Πλωτίνος, γιὰ τὴν ὡραιότητα

303617_421830087873899_549314452_n

Πλωτίνος

Στὸ γνωστὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα τῶν Ἐννεάδων ὁ Πλωτίνος ἀρνεῖται τὴν ἄποψη ὅτι ἡ Ὡραιότητα εἶναι ζήτημα Συμμετρίας.  Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ αἰσθητικὴ φτάνει στὸ τέλος της, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Πλωτίνος ἢ ἄλλοι συγγραφεῖς τὴν καταδίκασαν σὲ ἀφανισμό, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἤδη εἶχε γεννηθεῖ κάτι καινούργιο στὶς καλλιτεχνικὲς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων -ὄχι ἡ χριστιανικὴ τέχνη-, καὶ ὁ Πλωτίνος ἐξέφραζε τὴ γέννηση αὐτὴ μὲ ὅρους φιλοσοφικούς.

Ἐννεάδες I, 6 , 1

Τὸ καλὸν ἔστι μὲν ἐν ὄψει πλεῖστον, ἔστι δ᾽ ἐν ἀκοαῖς κατά τε λόγων συνθέσεις, ἔστι δὲ καὶ ἐν μουσικῆι καὶ ἁπάσηι· καὶ γὰρ μέλη καὶ ῥυθμοί εἰσι καλοί· ἔστι δὲ καὶ προιοῦσι πρὸς τὸ ἄνω ἀπὸ τῆς αἰσθήσεως καὶ ἐπιτηδεύματα καλὰ καὶ πράξεις καὶ ἕξεις καὶ ἐπιστῆμαί τε καὶ τὸ τῶν ἀρετῶν κάλλος. Εἰ δέ τι καὶ πρὸ τούτων, αὐτὸ δείξει. Τί οὖν δὴ τὸ πεποιηκὸς καὶ τὰ σώματα καλὰ φαντάζεσθαι καὶ τὴν ἀκοὴν ἐπινεύειν ταῖς φωναῖς, ὡς καλαί; Καὶ ὅσα ἐφεξῆς ψυχῆς ἔχεται, πῶς ποτε πάντα καλά; Καὶ ἆρά γε ἑνὶ καὶ τῶι αὐτῶι καλῶι τὰ πάντα, ἢ ἄλλο μὲν ἐν σώματι τὸ κάλλος, ἄλλο δὲ ἐν ἄλλωι; Καὶ τίνα ποτὲ ταῦτα ἢ τοῦτο; Τὰ μὲν γὰρ οὐ παρ᾽ αὐτῶν τῶν ὑποκειμένων καλά, οἷον τὰ σώματα, ἀλλὰ μεθέξει, τὰ δὲ κάλλη αὐτά, ὥσπερ ἀρετῆς ἡ φύσις. Σώματα μὲν γὰρ τὰ αὐτὰ ὁτὲ μὲν καλά, ὁτὲ δὲ οὐ καλὰ φαίνεται, ὡς ἄλλου ὄντος τοῦ σώματα εἶναι, ἄλλου δὲ τοῦ καλά. Τί οὖν ἐστι τοῦτο τὸ παρὸν τοῖς σώμασι; Πρῶτον γὰρ περὶ τούτου σκεπτέον. Τί οὖν ἐστιν, ὃ κινεῖ τὰς ὄψεις τῶν θεωμένων καὶ ἐπιστρέφει πρὸς αὑτὸ καὶ ἕλκει καὶ εὐφραίνεσθαι τῆι θέαι ποιεῖ; Τοῦτο γὰρ εὑρόντες τάχ᾽ ἂν ἐπιβάθραι αὐτῶι χρώμενοι καὶ τὰ ἄλλα θεασαίμεθα. Λέγεται μὲν δὴ παρὰ πάντων, ὡς εἰπεῖν, ὡς συμμετρία