Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ἡ ἐλευθερία

Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης δὲν εἶχε ἀσχοληθεῖ εἰδικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας. Ὡστόσο, στὰ πλαίσια τῆς ἔρευνάς του γιὰ τὴν «ἀπόφαση» ἦταν ἀναγκασμένος νὰ κάνει ὁρισμένα σχόλια πάνω στὸ ζήτημα αὐτό. Παρακάτω, παραθέτω μερικὲς ἀναφορὲς στὴν ἐλευθερία, ἔμμεσες καὶ μή.

(Α)

Στὸ Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση, σελ. 11, ἀντικρούοντας τὴν ἀντίληψη τῆς στρατευμένης ἢ ἐπιταγματικῆς ἢ κανονιστικῆς θεωρίας τῆς ἀπόφασης (μὲ ρομαντικὸ-ἡρωικὸ περιεχόμενο) γιὰ τὴν πεζότητα τῆς πλειονότητας τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν παίρνουν τὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση καὶ στάση ζωῆς ἀλλὰ βολεύονται μὲ ἕτοιμες βεβαιότητες καὶ πατροπαράδοτες κανονιστικὲς ἀρχὲς χωρὶς νὰ (πολύ)σκοτίζονται γιὰ τὴν ἐγκυρότητά τους, γράφει:

«Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ παραγνωρίζει πόσο μεγάλη ὑπαρξιακὴ ἔνταση εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀναπτύξει μιὰ ἀνθρώπινη στάση, ἡ ὁποία ρητὰ καὶ ἀπροκάλυπτα κατανοεῖ τὸν ἑαυτό της ἀκριβῶς ὡς στάση ὑπαγορευόμενη ἀπὸ τὸ καθῆκον ἢ καὶ ὡς πρόσχαρη ὑποταγὴ σὲ κάθε λογῆς ἐξουσιαστικὲς ἀρχές· παραγνωρίζει ἐπίσης πόσο κοντὰ βρίσκεται συχνὰ ἡ ὑπαρξιακὴ ἔνταση τούτης ἐδῶ τῆς στάσης πρὸς τὴν ἔνταση τῆς προσωπικῆς ἀπόφασης»

Ἐδῶ, ὁ Κονδύλης στρέφεται κατὰ ἑνὸς ἐπιχειρήματος ὑπὲρ τοῦ ἀγώνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖο πάνω-κάτω τονίζει τὴν ὑπαρξιακὴ ἀπόλαυση κι ἔνταση τοῦ ἀγωνιζόμενου γιὰ τὴν Ἐλευθερία σὲ σύγκριση μὲ τὴν μιζέρια τοῦ Δούλου, ποὺ «δὲ θέλει νὰ εἶναι ἐλεύθερος». Ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἡρωικὴ πόζα ἢ καὶ εἰλικρινὴς συνειδησιακὰ στάση καὶ ἡ αἴσθηση πληρότητας καὶ ἀκεραιότητας μποροῦν μιὰ χαρὰ νὰ συμβιβάζονται μὲ τὴν ταυτόχρονη ἀπόλυτη ὑποταγὴ σὲ πράγματα, ἰδέες καὶ ἀνθρώπους τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀξιακῶς ἀνώτερα καὶ ἐπιτάσσουν ἀπὸ μόνα τους, χωρὶς καταναγκασμό, τὴν ὑποταγὴ καὶ τὸν ἀγώνα γι’ αὐτά. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τὸ Καθῆκον. Ἄλλωστε, θὰ μποροῦσε νὰ συμπληρώσει κανείς, ἡ Ἐλευθερία πάντα νοεῖται σὲ σχέση μὲ κάτι ἀρνητικὸ ἢ θετικό, δηλαδὴ ὡς ἐλευθερία ἀπὸ κάτι ἢ ἐλευθερία πρὸς κάτι. Δὲν νοεῖται ὡς αὐταξία παρὰ σὲ σχέση μὲ κάτι ἄλλο. Ἡ αἴσθηση ποὺ δίνει ἡ προσπάθεια γιὰ πραγμάτωση τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ὑπαρξιακὰ ἀνώτατη, εἴτε ἀφορᾶ στὸ ἰδανικὸ ποὺ ὁρίζει τὸ καθῆκον ἢ ὁ Νόμος κι ἡ Ἠθική, ἢ «ὁ βασιλεύς», εἴτε ἀφορᾶ στὸ ἱδανικὸ ποὺ ὁρίζει κάποιος τρίτος τὸν ὁποῖον δὲν ἐκλαμβάνουμε ὡς δυνάστη (συχνά, ἡ ἀνάγνωση ἑνὸς βιβλίου).

