Βυζάντιο καὶ ἀρχαία γραμματεία (μικρό)

Μιὰ μικρὴ παρατήρηση σὲ σχέση μὲ τὴν ἐπίδραση τῆς ἀρχαίας παιδείας στοὺς μεσαιωνικοὺς Ρωμιούς.

Ὁ Μάνγκο σὲ κάποιο βιβλίο του ἀναρωτιέται πῶς γίνεται οἱ Βυζαντινοὶ νὰ ἀντέγραφαν τὰ ἀρχαία συγγράμματα ἀλλὰ νὰ μὴν καταλάβαιναν τίποτε ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τους καὶ νὰ τὰ ἔβλεπαν ὡς ἁπλὸ βοήθημα γιὰ τὴ γραμματικὴ παιδεία τους ἢ τὴ ρητορική.

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ ἀντιβυζαντινὰ ἐπιχειρήματα ἢ ἀπορίες. Γιατί οἱ Βυζαντινοὶ δὲν ἔγιναν οὑμανιστὲς ὅπως στὴν Ἰταλία; Δὲν λαμβάνει ὅμως κάποια πράγματα, τόσο σχετικὰ μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς σκέψης ὅσο καὶ μὲ τὴν ἰδέα τοῦ οὑμανισμοῦ.

Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ δὲν λαμβάνεται ὑπόψη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἐξέλιξη τῆς σκέψης. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἐξέλιξη τῆς βυζαντινῆς σκέψης, γιὰ τὴν ὁποία ἔγραψε βιβλίο ὁ Τατάκης. Ἐννοῶ γιὰ τὴν διάκριση μεταξὺ ρητορικῆς καὶ φιλοσοφίας. Ἡ διάκριση αὐτὴ ἀφενὸς ὑποκρύπτει ἕναν πλατωνικὸ ἀντισοφιστικισμό, ἀφετέρου ἦταν ξεπερασμένη.

Ὑποκρύπτει ἕναν «πλατωνικὸ ἀντισοφιστικιμό», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ Πλάτων καταπολεμοῦσε τοὺς σοφιστές, οἱ ὁποῖοι ἦταν -καὶ- σχετικιστές, δὲν πίστευαν δηλαδὴ ὅτι ἡ φιλοσοφία ταυτίζεται μὲ κάποιο συγκεκριμένο φιλοσοφικὸ περιεχόμενο. Οἱ ἀπόψεις τους εἶναι ρητορεία σκέτη, λόγια τοῦ ἀέρα, σοφιστεῖες, ὑποστήριζε ἀντιθέτως ὁ Πλάτωνας. Ἀλλὰ ἔτσι καταργοῦσε τὴ φιλοσοφικὴ ὑφὴ καὶ νομιμότητα κάθε ἐπιχειρήματος, καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ τέλος, κάθε γνώμη βασίζεται σὲ μιὰ αὐθαίρετη ἀντίληψη ἡ ὁποία γιὰ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ παρουσιάζεται ρητορικὰ καὶ λιγότερο ἢ περισσότερο πειστικά. Ὅπως ἔλεγε ὁ Πρωταγόρας, γιὰ κάθε ἐπιχείρημα ὑπάρχει ἕνα ἀντεπιχείρημα, καὶ ποτὲ δὲν σταματᾶ ἡ ἀλληλουχία αὐτή. Δὲν κατανοῶ γιατί ἡ ρητορικὴ δηλαδὴ ἡ τέχνη νὰ παρουσιάζεις ἔτσι ἢ ἀλλιῶς τὸ κάθε πράγμα διαφέρει ἀπὸ τὴ φιλοσοφία, ποὺ παρουσιάζει ἔτσι ἢ ἀλλιῶς τὸ κάθε πράγμα. Ἔτσι, ἀκόμη κι ἂν ἐσφαλμένα θεωροῦσε κάποιος ὅτι δὲν ὑπάρχει βυζαντινὴ σκέψη, ἡ ἴδια ἡ ρητορικὴ συνιστᾶ σκέψη καθὼς ἐπιλέγει νὰ παρουσιάσει τὸ Α κι ὄχι το Β μὲ τὸν Χ κι ὄχι μὲ τὸν Ψ τρόπο.

Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ μεσαιωνικοὶ Ρωμιοὶ δὲν εἶχαν -ὅπως οὔτε κι ἐμεῖς ἔχουμε- καμμία ὑποχρέωση νὰ εἶναι πλατωνικοί, καὶ εἶχαν κάθε δικαίωμα νὰ ἐπιλέγουν ἀπὸ τὴν ἀρχαία γραμματεία τὴ ρητορικὴ ἀντὶ τῆς φιλοσοφίας καθαυτῆς (ἄσχετα ἂν ἀντέγραψαν ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Πλάτωνα).

Ἐπιπλέον, τέτοια διάκριση φιλοσοφίας-ρητορικῆς ἦταν ξεπερασμένη ἀπὸ τὰ πράγματα πολὺ πρὶν τὸν Κωνσταντίνο. Οἱ ρήτορες (ἡ δεύτερη σοφιστικὴ) δὲν ἦταν οὔτε ἀπαίδευτοι οὔτε ἀνελλήνιστοι οὔτε μὴ Ἕλληνες. Ὡστόσο, δὲν συνέχισαν τὴν φιλοσοφία ἀλλὰ τὴ ρητορική. Τὴ ρητορικὴ γιὰ ἕνα σωρὸ πράγματα ἄσχετα μὲ τὴ φιλοσοφία. Ἀπὸ λόγους γιὰ παρελάσεις, λόγους ἐνώπιον τῆς βουλῆς ἡ ὁποία δὲν εἶχε κανέναν δημοκρατικὸ ρόλο καὶ λόγο, λόγους ὑπὲρ τῶν αὐτοκρατόρων, λόγους δικαστικοὺς καὶ ἄλλα ζητήματα. Οἱ μεσαιωνικοὶ Ρωμιοὶ δὲν ἀνακάλυψαν τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς ρητορικῆς οὔτε ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἐκτόπισαν τὴ φιλοσοφία ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ ἐνδιαφέροντος. Αὐτὸ εἶχε γίνει ἤδη τὸν 2ο μ.Χ. αἰώνα.

Ἔχουμε, ἐν τέλει, νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴ γνωστὴ ἀμάθεια τοῦ ἀντιβυζαντινοῦ, ὁ ὁποῖος κρίνει τοὺς μεσαιωνικοὺς Ρωμιοὺς ὄχι μὲ βάση τὸν 3ο, 2ο καὶ 1ο αἰ. μ.Χ. ἀλλὰ μὲ βάση τὸν 5ο, 4ο καὶ 3ο αἰ. π.Χ. Τέτοια κρίση εἶναι ἀνιστορική, δηλαδὴ δὲν θέλει νὰ ξέρει τί ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ ἕνα φαινόμενο γιὰ τὸν πολὺ ἁπλὸ λόγο ὅτι τὰ κίνητρά της δὲν εἶναι ἐπιστημονικὰ ἢ ἔστω ἀντικειμενικά, ἀλλὰ πολεμικά. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ ὁποιαδήποτε σύγκριση τῆς Ρωμανίας μὲ τὸ παρελθόν της: Ἐσφαλμένα (ἀλλὰ συχνὰ μὲ ἐπίγνωση τοῦ σφάλματος) δὲν συγκρίνεται ἡ Ρωμανία μὲ τὸ ἄμεσο παρελθὸν καὶ προϊστορία τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας, τέχνης, κράτους, θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων κ.λπ., ἀλλὰ μὲ μιὰ ἐποχὴ ἕξι ἕως ὀκτὼ αἰῶνες παλαιότερη τοῦ 4ου αἰ. Τέτοια κριτικὴ θὰ ἔχει πάντα ἐπιτυχία στὸ σχετικὸ κοινὸ γιατὶ ἔχει ὡς αἴτιο ὕπαρξής της τὴν πολεμικὴ καὶ τὸ μίσος (τί εἶναι πιὸ διεγερτικὸ ἀπὸ αὐτά), ἀλλὰ σὲ ἐπιστημονικὸ ἐπίπεδο ἢ σὲ ἐπίπεδο ἀντικειμενικῆς κρίσης δὲν θὰ ἀξίζει τίποτε, ποτέ.