τῶν μερῶν πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὸ ὅλον τό τε τῆς εὐχροίας προστεθὲν τὸ πρὸς τὴν ὄψιν κάλλος ποιεῖ καὶ ἔστιν αὐτοῖς καὶ ὅλως τοῖς ἄλλοις πᾶσι τὸ καλοῖς εἶναι τὸ συμμέτροις καὶ μεμετρημένοις ὑπάρχειν· οἷς ἁπλοῦν οὐδέν, μόνον δὲ τὸ σύνθετον ἐξ ἀνάγκης καλὸν ὑπάρξει· τό τε ὅλον ἔσται καλὸν αὐτοῖς, τὰ δὲ μέρη ἕκαστα οὐχ ἕξει παρ᾽ ἑαυτῶν τὸ καλὰ εἶναι, πρὸς δὲ τὸ ὅλον συντελοῦντα, ἵνα καλὸν ἦι· καίτοι δεῖ, εἴπερ ὅλον, καὶ τὰ μέρη καλὰ εἶναι· οὐ γὰρ δὴ ἐξ αἰσχρῶν, ἀλλὰ πάντα κατειληφέναι τὸ κάλλος. Τά τε χρώματα αὐτοῖς τὰ καλά, οἷον καὶ τὸ τοῦ ἡλίου φῶς, ἁπλᾶ ὄντα, οὐκ ἐκ συμμετρίας ἔχοντα τὸ κάλλος ἔξω ἔσται τοῦ καλὰ εἶναι. Χρυσός τε δὴ πῶς καλόν; Καὶ νυκτὸς ἡ ἀστραπὴ ἢ ἄστρα ὁρᾶσθαι τῶι καλά; Ἐπί τε τῶν φωνῶν ὡσαύτως τὸ ἁπλοῦν οἰχήσεται, καίτοι ἑκάστου φθόγγου πολλαχῆι τῶν ἐν τῶι ὅλωι καλῶι καλοῦ καὶ αὐτοῦ ὄντος. Ὅταν δὲ δὴ καὶ τῆς αὐτῆς συμμετρίας μενούσης ὁτὲ μὲν καλὸν τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ὁτὲ δὲ μὴ φαίνηται, πῶς οὐκ ἄλλο δεῖ ἐπὶ τῶι συμμέτρωι λέγειν τὸ καλὸν εἶναι, καὶ τὸ σύμμετρον καλὸν εἶναι δι᾽ ἄλλο; Εἰ δὲ δὴ μεταβαίνοντες καὶ ἐπὶ τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ τοὺς λόγους τοὺς καλοὺς τὸ σύμμετρον καὶ ἐπ᾽ αὐτῶν αἰτιῶιντο, τίς ἂν λέγοιτο ἐν ἐπιτηδεύμασι συμμετρία καλοῖς ἢ νόμοις ἢ μαθήμασιν ἢ ἐπιστήμαις; Θεωρήματα γὰρ σύμμετρα πρὸς ἄλληλα πῶς ἂν εἴη; Εἰ δ᾽ ὅτι σύμφωνά ἐστι, καὶ κακῶν ἔσται ὁμολογία τε καὶ συμφωνία. Τῶι γὰρ τὴν σωφροσύνην ἠλιθιότητα εἶναι τὸ τὴν δικαιοσύνην γενναίαν εἶναι εὐήθειαν σύμφωνον καὶ συνωιδὸν καὶ ὁμολογεῖ πρὸς ἄλληλα. Κάλλος μὲν οὖν ψυχῆς ἀρετὴ πᾶσα καὶ κάλλος ἀληθινώτερον ἢ τὰ πρόσθεν· ἀλλὰ πῶς σύμμετρα; Οὔτε γὰρ ὡς μεγέθη οὔτε ὡς ἀριθμὸς σύμμετρα· καὶ πλειόνων μερῶν τῆς ψυχῆς ὄντων, ἐν ποίωι γὰρ λόγωι ἡ σύνθεσις ἢ ἡ κρᾶσις τῶν μερῶν ἢ τῶν θεωρημάτων; Τὸ δὲ τοῦ νοῦ κάλλος μονουμένου τί ἂν εἴη;

«Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ σώματα νὰ δέιχνουν ὄμορφα καὶ τὴν ἀκοὴ νὰ ἕλκεται ἀπὸ τοὺς ὡραίους ἤχους;Ἄραγε εἶναι μία ἴδια ὡραιότητα ἡ ὁποία κάνει ὡραῖα ὅλα αὐτὰ τὰ διαφορετικὰ πράγματα ἢ ὑπάρχει ἕνα κάλλος τῶν σωμάτων καὶ ἕνα ἄλλο τῶν ὑπολοίπων πραγμάτων; Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὲς οἱ ὡραιότητες ἢ τί εἶναι αὐτὴ ἡ μία καὶ μοναδική; […] Ὅλος ὁ κόσμος, σκέφτεται κοινῶς ὅτι εἶναι μιὰ συμμετρία τῶν μερῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὸ σύνολο, μὲ τὴν πρόσθεση τοῦ ὡραίου χρώμαυος, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν τὸ ὡραῖο στὴν ὄψη. Γιὰ τὰ αἰσθητὰ ἀντικείμενα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἄλλα γενικῶς, τὸ ὡραῖο συνίσταται λοιπὸν στὴ συμμετρία καὶ στὸ μέτρο. Κατὰ συνέπεια, δὲν θὰ ὑπάρχει κανένα κάλλος στὸ ἁπλὸ ἀλλὰ στὸ σύνθετο. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ὡραῖο εἶναι τὸ σύνολο, καὶ κάθε μέρος θὰ εἶναι ὄμορφο, ὄχι ἀπὸ μόνο του ἀλλὰ ἀπὸ τὴ συμβολή του στὴ γενικὴ σύνθεση, προκειμένου αὐτὴ νὰ εἶναι ὡραία. Ἀλλά, ἂν τὸ σύνολο εἶναι ὡραῖο, πρέπει τὸ ἴδιο νὰ εἶναι καὶ τὰ μέρη του καὶ νὰ μὴν συντέθηκε ἀπὸ ἄσχημα μέρη. Καὶ ἡ ὡραιότητα νὰ τὰ κάνει ὅλα ὡραῖα. γιὰ τὸν κόσμο, ἐπίσης, ἀφοῦ τὰ ὡραῖα χρώματα καί, γιὰ παράδειγμα, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, εἶναι ἁπλὰ καὶ δὲν ἕλκουν τὴν ὡραιότητά τους ἀπὸ καμιὰ συμμετρία, δὲν συγκαταλέγονται στὰ ὡραῖα. πῶς θὰ λέγαμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι ὁ χρυσὸς εἶναι ὡραῖος; Καὶ ἡ ἀστραπὴ τῆς νύχτας ἢ τὰ ἄστρα πῶς εἶναι ὡραῖα στὴν ὄψη; Καὶ στοὺς ἤχους ἐπίσης, τὸ ἁπλὸ θὰ ἀπαγορεύεται, ἐνῶ κάθε φθόγγος, ποὺ κάνει ὡραία μιὰ μελωδία, εἶναι καὶ ἀπὸ μόνος του ὡραῖος. Παρομοίως, ἀφοῦ ἕνα πρόσωπο, μὲ σταθερὴ συμμετρία, μᾶς φαίνεται ἄλλοτε ὡραῖο καὶ ἄλλοτε ἄσχημο, θὰ ὑποστηρίζαμε ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ὡραιότητα ποὺ διέπει τὴ συμμετρία καὶ ἄλλη αὐτὴ ποὺ κάνει ὡραῖο ἕνα συμμετρικὸ πράγμα;»

It is the general opinion that a certain commensuration of parts to each other, and to the whole, with the addition, of colour, generates that beauty which is the object of sight; and that in the commensurate and the moderate alone the beauty of everything consists. But from such an opinion the compound only, and not the simple, can be beautiful, the single parts will have no peculiar beauty; and will only merit that appellation by conferring to the beauty of the whole. But it is surely necessary that a lovely whole should consist of beautiful parts, for the fair can never rise out of the deformed. But from such a definition, it follows, that beautiful colours and the light of the sun, since they are simple and do not receive their beauty from commensuration, must be excluded the regions of beauty. Besides, how, from such an hypothesis can gold be beautiful? Or the glittering of night and the glorious spectacle of the stars? In like manner, the most simple musical sounds will be foreign from beauty, though in a song wholly beautiful every note must be beautiful, as necessary to the being of the whole. Again, since the same proportion remaining, the same face is to one person beautiful and to another the reverse, is it not necessary to call the beauty of the commensurate one kind of beauty and the commensuration another kind, and that the commensurate is fair by means of something else? But if transferring themselves to beautiful studies and fair discourses, they shall assign as the cause of beauty in these the proportion of measure, what is that which in beautiful sciences, laws or disciplines, is called commensurate proportion? Or in what manner can speculations themselves be called mutually commensurate? If it be said because of the inherent concord, we reply that there is a certain concord and consent in evil souls, a conformity of sentiment, in believing (as it is said) that temperance is folly and justice generous ignorance.

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s