Ἀρχαιότητα κι ἐλπίδα

Σὲ παλιότερη ἀνάρτηση εἶχα κάνει λόγο γιὰ τὴν παρανόηση ἢ διαστρέβλωση τῆς Ἀρχαιότητας ἀπὸ μεταγενέστερα καὶ σύγχρονα ἰδεολογικὰ ρεύματα καὶ πολιτικὲς ἰδεολογίες, κι ἀναφέρθηκα μεταξὺ ἄλλων στὸν Διογένη τὸν Κυνικό, καὶ τὴν ἀντιμετώπισή του ὡς «ἀναρχικοῦ». Ἐδῶ θὰ κάνω λόγο γιὰ τὴν ἐλπίδα στὴν Ἀρχαιότητα καὶ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Μὲ τὸν ὅρο ἄλογη ἐλπίδα, δὲν ἐννοῶ τὴν παράλογη ἐλπίδα ἀλλὰ αὐτὴ ποὺ φαίνεται ἐνάντια στὰ γνωστὰ δεδομένα τῆς πραγματικότητας. Ἀποτελεῖ σχεδὸν καθιερωμένη ἄποψη ὅτι στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν πίστευαν στὴν ἄλογη ἐλπίδα, στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ὑποδεικνύουν κάποια ὅρια τῆς λογικῆς, τῆς πραγματικότητας, τοῦ ρεαλισμοῦ κ.λπ. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἀσφαλῶς ἔχει πολεμικὴ αἰχμὴ κατὰ τῆς χριστιανικῆς προέλευσης ἄποψης γιὰ ἐλπίδα στὸ Ὑπερφυσικό, στὸ ἐξωλογικό («ὑπέρλογο»). Ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἦταν τέρατα τῆς λογικῆς. Δὲν ἦταν Γερμανοί (γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι), οὔτε ἦταν νεωτερικοὶ ὥστε νὰ ἔχουν τιθασσεύσει μέσω τῆς ἐπιστήμης τοὺς φόβους τους καὶ τὶς προσδοκίες τους. Διόλου δὲν θεωρῶ ὅτι ἡ ἐλπίδα τους εἶχε στόχο ἕναν ὑπερφυσικὸ Θεό, ὅπως ὁ χριστιανικός -ἂν κι ἐνίοτε εἶχε τοὺς ἐσωκοσμικοὺς κι ὑπερφυσικοὺς θεούς. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἦταν οὔτε Μὰρξ οὔτε Μπακούνιν μεταμφιεσμένοι μὲ χλαμύδα καὶ σανδάλια. Καὶ δὲν θὰ ἀναφερθῶ στὴν πίστη τῶν πολλῶν Ἀρχαίων σὲ θαύματα ἢ στὶς παρακλήσεις τους πρὸς τοὺς θεούς τους (ὅπως ἀναφέρει ὁ Παυσανίας καὶ ἄλλοι). Ἀντίθετα, θὰ ἀναφέρω μερικὰ ἀποφθέγματα Ἀρχαίων (ἢ προχριστιανῶν, καλύτερα) ποὺ στὴν χειρότερη –γιὰ μένα– περίπτωση ἀμβλύνουν καὶ θολώνουν τὴ διάκριση μεταξὺ μιᾶς ἐποχῆς στὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι, ἀγέρωχοι καὶ ἀξιοπρεπεῖς, δὲν ἔλπιζαν στὸ ἀνέλπιστο, καὶ μιᾶς ἐποχῆς ὅπου ἔλπιζαν.

Ὁ Ἡράκλειτος, λοιπόν, ἔλεγε ὅτι «Πράγµατα ποὺ δὲν ἐλπίζουν οὔτε φαντάζονται περιµένουν τοὺς ἀνθρώπους µετὰ τὸν θάνατό τους». Εἶναι ἐπίσης γνωστὴ ἡ ἄποψή του ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ ἐλπίζει στὸ ἀνέλπιστο.

Ὁ Ἡσίοδος ἔβαζε τὴν Ἐλπίδα τελευταία στὸ κουτὶ τῆς Πανδώρας (Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 96 κ.ἑ: μούνη δ᾽ αὐτόθι Ἐλπὶς ἐν ἀῤῥήκτοισι δόμοισιν ἔνδον ἔμιμνε πίθου ὑπὸ χείλεσιν, οὐδὲ θύραζε ἐξέπτη).

Ὁ Θέογνις ἔλεγε ὅτι ἡ ἐλπίδα εἶναι ἡ μόνη καλὴ θεὰ ποὺ ἄφησαν στὸν ἄνθρωπο οἱ θεοί (στ. 1185: Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποισι μόνη θεὸς ἐσθλὴ ἔνεστιν)

Ὁ Αἰσχύλος γράφει ὅτι γιὰ γιατρικὸ τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὶς τυφλὲς ἐλπίδες (Προμηθέας Δεσμώτης 250 κ.ἑ.: θνητούς γ᾽ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον. τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα)

Ὁ Σοφοκλῆς γράφει ὅτι καμμιὰ ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ γλυκιὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὁποία δὲν ἐλπίζεις (Ἀντιγόνη 393: ἡ γὰρ ἐκτὸς καὶ παρ᾽ ἐλπίδας χαρὰ ἔοικεν ἄλλῃ μῆκος οὐδὲν ἡδονῇ).