Τὸ δεύτερο πράγμα ἀφορᾶ τὴν ἴδια τὴ μυθολογία περὶ οὑμανισμοῦ. Κι ἐδῶ ἔχουμε δυὸ ζητήματα: Ἀφενὸς οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἦταν οὑμανιστές, ἀφετέρου δὲν σὲ κάνει ἀπαραίτητα οὑμανιστὴ ἡ γραμματεία τους -ἀκόμη κι ἂν ἔχεις τὶς διανοητικὲς δυνατότητες γιὰ νὰ γίνεις.

Ἔτσι, οἱ Ἀρχαῖοι τῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας δὲν ἦταν οὑμανιστὲς γιατὶ ἁπλούστατα δὲν ἦταν ἀνθρωποκεντρικὸ τὸ κοσμοσύστημά τους. Ἂς ἀφήσουμε, φυσικά, κατὰ μέρους τὴ συζήτηση γιατί νὰ πρέπει νὰ ἐπιλέγουμε τὴν κλασικὴ ἐποχὴ ἀντὶ λ.χ. τῆς ἑλληνιστικῆς, οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἦταν ἀνθρωποκεντρικοί. Κέντρο τοῦ κόσμου τους δὲν ἦταν τὸ ἄτομο κι ὁ Ἄνθρωπος, ἦταν ἡ Φύση καὶ ἡ Πόλις. Οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν «ἀνθρώπινα δικαιώματα». Ὑπῆρχε μιὰ συμπαντικὴ-κοσμικὴ τάξη Λόγου-Δίκης ἄτεγκτη κι ἀνελέητη γιὰ ἀνθρώπους καὶ θεούς. Τὸ ζήτημα ἦταν πῶς θὰ ἐναρμονιστεῖ καθένας μὲ αὐτήν, κι ὄχι πῶς θὰ προστατεύσουμε τὸν καθένα ἀπὸ τὴν κοσμικὴ αὐτὴ τάξη. Μόνο ἂν πιστέψουμε -λανθασμένα- ὅτι οἱ πρόγονοι τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἀναγέννησης, ἦταν οἱ Ἀρχαῖοι, θὰ ἀναζητήσουμε τὸν νεωτερικὸ οὑμανισμὸ στοὺς τελευταίους οὕτως ὥστε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Βυζαντινοὺς ὅτι δὲν ἦταν οὑμανιστὲς «ὅπως οἱ Ἀρχαῖοι καὶ οἱ Νεωτερικοί».

Ἀλλὰ αὐτό, δηλαδὴ ἡ παραπάνω παρανόηση-παρεξήγηση, δὲν εἶναι τὸ κυριότερο. Τὸ κυριότερο εἶναι τὰ περὶ οὑμανισμοῦ στὴν ἀρχαία φιλοσοφία. Ὁ Πλάτων, ἡ μελέτη τοῦ ὁποίου ἄρχισε στὴν ἀναγεννησιακὴ Ἰταλία μὲ τὴ βοήθεια ἑλλήνων Πλατωνικῶν, ἀναφέρει πολλὰ οὑμανιστικὰ γιὰ τὴν ἐξόντωση τῶν μὴ ἀρτιμελῶν βρεφῶν, γιὰ τὴν κοινοκτημοσύνη τῶν γυναικῶν κι ἀνδρῶν, γιὰ τὴ δουλεία τῶν βαρβάρων, γιὰ τὴν ἄτεγκτη πολιτικὴ ἱεραρχία στὴν ἱδανικὴ πολιτεία. Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς ὁ Ἐπιτάφιος καὶ οἱ Τραγικοί, ἀλλὰ ὁ πρῶτος δὲν ἐκφράζει κάποιον οὑμανισμὸ μὲ τὴν ἔννοια τῆς συμπόνοιας κι ἀνθρωπιᾶς πέρα ἀπὸ σύνορα καὶ κατηγορίες ἀνθρώπων, κοινωνικῆς δικαιοσύνης γιὰ ὅλους κ.λπ. παρὰ τὴν ἀπαίτηση γιὰ πολιτικὴ ἰσότητα μεταξὺ τῶν ἐλεύθερων ἀνδρῶν σὲ μιὰ πόλη (οἱ ἐκτὸς πόλης θεωροῦνται σχεδὸν μὴ ἀνθρώπινα ὄντα), ἐνῶ οἱ δεύτεροι δὲν ἐξέφραζαν τὶς κυρίαρχες ἀντιλήψεις.

