νομιμότητας τοῦ καθενὸς συνομιλητῆ. Ἡ δυνατότητα συμφωνίας εἶναι μερική, γιατὶ οἱ προοπτικὲς τῶν συζητητῶν «δὲν συμπίπτουν παρὰ τέμνονται ἐν μέρει· τὸν χῶρο τῆς τομῆς τους τὸν βλέπουν τὰ ὑποκείμενα τῶν ἀποφάσεων ἀπὸ κοινοῦ, ὄχι ὅμως κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀφοῦ διαφέρει καὶ ἡ ὀπτικὴ γωνία καὶ τὸ εὐρύτερο πλαίσιο ἔνταξης. Ἡ συνεννόηση παραμένει βέβαια δυνατή, ἀλλὰ μόνο σὲ μιὰ ὁρισμένη τομὴ τῶν προοπτικῶν, ἡ αἰχμὴ τῆς ὁποίας στρέφεται ἐναντίον ἑνὸς ἐχθροῦ· ἡ οἰκουμενικὴ συνεννόηση εἶναι δυνατὴ μονάχα στὴν ἀρνητική της ἀναφορὰ σ’ ἕναν οἰκουμενικὸ ἐχθρό».

Παράλληλα μὲ τὴ δυνατότητα αὐτὴ ὅμως, «ἡ πίστη στὸ διάλογο ὡς διαδικασία πρὸς λύση ὄχι μόνο τρεχόντων ζητημάτων, ὅπου ἤδη προϋποτίθεται ὁρισμένος συσχετισμὸς δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ ἔσχατων ὑπαρξιακῶν ἀντιθέσεων ἐκφράζει τὶς ἀξιώσεις ἰσχύος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι ἡ ἰσχυρή τους πλευρὰ ἔγκειται στὴ διατύπωση ἐπιχειρημάτων, ἐκφράζει δηλαδὴ σὲ ἐξιδανικευμένη μορφὴ τὴν ἐλπίδα τῶν μικροαστῶν τοῦ πνεύματος ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ σκληρότερες μορφὲς πάλης, στὶς ὁποῖες δὲν ἀντέχουν καὶ μέσα στὶς ὁποῖες ἡ φωνὴ καὶ ἡ ὕπαρξή τους δὲν θὰ εἶχε καμμιὰν ἀπολύτως σημασία» (Π. Κονδύλης, Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση. Ἡ διαμόρφωση τῶν κοσμοεικόνων καὶ τὸ πρόβλημα τῶν ἀξιῶν, σσ. 136, 138-40.)