(Β)

Ἡ ἐλευθερία ἔμμεσα γίνεται διακριτὴ στὸν Κονδύλη ὅταν γράφει πῶς φαντάζεται τὸ Ἐγὼ καὶ τὴ συνέχειά του, μιὰ καὶ τὰ συσχετίζει μεταξὺ ἄλλων μὲ τὴν ἐπιθυμία (Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση, σελ. 83):

«Ἴσως εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθοῦμε τὴν ὕπαρξη κάποιου πράγματος, μέα στὸ ὁποῖο ἢ σὲ σχέση μὲ τὸ ὁποῖο συντελεῖται μιὰ συνεκτικὴ καὶ σταθερὴ σύνδεση παραστάσεων ἢ ἐπιθυμιῶν»

(Γ)

Ὅμως, δὲν θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε τὸν Κονδύλη ὡς περιφρονητὴ τῆς ἐλευθερίας μέσω μιᾶς οὐδέτερης ἀξιολογικὰ ἀντίληψης ἐπειδὴ δὲν γράφει κατεβατὰ ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας, μὲ ἀναφορὰ σὲ κάποιο περιεχόμενό της ἢ χωρίς. Ὅτι μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι «φιλόσοφος τῆς ἐλευθερίας/ἀπελευθέρωσης» καὶ συνάμα μπορεῖ νὰ κατανοεῖ πολὺ καλὰ τὴ σχέση μεταξὺ ἐλευθερίας, ἐξουσίας καὶ ἀγώνα γιὰ κατάργησή της φαίνεται ἀπὸ ἕνα κείμενό του στὰ 1977 στὸ περιοδικὸ Λεβιάθαν, ὅπου ἀπαντᾶ στὸν Γερ. Λυκιαρδόπουλο:

«Ἀπὸ τὴν θέση, πὼς ἡ ἐξουσία γενικὰ δὲν καταργεῖται, διόλου δὲν συνάγεται ὅτι κάποιος ὀφείλει νὰ καταφάσκει τὴν τωρινή. Ἀπεναντίας, μόνο ἡ ἄρνηση τῆς τελευταίας ἀνοίγει τὸν δρόμο σὲ μιὰ καινούργια καὶ μαζὶ στὴν ἐπίρρωση τοῦ ἐξουσιαστικοῦ «φαύλου» κύκλου στὴ γενικότητά του. Δὲν εἶναι καθόλου αὐτονόητο, ὅτι ὄποιος δὲν πιστεύει στὴν κατάργηση κάθε ἐξουσίας γίνεται περισσότερο πειθήνιος ἀπὸ ὅποιον τὴν πιστεύει. Ὁ πραξικοπηματίας ἢ ὁ ἐγκληματίας εἶναι πολὺ λιγότερο νομοταγεῖς ἀπὸ πολλούς, οἱ ὁποῖοι ὀνειρεύονται ἢ εὔχονται τὴν κατάργηση κάθε ἐξουσίας κάνοντας στὸ μεταξὺ τὴ μετρημένη μικροαστική τους ζωή»

