Ἡ ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς ἄραβες Μουσουλμάνους (31-7-904)

10514527_761912647198973_6366351237598175269_n

Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς Ἅλωσης τοῦ 904 τοῦ Ἰωάννη Καμενιάτη. Μετάφραση: Χάρης Μέσσης

Κεφάλαιο 35

Οἱ βάρβαροι…μόλις εἰσῆλθαν στὴν πόλη, σκότωσαν ἀμέσως ὅσους περιφέρονταν ἀκόμη στὰ τείχη, εἴτε γιατὶ εἶχαν τρομοκρατηθεῖ καὶ δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ κινηθοῦν, παραλυμένοι καθὼς ἦταν ἀπὸ τὸ φόβο, εἴτε γιατὶ εἶχαν τραυματιστεῖ πέφτοντας, καὶ εἶχαν χάσει κάθε ἐλπίδα νὰ διαφύγουν. Στὴ συνέχεια [οἱ βάρβαροι] σκορπίστηκαν στοὺς δρόμους

36.

Οἱ ἀσυγκράτητοι θρῆνοι ὅλων γέμιζαν τὸν ἀέρα μὲ μιὰ συγκεχυμένη βοή, ὅπως συνέβαινε μὲ πρόβατα ἐπὶ σφαγὴν ποὺ βελάζουν ὅλα μαζί. Κάποιοι [Θεσσαλονικεῖς] κατευθύνονταν στὰ σπίτια τους, ἄλλοι προτιμοῦσαν τοὺς δρόμους. Κάποιοι ἔτρεχαν στοὺς ἅγιους ναούς, ἄλλοι ἔσπευδαν νὰ φτάσουν στὶς πύλες τῆς πόλης. Ἄλλοι ἀκόμη ἤθελαν νὰ ἀνέβουν στὰ τείχη, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ καταφέρουν

37

Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ρίχτηκαν ἀσυλλόγιστα ἀπὸ τὸ τεῖχος καὶ εἴτε πέθαναν ἐξαιτίας τῆς πτώσης εἴτε συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους ποὺ τριγύριζαν στὴν περιοχή

39.

Μόλις οἱ βάρβαροι εἰσχώρησαν, μοιράστηκαν στὴν πόλη καὶ ἄρχισαν ἀμέσως νὰ σκοτώνουν πρόσωπα κάθε ἡλικίας καὶ φύλου.

Ἡ πόλη, ποὺ μέχρι τότε ἦταν πυκνοκατοικημένη καὶ πολυάνθρωπη, βρέθηκε σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα χωρὶς κατοίκους. Ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ κατευθύνθηκε στὴν ἄνω πόλη καὶ συγκεντρώθηκε στὸ χῶρο ποὺ ὀνομάζουμε Ἀκρόπολη […]

Μιὰ ἄλλη μερίδα τοῦ πληθυσμοῦ ἔσπευσε πρὸς τὶς δύο δυτικὲς πύλες τῆς πόλης, μὲ ἕναν καὶ μόνο σκοπό, νὰ ἀποφύγει τὰ χτυπήματα τοῦ ξίφους. Δὲν κατόρθωσαν ὅμως τίποτε περισσότερο. Οἱ βάρβαροι εἶχαν στηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες. Ἐπιπλέον δυσκολεύονταν νὰ τὶς διαβοῦν ἐπειδὴ στριμώχνονταν καὶ ὁ μεταξύ τους συνωστισμὸς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ φράξει ἡ ἔξοδος.

40.

Τί συμφορὰ συνέβη κοντὰ στὴ Χρυσὴ Πύλη! Πῶς τὸ πλῆθος ποὺ ἔτρεξε ἐκεῖ προσπάθησε νὰ τὴν ἀνοίξει, ἀλλὰ ἀπέτυχε στὴν προσπάθειά του! Μόλις ἄρχισαν νὰ ἀνοίγουν τὰ δύο φύλλα τῆς πύλης, ὁ ὄγκος τοῦ πλήθους ποὺ ἔσπευδε τὴν ἔκανε νὰ ξανακλείσει. Οἱ σκληροί τους ἐχθροὶ τοὺς ξάφνιασαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ δὲν τοὺς σκότωσαν ἕναν πρὸς ἕναν, ἀλλὰ βρίσκοντάς τους στριμωγμένους, ἐγκλωβισμένους καὶ χωρὶς δυνατότητα διαφυγῆς, τοὺς χτυποῦσαν κατακέφαλα μὲ τὰ σπαθιά. Τὸ χτύπημα χώριζε στὰ δύο τὸ κεφάλι ὅποιου βρισκόταν μπροστά τους καὶ τὰ κομμάτια ἔπεφταν ἀπὸ ἐδῶ κι ἀπὸ κεῖ. Τὰ σώματα μετὰ τὸ θάνατο δὲν ἔπεφταν στὴ γῆ, ἀλλὰ κρατιόντουσαν ὄρθια, στηριγμένα ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα σώματα, μέχρι ποὺ ὅλοι σκοτώθηκαν.