Ὁ διάλογος τοῦ ἰσχυροῦ καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἀνίσχυρου. Ὁ ἰσχυρὸς ὅταν ἐπιθυμεῖ τὸ διάλογο, ἐπιδιώκει νὰ δείχνει, στοὺς ὑποτακτικούς του ἢ σὲ ἀνταγωνιστὲς καὶ ἰσοδύναμούς του, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπικράτησή του μέσω τῆς ὠμῆς βίας καὶ τοῦ δίκαιου τοῦ ἰσχυρότερου, ἀλλὰ εἶναι πρόθυμος νὰ συνδιαλλαγεῖ καὶ νὰ ἀποδεχτεῖ τὰ πορίσματα τῆς λογικῆς. Ἔτσι, θέλει νὰ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἀπειλεῖ κανέναν, καὶ μάλιστα προκαλεῖ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι εἶναι καὶ θέλει νὰ εἶναι ἴσος μὲ τοὺς ἄλλους ἢ τοὺς συνομιλητές του (οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς διαλόγου, στὴν κοινωνία, εἶναι ἀνίσχυροι μπροστά του καὶ οὐσιαστικῶς ἄνισοι), ὅτι ἡ κοινωνικὴ καὶ ὑλικὴ ἰσχύς του ἔχουν ἐλάχιστη σημασία καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν κριτήρια τῆς κοινωνικὰ ἀποδεκτῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ νόμου. Ὁ ἰσχυρὸς προσδοκεῖ ὅτι ὑπὸ τὴν ἔμμεση πίεση τῆς ἰσχύος του (τῆς θέσης του, τοῦ πλούτου κ.ο.κ.) ὁ σχετικὰ πιὸ ἀδύναμος συνομιλητὴς θὰ ὑποκύψει καὶ θὰ δεχτεῖ μέσω τοῦ διαλόγου τὶς ἀπόψεις του, δηλαδή ὅτι ὁ ἀνίσχυρος θὰ ἐσωτερικεύσει τὴν ἀντίληψη τοῦ ἰσχυροῦ. Ἔτσι, ἐνῶ ἡ ἰσχὺς ἐξοστρακίζεται ὡς ἐξω-λογικὴ ἀπὸ τὴ διαδικασία τοῦ διαλόγου, στὴν πραγματικότητα ὑπεισέρχεται ἐμμέσως καὶ ἀποτελεῖ τὸ ὑπερ-ἐπιχείρημα ποὺ διαπερνᾶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα (μέσω τῆς παρουσίασης, ἀπὸ τὸν ἰσχυρό, τοῦ τωρινοῦ κόσμου/κατάστασης ἰσχύος ὡς φυσιολογικοῦ καὶ ὀρθοῦ). Ὁ ἰσχυρὸς μπορεῖ ἐνίοτε καὶ νὰ ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ (ἢ καὶ νὰ δείξει) ὅτι εἶναι μὲν καλόβολος, μακρόθυμος κ.λπ., ἀλλὰ ἡ συνεχὴς ἐπιχειρηματολογικὴ ἀντίσταση σὲ αὐτὸν καὶ ἡ ἐπιμονὴ στὶς ἰδίες ἀπόψεις ἐκ μέρους τοῦ ἀνίσχυρου μπορεῖ νὰ κάνουν τὸν ἰσχυρὸ νὰ χάσει κάποτε τὴν ὑπομονή του καὶ ἔτσι νὰ ὑπάρξουν δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις γιὰ τὸν ἀνίσχυρο ἔξω ἀπὸ τὸ χωροχρονικὸ πλαίσιο τοῦ διαλόγου (ὅπου ὁ ἀνίσχυρος εἶναι προστατευμένος καὶ «ὅλοι εἶναι ἴσοι»). Παράδειγμα τῆς δεύτερης περίπτωσης εἶναι ὁ «διάλογος» ποὺ ἀναπτύσσεται μεταξὺ ἑνὸς κράτους-μεγάλης δύναμης κι ἑνὸς μικροῦ κράτους ἢ μεταξὺ προϊστάμενου καὶ ὑφιστάμενου στὸν ἐργασιακὸ χῶρο, φοιτητῆ-καθηγητῆ κ.λπ.

Ὅταν, ὅμως, ὁ ἰσχυρὸς πιστεύει ὅτι μέσω τοῦ διαλόγου δίνει δικαίωμα σὲ μιὰ δεύτερη φωνὴ νὰ ἀμφισβητεῖ ἐπίμονα τὴν ἐξουσία του δημιουργώντας ἕναν δεύτερο πόλο ἐξουσίας, ἑλκυστικὸ γιὰ τοὺς κάθε εἴδους δυσαρεστημένους καὶ δυνητικὰ ἐπικίνδυνο, ἢ ὅταν ὁ βαθμὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ ἰσχυροῦ εἶναι τέτοιος ὥστε ἡ νομιμοποίηση εἶναι δεδομένη καὶ δὲν ἀπαιτοῦνται θεατρικὲς πρακτικὲς αὐτοταπείνωσης, ὅταν ὁ ἰσχυρὸς φοβᾶται ἢ ἔχει ὑπολογίσει ὅτι ὁ διάλογος προκαλεῖ μιὰ ἄνευ λόγου ρωγμὴ στὸ ἀρραγὲς οἰκοδόμημα τῆς ἐξουσίας του καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀποδοχῆς της, τότε εἴτε ἀρνεῖται νὰ συμμετάσχει στὸ διάλογο εἴτε τὸν καθιστᾶ φυσικῶς ἀδύνατο εἴτε τὸν ἀποδέχεται μὲ πολὺ συγκεκριμένους δικούς του ὅρους (λ.χ. ἔλλειψη ἰσηγορίας, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν χρόνο προβολῆς τῶν μικρῶν κομμάτων στὰ ΜΜΕ).

