Διδάγματα ἀπὸ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα

Ἀπὸ τὸ P. Brown, Ὁ Κόσμος τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας:

«Οι χριστιανοί είχαν κερδίσει έδαφος σε εκείνες ακριβώς τις περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που βγήκαν από την κρίση του 3ου αιώνα με τις λιγότερες απώλειες. Πέπλο σιωπής σκέπασε τις επίμονα παγανιστικές επαρχίες της Δύσης. Αντίθετα, η Συρία και η Μικρά Ασία με τη ζωηρή παρουσία του χριστιανικού στοιχείου ξεχώριζαν ολοένα και πιο έντονα για την οικονομική τους ευημερία και τις πνευματικές αναζητήσεις τους. […] Ο χριστιανισμός είχε εξελιχθεί σε μια εκκλησία έτοιμη να απορροφήσει μια ολόκληρη κοινωνία….Ο ασπασμός του χριστιανισμού από ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα το 312 δεν θα μπορούσε να συμβεί –ή, αν συνέβαινε, θα αποκτούσε ένα τελείως διαφορετικό νόημα– αν δεν είχε προηγηθεί, επί δύο γενεές, ο ασπασμός της κουλτούρας και των ιδανικών του ρωμαϊκού πολιτισμού από το χριστιανισμό. […] Για τον Ωριγένη και τους μαθητές του, ο χριστιανισμός ήταν η «φυσική», η «πρωταρχική» θρησκεία. Τους «σπόρους» της χριστιανικής διδασκαλίας τους είχε σπείρει ο Χριστός σε κάθε άνθρωπο. …Ο Χριστός λοιπόν, είχε «φροντίσει» ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο ελληνικός πολιτισμός –ιδίως την ελληνική φιλοσοφία και ηθική– όπως, σκοπίμως είχε αποκαλύψει το Νόμο στους Εβραίους· η ίδρυση της οικουμενικής χριστιανικής εκκλησίας από τον Χριστό είχε επίτηδες συμπέσει με την εδραίωση της οικουμενικής ρωμαϊκής ειρήνης από τον Αύγουστο. Άρα ένας χριστιανός δεν μπορούσε να απορρίψει ούτε την ελληνική κουλτούρα ούτε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, χωρίς να φαίνεται πως στρέφει τα νώτα του στην καθορισμένη από τον Θεό πρόοδο της ανθρωπότητας….Ο Ωριγένης και οι διάδοχοί του δίδαξαν τους εθνικούς ότι με το να γίνουν χριστιανοί εγκατέλειπαν ένα συγκεχυμένο και υπανάπτυκτο στάδιο ηθικής και πνευματικής ανάπτυξης, και προχωρούσαν στην καρδιά του πολιτισμού. Στις σαρκοφάγους και στις τοιχογραφίες του τέλους του 3ου αιώνα, ο Χριστός εμφανίζεται …ντυμένος με το απλό ιμάτιο ενός καθηγητή φιλολογίας να μιλάει –όπως θα είχε κάνει ο Ωριγένης– σ’ έναν ήσυχο κύκλο ευπρεπών μαθητών. …[οι Απολογητές] υποστήριζαν ότι ο χριστιανισμός ήταν η μόνη εγγύηση αυτού του πολιτισμού – ότι οι καλύτερες παραδόσεις της κλασικής φιλοσοφίας και τα υψηλά πρότυπα της κλασικής ηθικής μπορούσαν να διαφυλαχθούν από την απειλή των βαρβάρων μόνο αν επικυρώνονταν από τη χριστιανική αποκάλυψη»

«Στα τέλη του 3ου αιώνα…σε πολλές αγροτικές περιοχές, από τη Βρετανία ώς τη Συρία, αρχαϊκές λατρείες χωρίς καμιά συγγένεια με τους κλασικούς Ολύμπιους ύψωναν πάλι το κεφάλι τους πιο επίμονα από ποτέ»

«Όταν συγκρίνουμε τις τραχιές, ένστολες μορφές του Διοκλητιανού και των συνεργατών του με τις υπέροχες κλασικές σαρκοφάγους της σύγχρονης χριστιανικής ανώτερης τάξης, αντιλαμβανόμαστε πως, μπροστά στο απειλούμενο χάσμα ανάμεσα στους νέους αφέντες της αυτοκρατορίας και τις παραδόσεις των αρχαίων πόλεων, η παλιά διαίρεση μεταξύ παγανιστών και χριστιανών πολιτών ήταν πλέον ασήμαντη. Αν μη τι άλλο, γύρω στο 300…στον πολιτισμένο ελληνικό κόσμο ο λατινόφωνος στρατιώτης ήταν τώρα ο ξένος»

«Για τον Ιουλιανό ο «ελληνισμός» είχε πολύ αδύναμες ρίζες σε μια καθυστερημένη επαρχία όπως η Καππαδοκία. Οι χριστιανοί επίσκοποι στις πόλεις της Καππαδοκίας όμως, αν και προέρχονταν από την ίδια τάξη με τους παγανιστές συναδέλφους τους, αποθαρρύνονταν λιγότερο από τη δυσθεράπευτη «βαρβαρότητα» του ντόπιου πληθυσμού. Του έκαναν επίμονα κηρύγματα στα ελληνικά· τον στρατολογούσαν σε ελληνόφωνα μοναστήρια· έστελναν ελληνόφωνους ιερείς στην επαρχία. Η Καππαδοκία παρέμεινε ελληνόφωνη επαρχία ώς τον 14ο αιώνα»

«Τον 3ο αιώνα, η χριστιανική εκκλησία αποτελούσε μια μικρή κοινότητα «μυημένων». Όσοι είχαν υποβληθεί στο «μυστήριο» του βαπτίσματος συγκαταλέγονταν ήδη ανάμεσα σε αυτούς που είχαν «σωθεί». Αλλά στα τέλη του 4ου αιώνα ήταν πολύ λιγότερο βέβαιο πως εκείνοι που είχαν δεχτεί ένα τυπικό βάπτισμα σε τούτο τον κόσμο θα σώζονταν στον άλλον. Το άγχος των ανθρώπων, λοιπόν, μετατοπίστηκε σε ένα πιο απόμακρο γεγονός: στην καθοριστική εκκαθάριση λογαριασμών κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Η πρώιμη εικονογραφία της μετά θάνατον ζωής, που έδειχνε μια ήσυχη ομάδα μυημένων να χαίρονται την ειδυλλιακή παροστασία σ’ έναν άλλο κόσμο –κάτω από τον ξέσταρο ουρανό ή στη σκιά ενός δέντρου– αντικαταστάθηκε από τη φοβερή εικόνα του Χριστού ως Αυτοκράτορα και Δικαστή, μπροστά στο θρόνο Του οποίου μια μέρα θα κρινόταν ολόκληρος ο πληθυσμός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»

Advertisements
This entry was posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ρωμαίοι, θρησκεία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s