Σ’ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα συμπυκνώνεται σημαντικὸ τμῆμα ἀπὸ τὴν ἀντίληψη περὶ ἐλευθερίας τοῦ Κονδύλη. Πρῶτον, δείχνει ὅτι ἡ ἐλευθερία κι ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς ἐξουσίας-σκλαβιᾶς μπορεῖ νὰ παίρνει μορφὲς τὶς ὁποῖες θὰ ἤθελαν νὰ ἀγνοοῦν οἱ κήρυκες τῆς ἐλευθερίας. Δεύτερον, διαπιστώνει μιὰ περίεργη σχέση μεταξὺ ἐλευθερίας κι ἐξουσίας, ἡ ὁποία σχέση δημιουργεῖται ἂν ἀντιδιαστείλει κάποιος τὴν τωρινὴ ἐξουσία ἀπὸ τὸ διαχρονικὸ φαινόμενο τῆς ἐξουσίας: Ὁ ἀγώνας γιὰ ἐλευθερία ἐνδεχομένως διακηρύσσεται ὅτι στρέφεται κατὰ τοῦ διαχρονικοῦ φαινομένου τῆς ἐξουσίας-σκλαβιᾶς, οἱ ὑλικοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ ἀγώνα εἶναι ὅμως ἀναγκασμένοι νὰ πολεμήσουν τὴν τωρινή, συγκεκριμένη ἐξουσία. Ἂν τὴν κατανικήσουν, τότε ἀνοίγει ὁ δρόμος ὄχι γιὰ τὴν κατάργηση του διαχρονικοῦ φαινομένου ἀλλὰ ἁπλῶς τῆς συγκεκριμένης ἐξουσίας. Δὲν ἀναφέρεται στὸ κείμενο, ἀλλὰ λογικὰ ὁ Κονδύλης ἔχει κατὰ νοῦ ὄχι μόνο τὸν πραξικοπηματία ἀλλὰ καὶ «προοδευτικοὺς ἐπαναστάτες» οἱ ὁποῖοι ἔγιναν χαλίφηδες εἴτε στὴ θέση τοῦ χαλίφη εἴτε σὲ ἕνα περιορισμένης ἔκτασης χαλιφάτο (π.χ. «ἡγέτες» ἀναρχικῶν).

Συμπληρωματικά, βέβαια, πρέπει νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ Κονδύλης δὲν ἦταν οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τῆς Οὐτοπίας. Ταυτοχρόνως, διαπιστώνει ὅτι πάντοτε μόνο ὡς καρικατούρα τοῦ ἀρχικοῦ της περιεχομένου μπορεῖ νὰ ὑλοποιεῖται κάθε Οὐτοπία -ἀλλὰ κι ὅτι ἡ Οὐτοπία, γενικά, συνιστᾶ ἀνθρωπολογικὰ ἀνεκρίζωτο στοιχεῖο, γιατὶ σὲ κάθε κανονιστικὴ κοσμοεικόνα ὑπάρχει τὸ Εἶναι καὶ τὸ Δέον, τὸ Ἐντεῦθεν στὸ ὁποῖο θριαμβεύει προσωρινὰ τὸ Κακό, καὶ τὸ καλὸ Ἐκεῖθεν.

Ὑπὸ τὸ φῶς αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων πρέπει νὰ γίνεται κατανοητὴ ἡ ἄρρητη ἄρνηση τοῦ Κονδύλη νὰ μετατραπεῖ σὲ «κήρυκα/φιλόσοφο τῆς ἐλευθερίας» (μὲ κανονιστικὴ ἔννοια), ἄρνηση ἡ ὁποία δὲν ταίριαζε ἄλλωστε μὲ τὴν ἀπαίτηση ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του γιὰ ἀξιολογικὴ κι ἐπιστημονικὴ ἐλευθερία.

(Δ)

Παρόμοια στάση κρατᾶ ὁ Κονδύλης καὶ σὲ μιὰ φράση σὲ κείμενο τοῦ 1998 (Ἀπὸ τὸν 20ό στὸν 21ο αιώνα, σελ. 10) στὸ ὁποῖο στηλιτεύει τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ἀντιμετώπισης τῶν ΗΠΑ καὶ τοῦ καπιταλισμοῦ ἀπὸ τὴν ἀνανεωτικὴ κι ἐκσυγχρονιστικὴ Ἀριστερά:

«Ὅποιος δὲν θέλει νὰ εἶναι τὸ φερέφωνο τοῦ ἰσχυροῦ δὲν πρέπει καὶ νὰ ἀποδέχεται τὴν εἰκόνα ποὺ προβάλλει καὶ ἐπιβάλλει ὁ ἰσχυρὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του»