Αντίστοιχα, ὁ ἀνίσχυρος εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ διαλόγου. Ὅταν ἐλπίζει ἢ ἔχει ὑπολογίσει ὅτι μέσω τοῦ διαλόγου πετυχαίνει δημόσια προβολὴ τῶν ἀπόψεών του σὲ βαθμὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὴν πετύχαινε ἀκολουθώντας τὸ δρόμο τῆς ἁπλῆς προπαγάνδας δίχως διάλογο, ἢ ὅταν θεωρήσει ὅτι μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἀμφιβολίες, σύγχυση καὶ νὰ ὁδηγήσει στὸν σκεπτικισμὸ (κάποιους ἀπὸ) τοὺς ὁπαδοὺς/ὑπηρέτες τοῦ ἰσχυροῦ ἢ καὶ τὸν ἴδιο διακηρύσσοντας ὡς ἄ-λογα κι ἀ-νόητα τὰ ἰδεολογικὰ θεμέλια τῆς τωρινῆς κυριαρχίας, δέχεται νὰ συμμετάσχει στὸ διάλογο. Ὅταν ὅμως νοιώθει ἢ ἔχει ὑπολογίσει πὼς οὐσιαστικῶς ἡ παρουσία του χρησιμοποιεῖται ὡς ἄλλοθι ἀπὸ τὸν ἰσχυρό γιὰ τὴν παρουσίαση ἐκ μέρους τοῦ δεύτερου τῆς κοινωνικῆς κυριαρχίας του ὡς ἔλλογης, δημοκρατικῆς, φυσικῆς κ.ο.κ. μὲ ἀποτέλεσμα τὴ νομιμοποίησή της, ἢ ὅταν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὁ χῶρος καὶ οἱ συνθῆκες τοῦ διαλόγου εἶναι ἔτσι προκατασκευασμένες (λ.χ. οἱ «θεατὲς» εἶναι φιλικὰ προσκείμενοι στὸν ἰσχυρὸ κι ὁ ἴδιος δὲν θὰ βρεῖ συμμάχους) ὥστε νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν νομότυπα καὶ δίχως βία μέν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸ τῆς δύναμης, νὰ ὑποταχτεῖ στὸν ἰσχυρό, τότε προτιμᾶ νὰ διακηρύξει τὴν ἀντίθεσή του στὸ διάλογο καὶ νὰ ἐξηγήσει ὅτι τέτοιος διάλογος δὲν εἶναι πραγματικὸς διάλογος, ὑπὸ ἴσους ὅρους κ.λπ. Ὁ ἰσχυρὸς, ἀσφαλῶς, προσπαθεῖ νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὴν «ἀδιαλλαξία» τοῦ ἀνίσχυρου, ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἀνίσχυρος τονίζει τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ ἰσχυροῦ ὅταν αὐτὸς φοβᾶται νὰ καταστήσει συνομιλητή του καὶ θεωρητικὰ-ἰδεολογικὰ κατ’ ἀρχὴν ἰσότιμο τὸν ἀνίσχυρο.

Ἡ μομφὴ πρὸς κάποιον ὅτι δὲν θέλει τὸ διάλογο ἐπειδὴ εἶναι ὁπαδὸς τῆς βίας, τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ κ.λπ. εἶναι λοιπόν, ὄχι σπάνια, ἀφελὴς ἢ προσποιητή, εἴτε ἡ μομφὴ προέρχεται ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ ἰσχυροῦ εἴτε ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ σχετικὰ ἀνίσχυρου.