Thessaloniki_Golden_Gate_Daumet

Ἡ Χρυσὴ Πόλη, στὴ σημερινὴ πλατεία Βαρδαρίου. Κατεδαφίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὴ δεκαετία τοῦ 1870

54.

Γίναμε μάρτυρες στὸ δρόμο διαφόρων φοβερῶν καὶ παράξενων γεγονότων. Τὰ πτώματα τῶν ἀνθρώπων κείτονταν καὶ αἱμορραγοῦσαν ἀκόμη παρέχοντας θέαμα τρομακτικό. Ἦταν ἄνθρωποι κάθε ἡλίκίας καταδικασμένοι μὲ τὴν ἴδια ἀπόφαση νὰ σφαγοῦν καὶ νὰ στερηθοῦν ἐπιπλέον τὴν ταφή. Τὸ κρασὶ ἦταν χυμένο στοὺς δρόμους, σχημάτιζε ρυάκια ὅπου ἀνακατωνόταν μὲ τὸ αἷμα τῶν σφαγμένων καὶ μεθοῦσε τὴ γῆ τῆς πόλης. Στὸ δρόμο κοιτάζαμε μήπως ἀνακαλύψουμε τυχαῖα ἀνάμεσα στὰ πτώματα φίλους ἢ γνωστούς μας. Τοὺς δείχναμε θρηνώντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον σιωπηλά. Δὲν εἴχαμε τὴν πολυτέλεια νὰ τοὺς κλάψουμε οὔτε νὰ τοὺς ἀπευθύνουμε κατάλληλα λόγια στὸ ὄνομα τῆς παλιᾶς μας φιλίας…Ἡ σκέψη μας ἐπαναρχόταν γρήγορα στὴ δική μας κατάσταση

60.

Κατόπιν διέταξε τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν πλοίων νὰ ἐπιβιβάσουν ἀπὸ τὸ πλῆθος ἀρχικὰ τοὺς πιὸ νέους, ἀγόρια καὶ κορίτσια, ὄχι σύμφωνα μὲ τοὺς δεσμοὺς τῆς συγγένειας, ἀλλὰ ἀνάκατα […] Γιὰ τοὺς περισσότερους ἦταν ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ὀμορφιὰ ποὺ τοὺς στοίχισε φοβερὲς δοκιμασίες.

  1. [στάση στὴν Κρήτη]

Οἱ βάρβαροι ἔκριναν ἀρχικὰ σωστὸ νὰ ἀναμειχθεῖ τὸ πλῆθος τῶν δυστυχισμένων, ἔτσι ὥστε ὅσοι εἶχνα οἰκογενειακοὺς δεσμοὺς μεταξύ τους νὰ μπορέσουν νὰ ξαναβρεθοῦν γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά. Οἱ αἰχμάλωτοι…φώναζαν, μήπως ξαναβροῦν τυχαῖα ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους τους …Οἱ δυστυχισμένες γυναῖκες μὲ λυμένα τὰ μαλλιὰ τριγύριζαν παντοῦ, κοιτάζοντας ὁλόγυρα μὲ δακρυσμένα μάτια ποιὸ ἀπὸ τὰ παιδιά τους θὰ ἔβλεπαν πρῶτο. Τὰ παιδιὰ μὲ τὴ σειρά τους, ὅσα εἶχαν γλιτώσει ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῆς θάλασσας, θρηνοῦσαν ἔτσι ὅπως μούγκριζαν γοερὰ τὰ μοσχαράκια, ὅταν ἀπομακρύνπονται ἀπὸ τὴ θηλὴ τῆς μητέρας τους,…καὶ περιπλανιόντουσαν μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἐκτοπισμένων καλώντας τὶς μητέρες τους

Τί νὰ πεῖ όμως κανεὶς γιὰ τὶς ἄλλες, αὐτὲς τῶν ὁποίων τὰ παιδιὰ εἶχαν χαθεῖ στὰ κύματα καὶ δὲν γνώριζαν τί εἶχε συμβεῖ; Τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴ φυσικὴ ὀδύνη ποὺ τὶς συγκόνιζε…Γιὰ τὸ πῶς δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ σταθοῦν πουθενὰ καὶ τριγύριζαν ἄσκοπα, παρασυρμένες ἀπὸ τὴν παράλογη ὁρμὴ τῆς ὀδύνης τους….Ἐπαναλάμβαναν τὰ ἴδια γιὰ δυὸ ἢ καὶ τρεῖς ἡμέρες, ὥσπου κάποιοι ποὺ τὶς γνώριζαν τοὺς ἀνακοίνωναν ποιὸ ἦταν τὸ τέλος τῶν προσώπων ποὺ αὐτὲς ἀναζητοῦσαν, ὅτι δηλαδὴ τὶς περισσότερες φορὲς τὰ παιδιά τους ὑπῆρξαν θύματα τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.

Advertisements
This entry was posted in Άραβες, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες, Ρωμανία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s