Ἡ ἄποψη αὐτή, φυσικά, δυνητικὰ ἔχει μεγαλύτερη ἐμβελεια ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ἐπίκριση πρὸς τὴν φιλοπαγκοσμιοποιητικὴ Ἀριστερά. Γιατὶ, προϋπόθεση κάθε ἄρνησης ὑποταγῆς, ἄρα καὶ ἀγώνα γιὰ τὴν ἐλευθερία εἶναι νὰ μὴ συμμερίζεται κάποιος τὴν κοσμοαντίληψη τοῦ ἰσχυροῦ. Ὁ ἰσχυρὸς προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ βασίζει τὴν ἀξίωσή του γιὰ κυριαρχία ἢ τὴν διαιώνιση τῆς κυριαρχίας του μόνο στὴν ὑλικὴ ἰσχύ του. Πρέπει νὰ νομιμοποιεῖται ὡς ὁ ἄξιος κυρίαρχος, ὁ κυρίαρχος ποὺ πρέπει νὰ κυριαρχεῖ γιὰ λόγους πέραν τοῦ φόβου τὸν ὁποῖο προκαλεῖ ἡ ἰσχύς του. Εἰδάλλως θὰ πρέπει νὰ ἀναμένει ἀμφισβήτηση τῆς (ἀξίωσης) κυριαρχίας του. Εἶναι, λοιπόν, ἡ ἄρνηση νὰ δεχτεῖ κανεὶς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ ἰσχυρὸς γιὰ τὴν νομιμοποίηση κι ἀποδοχὴ τῆς (ἀξίωσης) κυριαρχίας του, ἂν θέλει νὰ προχωρήσει στὸ ἑπόμενο στάδιο, στὴν ὑλικὴ ἀμφισβήτηση τῆς (ἀξίωσης) κυριαρχίας του. Ἂν δεχτοῦμε μιὰ κοσμοαντίληψη καὶ τὴν ἐσωτερικεύσουμε, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε ὡς καταπιεστική, πόσο μᾶλλον νὰ τὴν καταπολεμήσουμε ἔμπρακτα.

Συμπληρωματικά, ἡ στάση αὐτὴ τοῦ Κονδύλη γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἰδεολογικῆς συγκρότησης ὅσον ἀφορᾶ τὴν ὑλικὴ σύγκρουση θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν γνωστή του ρήση ὅτι οἱ ἰδέες εἶναι ἡ πρόφαση τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἡ παρηγοριὰ τῶν ἀδυνάμων. Γιατὶ ἡ ρήση αὐτὴ φαίνεται νὰ ἀρνεῖται κάθε δυνατότητα τῶν ἰδεῶν γιὰ βελτίωση τῆς θέσης τοῦ ἀδυνάμου. Ἐνῶ ἡ παραπάνω φράση δείχνει ὅτι οἱ ἰδέες εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν ἔμπρακτη ἀμφισβήτηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας κάποιου. Ὡστόσο, ἡ ρήση δὲν ὑπονοεῖ ὅτι γιὰ τὴν κατάργηση τῆς κυριαρχίας τοῦ ἰσχυροῦ ἀρκεῖ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῆς κοσμοεικόνας του.

(Ε)

Στὸ ἴδιο πλαίσιο, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα κείμενά του, στὸ Πολιτικὸ καὶ ὁ Ἄνθρωπος, 1β, σελ. 416, τονίζει τὴν ἀκαταμάχητη δύναμη ἀνυποταξίας, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν:

«Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ κατάσταση πραγμάτων καὶ καμμιὰ ἀναγκαιότητα στὴν ὁποία τὸ ὑποκείμενο πρέπει νὰ ὑπακούσει, ὅταν δὲν θέλει κατὰ κανέναν τρόπο, δηλαδὴ ὅταν εἶναι ἕτοιμο νὰ δεχθεῖ τὸν θάνατό του ὡς ἀναπόφευκτο τίμημα».

Μάλιστα, παραπέμπει στὸν Πλάτωνα καὶ στὴν σχετικὴ ἀρχαιοελληνικὴ ἀντίληψη-ὁρισμὸ περὶ τοῦ «ἐλεύθερου» ὡς ἀνθρώπου ποὺ εἶναι διατεθειμένος καὶ νὰ πεθάνει προκειμένου νὰ μὴν γίνει δοῦλος. Γίνεται ἐδῶ φανερὸ πόσο λάθος θὰ ἦταν νὰ υἱοθετηθεῖ ἕνα δίπολο ἐξουσιασμοῦ-ἀντιεξουσιασμοῦ στὸ ὁποῖο νὰ μπαίνει ἡ περιγραφικὴ θεώρηση τοῦ Κονδύλη.