Μόνο ἐκεῖνος ποὺ προγραμματικὰ ἀρνεῖται τὴν ὁποιαδήποτε ἐκλογίκευση τῆς θεμελιώδους κοσμοθεωρητικῆς στάσης ἐναντιώνεται πραγματικὰ στὸν διάλογο – καὶ τέτοιοι δὲν εἶναι ἀπαραίτητα μόνο οἱ δικτάτορες κι οἱ ὁπαδοί τους. Ἀλλὰ οὔτε συνεπάγεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ διαλόγου προκύπτει ἡ ἔφεση γιὰ βία: Γιατὶ τὸ δίλημμα «Βία ἢ Διάλογος» τίθεται μόνο σὲ δύο περιπτώσεις. Εἴτε ἐὰν κάποιος θεωρήσει ὅτι ὑφίσταται κάποιο πρόβλημα ποὺ χρειάζεται νὰ ἐπιλυθεῖ, κι ἀναζητᾶ τρόπους ἐπίλυσής του (βία ἢ διάλογος), ἐνῶ σὲ ὅσους δὲν φαίνεται πὼς ὑφίσταται πρόβλημα δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος προσφυγῆς στὸ διάλογο ἢ στὴ βία. Εἴτε ὅταν ἕνας σχετικὰ ἀνίσχυρος μπορεῖ νὰ προτιμήσει τὴν ἁπλὴ προπαγάνδα (πρὸς τὸν λαὸ κ.λπ.) ἀντὶ τοῦ στημένου εἰς βάρος του διαλόγου -κι ὄχι ἀπαραίτητα τὴ βία ἀντὶ τοῦ διαλόγου.

Ὁ ἀνορθολογιστὴς (αὐτὸς ποὺ δὲν πιστεύει στὴν ἐγκυρότητα τῆς ratio καὶ στὴν ἱκανότητά της νὰ μᾶς παρέχει ἀσφαλὴ συμπεράσματα γιὰ τὴν πραγματικότητα) ποὺ παρὰ ταῦτα προθυμοποιεῖται νὰ συζητήσει καὶ νὰ ἐκλογικεύσει μερικῶς τὴ θεμελιώδη στάση του δὲν διαφέρει ἀπὸ ἕναν ὀρθολογιστή (ποὺ πιστεύει στὴν ἐγκυρότητα τῆς ratio καὶ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὶς τεράστιες ρητορικὲς δυνάμεις του). Προφανῶς, ἡ ὕπαρξη τέτοιων ἀνορθολογιστῶν δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξη ἄλλων ἀνορθολογιστῶν, ποὺ ὄχι ἁπλῶς προγραμματικὰ δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν συζήτηση καὶ τὴν ἐκλογίκευση τῶν θέσεών τους ἀλλὰ καὶ δὲν θεωροῦν λαθεμένη μέθοδο πειθοῦς τὴ βία. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα εἶναι ἴδιο, ἡ ταύτιση γενικὰ τῆς «ἄρνησης γιὰ διάλογο» μὲ τὴ θέληση γιὰ βία εἶναι λαθεμένο καὶ συχνά ἐσκεμμένο.