Ὁ Πλάτων βάζει τὸν Σωκράτη νὰ λέει ὅτι ἐλπίζει μὲ τὸ θάνατό του νὰ πάει σὲ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους ἀγαθούς (Φαίδων 63c: παρ᾽ ἄνδρας τε ἐλπίζω ἀφίξεσθαι ἀγαθούς).

Ὁ Πλούταρχος βάζει τὸν Θαλῆ νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἐλπίδα εἶναι τὸ κοινὸ ὅλων τῶν ἀνθρώπων (Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον 153d: ‘Τί κοινότατον;’ ἐλπίς· καὶ γὰρ οἷς ἄλλο μηδέν, αὕτη πάρεστι).

Ὁ Ἰουλιανὸς ὑποστήριζε ὅτι «ξέρε το καλά, οἱ θεοὶ μᾶς δίνουν μεγάλες ἐλπίδες γιὰ τὰ μετὰ τὸ θάνατο» (ἐπιστ. 89b, ἀποσπάσματα, 299d).

Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ λανθασμένων ἐντυπώσεων, θὰ ἤμουν πρόθυμος νὰ παραδεχτῶ ὅτι ἡ ἐρωτοτροπία αὐτὴ μὲ τὴν ἄλογη ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες ἄλλοτε ἀποκρούεται κι ἄλλοτε εἶναι ἑλκυστική· καὶ συχνά, αὐτὸ παρατηρεῖται στὸ ἴδιο πρόσωπο. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ἡσίοδος δὲν μᾶς λέει γιατί ἔμεινε στὸ κουτὶ τῆς Πανδώρας ἡ ἐλπίδα καὶ δὲν βγῆκε ἔξω ἀπὸ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κακά, οὔτε ἂν ἡ ἴδια ἦταν κακὸ ἢ καλό. Ἤ, πάλι, ὁ Δημόκριτος γράφει ὅτι δὲν ἔχουν νόημα οἱ ἐλπίδες τῶν ἀσύνετων ἀνθρώπων (Δημόκριτος 292: ἄλογοι τῶν ἀξυνέτων αἱ ἐλπίδες). Αὐτὸ ποὺ δὲν ἰσχύει, καὶ δὲν μπορῶ νὰ δῶ στὴν Ἀρχαιότητα, εἶναι ἡ ἀπόλυτη καὶ κυρίαρχη ἄρνηση τῆς ἄλογης ἐλπίδας ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀρχαίους, δηλαδὴ τῆς ἐλπίδας σὲ κάτι παρὰ τὰ γνωστὰ δεδομένα.

Ὁ Καστοριάδης ἐνάντια στὰ παραπάνω, ὑποστηρίζει τὴν εἰκόνα μιᾶς Ἀρχαιότητας ὅπου δὲν ὑπῆρχε ἐλπίδα (παρὰ μόνο γιὰ τετριμμένα πράγματα). Μάλιστα, τὴν εἰκόνα αὐτὴν ὀνομάζει (γιὰ ἄλλους λόγους) κόσμο τῆς ὠμῆς εἰλικρίνειας. Σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, γιὰ τὸν ὁποῖο πιστεύω ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτέ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει οὔτε δευτερόλεπτο. Ἄλλωστε, ὅταν κατακρίνει τὸν Νίτσε ζητᾶ νὰ τὸν πιάσει ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ ἀφοῦ τὸν ὁδηγήσει στὸ Ἄουσβιτς νὰ τὸν ρωτήσει ἐὰν ἐξακολουθεῖ νὰ πιστεύει στὴν «ἀθωότητα τοῦ Γίγνεσθαι»· ὅταν –ἀντίθετα– φιλοσοφικὸ ἀντίπαλο ἔχει τὸν Χριστιανισμό, τότε μπορεῖ, παρερμηνεύοντας σὲ βαθμὸ παραποίησης τὸν Θουκυδίδη, νὰ ὑποστηρίξει ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν οὔτε ἄλογη ἐλπίδα οὔτε δικαιολόγηση τῆς ὠμῆς βίας τοῦ δυνατοῦ στὸν ἀδύνατο. Ἀλλὰ γιὰ αὐτά, ἀργότερα.

This entry was posted in φιλοσοφίες, Αρχαιότητα and tagged , . Bookmark the permalink.

1 Response to Ἀρχαιότητα κι ἐλπίδα

  1. Παράθεμα: Μοιρολόγια καὶ Ἰωάννης Δαμασκηνός | Χρονογραφίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s