(ΣΤ)

Μιὰ ἄλλη ρήση, ποὺ ἔχει ἐνδιαφέρον σχετικὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ Κονδύλη γιὰ τὶς ἰδέες (τὴν ὁποία προανέφερα) εἶναι ἀπὸ τοὺς Στοχασμοὺς κι Ἀποφθέγματα τῆς Νέας Ἑστίας (τχ. 1717, 1999):

«Ὁ τωρινὸς κυρίαρχος ἐπικαλεῖται τὴ λογική, ὁ μελλοντικὸς ὑμνεῖ τὴν ἐλευθερία»

Ἐδῶ, δείχνεται ἡ πολεμικὴ λειτουργία τῆς ἐλευθερίας, καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ συνδυάσει μὲ τὶς ἀπόψεις γιὰ τὴν ἀδυναμία κατάργησης τῆς ἐξουσίας γενικά, στὸ ἄρθρο πρὸς τὸν Λυκιαρδόπουλο: Ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία δὲν καταργεῖται, κι ἁπλῶς ὁ Β κυρίαρχος διαδέχεται τὸν Α (ὁ Κονδύλης δὲν ὑπεισέρχεται στὸ ποιὸς εἶναι καλύτερος), μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς δικαιολογίες τοῦ ἐπίδοξου κυρίαρχου ὥστε νὰ ἀντικαταστήσει τὸν τωρινὸ εἶναι ἡ ἐλευθερία. Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ τὴν μιζέρια ποὺ οἱ τωρινὲς συνθῆκες ἀποπνέουν. Μόνο ἂν δεῖ κανεῖς μιὰ κατάσταση κι ἰδέα ὡς καταπίεση, δηλαδὴ μόνο ἂν τὴν ἀρνηθεῖ κι ἂν δὲν δεχτεῖ νὰ τὴν ἐσωτερικεύσει, μπορεῖ νὰ ἐπαναστατήσει –μὲ λάβαρο, τί ἄλλο; τὴν ὑπερνίκηση τῆς σημερινῆς ἀνελεύθερης κατάστασης, δηλαδὴ τὴν ἐλευθερία.

Ἀντίθετα, ὁ κυρίαρχος ἐπικαλεῖται τὴ Λογική. Κάθε τι ὑπαρκτὸ εἶναι καλῶς καμωμένο. Δὲν ὑπάρχει λόγος δυσφορίας.

(Ζ)

Ὁ Κονδύλης δὲν ὑποστήριζε μόνο τὴν ἄποψη γιὰ τὴν σημασία τῆς ἄρνησης ἰδεολογικῆς ὑποταγῆς στὸν κυρίαρχο, ἀλλὰ τὴν ἀνάγει σὲ ἀνθρωπολογικὸ στοιχεῖο. Ἐνάντια σὲ ὅσους τονίζουν τὴν ἀνθρώπινη κοινωνικότητα ὡς βασικὸ στοιχεῖο διάκρισης τοῦ Ἀνθρωπου, θεωρεῖ (Τὸ Πολιτικὸ καὶ ὁ Ἄνθρωπος, 1α, σελ. 334) ὅτι μόνο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐναντιώνεται στὴ βούληση -ὄχι ἁπλῶς τοῦ κυρίαρχου μὰ καὶ- τῶν πολλῶν: Αὐτὸ ποὺ διακρίνει τὸν ἄνθρωπο εἶναι

«ἡ ἱκανότητά του νὰ ἐναντιώνεται στὴ βούληση τοῦ συνόλου»

Τὸ παραπάνω δὲν θα ἔπρεπε νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἔκφραση ἀτομικισμοῦ. Γιατὶ στὸ ἴδιο ἔργο ὁ Κονδύλης ἀπορρίπτει τὸν ἀτομικισμὸ ὡς ἐξηγητικὴ ἀρχὴ τῆς κοινωνίας ὅπως καὶ τὴ διάκριση ἄτομο-κοινωνία. Τὸ παραπάνω πρέπει, συνεπῶς, νὰ ἰδωθεῖ ὡς ἀπαραίτητη διευκρίνιση γιὰ τὰ ὅρια καὶ τὶς σχέσεις ἀνθρώπου-ζώου, ἕνα ζήτημα ποὺ περιστασιακὰ κι ἔμμεσα ἀπασχολεῖ τὸν Κονδύλη ὅταν λ.χ. τονίζει ὅτι ἡ βούληση γιὰ ἰσχὺ εἶναι ἀποκλειστικὰ ἀνθρώπινη ἰδιότητα.