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

  1. Σὲ ζητήματα ἔσχατων κοσμοθεωρητικῶν ἐπιλογῶν δὲν ὑφίσταται διάλογος, ἐκτὸς κι ἂν περιορίσουμε τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ ἔλλογο τμῆμα της δεχόμενοι τὴν ἐγκυρότητα τῆς ἄπειρης ἐκλογίκευσης κάθε πράγματος καὶ συμπεριφορᾶς.
  2. Στὰ ὑπόλοιπα ζητήματα, σὲ κατάσταση σχετικῆς ισορροπίας δυνάμεων, κι ὅταν δὲν τίθεται ζήτημα ὑπαρξιακῆς νομιμότητας τοῦ συνομιλητῆ, ὁ διάλογος εἶναι παραγωγικότερος. Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ καταλήξουμε σὲ διαλόγους-παρωδίες, μὲ σκοπὸ τὴν ἐξαπάτηση τῆς «κοινῆς γνώμης» (ἢ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ συνομιλητῆ).
  3. Σὲ κάθε διάλογο βγαίνουμε ὅπως εἰσερχόμαστε: κάτοχοι τῆς Ἀλήθειας, εἴτε «μετανοημένοι» (ἀφοῦ δεχτήκαμε τὴν ἀνεπάρκεια τῶν ἀπόψεών μας καὶ υἱοθετήσαμε τὴν νέα, ὀρθὴ Ἀλήθεια) εἴτε «θριαμβευτές» (ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἐπιχειρηματολογικὰ ἀνώτερη ἡ ἄποψή μας).
Advertisement
This entry was posted in φιλοσοφίες and tagged , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Ὁ διάλογος καὶ τὰ ὅριά του

  1. Ο/Η bfo λέει:

    > Σὲ κάθε διάλογο βγαίνουμε ὅπως εἰσερχόμαστε: κάτοχοι τῆς Ἀλήθειας, εἴτε «μετανοημένοι» (ἀφοῦ δεχτήκαμε τὴν ἀνεπάρκεια τῶν ἀπόψεών μας καὶ υἱοθετήσαμε τὴν νέα, ὀρθὴ Ἀλήθεια) εἴτε «θριαμβευτές» (ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἐπιχειρηματολογικὰ ἀνώτερη ἡ ἄποψή μας).

    Δεν είναι ακριβώς έτσι αφού στη περίπτωση του «μετανοημένου» που δέχτηκε την ανεπάρκεια των αποψεών του, αυτός δεν βγαίνει «όπως εισήλθε» παρά από μια άποψη και μόνο: ότι εξερχόμενος επίσης κατέχει μια κάποια Αλήθεια.

    Από την άποψη του περιεχομένου όμως της αλήθειας, δεν βγαίνει όπως «εισήλθε» αλλά με αλλαγμένες απόψεις (ασχέτως αν αυτές τις θεωρεί πλέον αληθινές, όπως πριν θεωρούσε τις προηγούμενες).

    Ούτε άλλωστε είναι αναγκαστικό ότι ο «μετανοημένος» θα βγεί πάλι ως «κάτοχος της Αλήθειας». Είναι εξίσου πιθανό το ότι είδε (και δέχτηκε) την ανεπάρκεια των αποψεών του, να τον οδηγήσει να βγεί προβληματισμένος (ως την δυνατότητα να κατέχεις την Αλήθεια γενικά) και όχι απλά ως εξίσου πεπεισμένος ακόλουθος της νέας αλήθειας. Δηλαδή από αλαζόνας κάτοχος της Α’ αλήθειας, να βγεί επιφυλακτικός ακόλουθος της Β’ αλήθειας (επιφυλακτικός γιατί είδε πως κατέρρευσε η Α αλήθεια την οποία πίστευε πριν).

    Ούτε είναι αναγκαία η πλήρης επικράτηση της Β’ αλήθειας. Κάποιος μπορεί να βγεί από το διάλογο και σε μια «ημί» κατάσταση, όπου συνδυάζεται η προηγούμενη με την νέα αλήθεια του (Α + Β αλήθεια), πιστεύοντας γενικά στην πρώτη, αλλά με σημεία που θεωρεί πλέον (μέσω των επιχειρημάτων του άλλου) ότι έχει δίκαιο η δεύτερη.

    Όλες αυτές οι καταστάσεις δεν είναι εξίσου πιθανές (ή όσο πιθανές όσο του μουλάρωμα στην αρχική μας αλήθεια) αλλά είναι υπαρκτές.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s