(Η)

Μποροῦμε νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν ἄποψη τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη γιὰ τὴν ἐλεύθερη θέληση. Ὁ Κονδύλης πιστεύει ὅτι ἡ φιλοσοφικὴ ἀποδοχὴ ἢ ἀπόρριψη τῆς ἐλευθερίας τῆς βούλησης δὲν ἔχει σημασία· ὁ θεληματικὸς χαρακτήρας μιᾶς πράξης εἶναι διάφορος τῆς ὕπαρξης αἰτιῶν γι’ αὐτήν. Ἐπίσης, ἀπορρίπτει τὸ τυχαῖο μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι αὐτὸ συνιστᾶ μιὰ ἁλυσίδα αἰτιῶν ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι βλέπουν ἢ προσέχουν μόνο ὁρισμένους κρίκους της, ἐνῶ παράλληλα ἀπορρίπτει κάποιον κοινωνικὸ ντετερμινισμὸ ὑποστηρίζοντας ὅτι στὴ φύση ὑπάρχουν νόμοι κι αἰτιότητες, στὴν κοινωνία αἰτιότητες ἀλλὰ ὄχι νόμοι. Στὸ Πολιτικὸ καὶ ὁ Ἄνθρωπος 1α, σελ. 230-232, γράφει:

«Ἡ φιλοσοφικὴ ἀποδοχὴ ἢ ἀπόρριψη τῆς ἐλευθερίας τῆς βούλησης δὲν ἔχει καμμιὰ ἀπολύτως σημασία γιὰ τὴν κοινωνιολογικὴ καὶ τὴν ἱστορικὴ ἐρευνητικὴ πρακτικὴ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ἡ αἰτιώδης ἔννοια τοῦ τυχαίου, κάνει περιττὴ μιὰ ἀναγωγὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς βούλησης καὶ τοῦ πράττειν στὴν κυριαρχία τοῦ τυχαίου μέσα στὴν ἱστορία… Η ἱστορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἔρευνα πρέπει νὰ σταματάει μπροστὰ σὲ ἐκεῖνο τὸ κατώφλι ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ πέρα τίθεται τὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς βούλησης. …αὐτὸ εἶναι ἔτσι κι ἀλλιῶς σαφές. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορικὴ ἀνακατασκευὴ τῆς ἀτομικῆς δράσης πρέπει νὰ σταματάει ἔξω ἀπὸ τὸ ἱερὸ στὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀναγκαιότητας. Αὐτὸ ποὺ ἐδῶ μπορεῖ νὰ φαίνεται σὰν ἐλεύθερη ἐπιλογὴ καὶ ἀντίστοιχα ἐλεύθερη πράξη τοῦ δρῶντος στὴν ἱστορία, ἀποτελεῖ στὴν πραγματικότητα μιὰ προβολὴ τῶν ἐναλλακτικῶν δυνατοτήτων δράσης, ὅπως τὶς ἀντιλαμβάνεται ὁ ἱστορικὸς στὴν ἑκάστοτε κατάσταση, στὸν κόσμο τῶν παραστάσεων τοῦ δρῶντος καθὼς καὶ μιὰ ἀποκατεστημένη ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ σύνδεση τοῦ ἐξωτερικοῦ τρόπου δράσης τοῦ δρῶντος μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ράξη τῆς ἐπιλογῆς ἀνάμεσα στὶς δθῆθεν ὑφιστάμενες ἐναλλακτικὲς δυνατότητες. […] Ἔτσι μπορεῖ καὶ πρέπει ὁ ἱστορικὸς ἢ ὁ δρῶν, ὡς ἱστορικὸς τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ ἀντιληφθεῖ καὶ νὰ παρουσιάσει τὴ δράση τοῦ δρῶντος ὡς ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σὲ δυνατότητες, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν γνωρίζει καὶ δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ πεῖ ἂν αὐτὴ ἡ ἐπιλογὴ ἦταν ἢ δὲν ἦταν ἐλεύθερη· ἂν εἶναι πεπεισμένος γιὰ τὸ ἀντίθετο, ἁπλῶς ἐμμένει στὴν προαναφερόμενη ὀπτικὴ ἀπάτη. Αὐτὸ γίνεται πιὸ κατανοητὸ ἂν ἀναλογισθοῦμε τὴν περίπτωση στὴν ὁποία ὁ δρῶν ἐνεργεῖ λιγότερο ἢ περισσότερο «ἀνελεύθερα», λόγου χάρη ὑπὸ τὴν ἐπίδραση μιᾶς ψυχαναγκαστικῆγς ἰδέας, καὶ παραταῦτα μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα σὲ περισσότερες δυνατότητες: Ἀπὸ παθολογικὸ μίθσος ὁδηγεῖται κανεὶς στὴ δολοφονία, καὶ ὅμως μὲ ψυχρὴ ὀρθολογικότητα ἐπιλέγει τὸν πιὸ σκόπιμο τρόπο δράσης καὶ τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ μέσον. Ὁ ἱστορικὸς μπορεῖ νὰ ἀνακαλύψει τὸ κίνητρο καὶ νὰ ἐκτιμήσει τὴ σκόπιμη ὀρθολογικότητα τῆς δράσης, δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει ὅμως νὰ πεῖ τίποτε σχετικὰ μὲ τὸ ἐρώτημα ἂν ὁ δράστης ἦταν ἢ δὲν ἦταν «προορισμένος» ἀπὸ τὸ κίνητρό του ἢ τὴ βιοψυχική του σύσταση νὰ διαπράξει τὴ δολοφονία. Ἡ ἐλευθερία ὅσον ἀφορὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιχείρησης ἢ παράλειψης μιᾶς πράξης διαφέρει ἀπὸ τὴν ἐλευθερία σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἐκτέλεσής της. Ὁ θεληματικὸς χαρακτήρας μιᾶς πράξης εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη αἰτιῶν γι’ αὐτὴ τὴν πράξη. Καὶ ἡ ὕπαρξη αἰτιῶν γιὰ τὴν πράξη εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν ὑπαγωγιμότητα αὐτῶν τῶν αἰτιῶν στὴν ἀναγκαιότητα ἑνὸς (βιοψυχικοῦ) νόμου. Καὶ ἔτσι ἐπανερχόμαστε στὴ θεμελιώδη διάκριση μεταξὺ νόμου καὶ αἰτιότητας».

(Θ)

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπινου γένους χάρη στὸν πολιτισμό, ὁ Κονδύλης ἀποδέχεται κατὰ κάποιον τρόπο τὴν διαφορὰ μεταξὺ τῆς διαχείρισης τῶν φυσικῶν καταστάσεων στὸν πολιτισμὸ καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτόν, δηλαδὴ ἕναν συγκριτικὸ βαθμὸ ἐλευθερίας, ὡστόσο δὲν δέχεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς συνιστᾶ ἀπόλυτη ἐλευθερία ὡς πρὸς τὴν φύση, οὔτε ὑπερνίκηση τῆς φύσης, καὶ δὲν δέχεται ὅτι ἡ μετάβαση στὸν πολιτισμὸ ἦταν ζήτημα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς (Τὸ Πολιτικὸ καὶ ὁ Ἄνθρωπος, 1α, σελ. 289-290):

« ἐλευθερία [στὸν πολιτισμὸ] κατὰ λάθος συγχέεται μὲ τὸν πραγματικὰ ἀνοιχτὸ καὶ εὔπλαστο χαρακτήρα τοῦ πολιτισμοῦ ἢ παράγεται ἀπὸ αὐτόν. Ὁ ἀνοιχτὸς καὶ εὔπλαστος χαρακτήρας τοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὴν παράλληλη ὕπαρξη ἢ τὴ διαδοχὴ περισσότερων πολιτισμῶν, δὲν ὑφίσταται πέρα ἀπὸ τοὺς αἰτιώδεις καθορισμοὺς στὴ φύση καὶ τὴν ἱστορία, καὶ θὰ ἦταν σκέτος παραλογισμὸς νὰ τὸν ἑρμηνεύσουμε ὡς ὑπέρβασή τους»

 καὶ

«Λογικὰ καὶ ἀντικειμενικὰ [ὁ πολιτισμὸς] θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς τεκμήριο γιὰ τὴν ἠθικὴ καὶ ὀντικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου μόνον ἂν ἤδη ἡ γένεσή του ἀναγόταν σὲ μιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἂν ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας του εἶχε σταθεῖ ὅπως ὁ μυθικὸς Ἡρακλῆς σὲ ἕνα σταυροδρόμι καὶ μετὰ ἀπὸ ὥριμη σκέψη εἶχε ἀφήσει κατὰ μέρος ἄλλες δυνατότητες γιὰ νὰ πάρει τὸν δρόμο τοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν εἶχε ὅμως ἄλλες δυνατότητες ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν τῆς ἐξαφάνισης τοῦ εἴδους. […] Δὲν ἔχει τὴν ἐλευθερία νὰ μεταχειρίζεται τὸν πολτισμὸ ἐπιλεκτικά, ὅπως δὲν ἦταν καὶ στοὺς ἀρχέγονους χρόνους ἐλεύθερος νὰ διατηρήσει μιὰ φύση πρὶν ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ ἢ ὅπως καὶ τώρα νὰ ἀκυρώσει τὸν πολιτισμό».

Στὸ ἴδιο σημεῖο ἐπανέρχεται σὲ ἕνα ζήτημα ποὺ ἀνέφερε ἤδη στὰ 1977: στὴν ἀπόρριψη τῆς ἰδέας ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι κάτι ἠθικό-κανονιστικό (βλ. τὴν ἀναφορὰ στὸν πραξικοπηματία καὶ τὸν ἐγκληματία).

Συνοψίζοντας

1) Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης δεν εἶναι φιλόσοφος – διαπρύσιος κήρυκας τῆς Ἐλευθερίας, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀρνητῆς της.

2)  Ἡ ἐλευθερία εἰδικὰ στὴν ἀρνητική της ἔννοια (ἀγώνας γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἕναν ἐξουσιαστὴ ἢ μιὰ κατάσταση) δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατανοητὴ ἠθικὰ καὶ κανονιστικά, γιατὶ ἱστορικὰ παραδείγματα δείχνουν ὅτι ἐπιδιώκεται καὶ ἐπιτυγχάνεται ἀπὸ τύπους ἀνθρώπων ποὺ μόνο ἐπιθυμητοὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς «κήρυκες τῆς Ἐλευθερίας».

3) Θεωρεῖ τὴν ἐλευθερία ὡς δυνατότητα γιὰ ἄρνηση συμμόρφωσης μὲ τὸν κυρίαρχο ἢ τὴν πλειονότητα καὶ εἰδικὰ στὴν δεύτερη περίπτωση ὡς ἰδιαίτερο ἀνθρωπολογικὸ στοιχεῖο.

4) Ἡ ἱστορικὴ-κοινωνιολογικὴ ἔρευνα δὲν μπορεῖ νὰ διαπιστώσει ἀναδρομικὰ τὴν ἐλευθερία ἢ ἀνελευθερία τῆς ἀτομικῆς κ.ἄ. δράσης παρὰ πρέπει νὰ σταματᾶ στὸ κατώφλι τέτοιων ἐρωτημάτων. Ὡστόσο,

5) Ἐπειδὴ στὴν κοινωνία δὲν ὑφίστανται νόμοι ἀλλὰ αἰτιότητες ἐνῶ παράλληλα τὸ τυχαῖο πρέπει νὰ γίνεται ἀντιληπτὸ ὡς μὴ γνωστὴ αἰτιότητα, ὁ θεληματικὸς χαρακτήρας μιᾶς πράξης δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ὕπαρξη αἰτιῶν γι’ αὐτήν.

6) Τὸ ἀνθρώπινο γένος δὲν εἶναι ἐλεύθερο ὑπεράνω τῆς φύσης οὔτε ὁ πολιτισμὸς καταργεῖ τὴ φύση, ἀλλὰ ἐπιτρέπει τὴν ἀντιμετώπιση καὶ τὴν διαχείριση τῶν καταστάσεών της μὲ περισσότερους τοῦ ἑνὸς τρόπους. Ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς δὲν ὑπόκειται στὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς  τόσο κατὰ τὴν ἐμφάνισή του στὴ γῆ ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὴν περίπτωση ἐξαφάνισής του (δὲν εἶναι στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπορρίψει τὸν πολιτισμό).

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες and tagged , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ἡ ἐλευθερία

  1. Παράθεμα: Τὰ χαϊδεμένα παιδιά | Χρονογραφίες

  2. Παράθεμα: Ντετερμινισμὸς χωρὶς ἀνάγκη | Χρονογραφίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s