Ὑποτίθεται ὅτι οἱ μεσαιωνικοὶ Ρωμιοὶ θεωροῦσαν τὴν ἀρχαία γραμματεία καὶ φιλοσοφία ὡς ἁπλὴ προπαιδεία γιὰ νὰ κατανοήσουν τὴν ἀνώτερη τῆς θύραθεν σκέψης, τὴν θεολογία. Κάτι τέτοιο δὲν προκύπτει παρὰ μόνο ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τῶν Πατέρων. Ἀλλὰ αὐτὲς δὲν ἐφαρμόζονταν, ἦταν εὐσεβεῖς πόθοι. Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ μέλη τῆς κρατικῆς γραφειοκρατίας στὴ Ρωμανία ἦταν ἐξαιρετικὰ ἀρχαιομαθεῖς μὲ σκοπὸ τῆς μόρφωσής τους τὴν ὑπηρεσία πρὸς τὸ κράτος, δίχως νὰ εἶναι ταυτοχρόνως ἐξέχοντες θεολόγοι καὶ δίχως νὰ ἐντρύφησαν στὴν ἀρχαία γραμματεία μὲ σκοπὸ κατόπιν νὰ κάνουν θεολογικὲς ἔρευνες ἢ σπουδές. Εἶναι ὁ Σοφιστής, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ὁ Μπέκ, στὸν ὁποῖο κακῶς ἐπιτίθεται ὡς αἴτιο τῆς βυζαντινῆς παρακμῆς ὁ Ζιάκας καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξη δὲν θέλουν οὔτε κἂν νὰ ἀκοῦν ὅσοι θέλουν ἕνα Βυζάντιο ἀποκλειστικὰ χριστιανικὸ (μὲ τὴ χειρότερη σημασία τοῦ ἐπιθέτου χριστιανικὸς) ὥστε νὰ τὸ μισοῦν μὲ τὴ δικαιολογία αὐτήν. Αὐτὸ ποὺ ἴσχυε στὴ Ρωμανία, ἡ ἀπαγόρευση σὲ χριστιανοὺς νὰ ἀποδέχονται μὴ χριστιανικὲς ἀπόψεις τῶν Ἀρχαίων ἢ κανενὸς ἄλλου (πράγμα ἀπόλυτα φυσιολογικό), δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸν παραπάνω εὐσεβὴ πόθο οὔτε τὸν συνεπάγεται. Εἶναι ἄλλο πράγμα ὅτι ἕνας χριστιανὸς ἔπρεπε νὰ πιστεύει μόνο σὲ χριστιανικὲς ἀπόψεις κι ἄλλο ἡ ἀβάσιμη ἄποψη πὼς ὁ χριστιανὸς τῆς Ρωμανίας δῆθεν σπούδαζε τὶς ἐξωχριστιανικὲς ἀπόψεις ἁπλῶς γιὰ νὰ ἐντρυφήσει καὶ νὰ κατανοήσει τὶς χριστιανικές -γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι οἱ ἐξωχριστιανικὲς ἀπόψεις τὶς ὁποῖες σπούδαζε εἶχαν ὄχι μόνο κοινὰ σημεῖα μὲ τὶς χριστιανικὲς ἀλλὰ καὶ μεγάλες διαφορές, κι ὡστόσο διδάσκονταν στὰ ρωμαίικα σχολεῖα.

Συνοψίζοντας

Ἀφοῦ α) οἱ μεσαιωνικοὶ Ρωμιοὶ δὲν «ἀντιμετώπιζαν τὴν φιλοσοφία ὡς ἁπλὴ προπαιδεία γιὰ τὴ θεολογία», β) οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἦταν «οὑμανιστές», καὶ γ) ἡ ρητορικὴ στὴ Ρωμανία ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν 2ο αἰώνα δὲν ἦταν ἄρνηση τῆς φιλοσοφίας ἀλλὰ ἕνα εἶδος της, τότε πῶς μποροῦν νὰ ἰσχύουν οἱ ἀπόψεις ὅτι «οἱ Βυζαντινοὶ δὲν καταλάβαιναν τίποτε ἀπὸ ὅσα διάβαζαν ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους»;

Εἶναι ἁπλό: ὄχι μόνο δὲν ἰσχύουν ἀλλὰ οἱ ἐκπρόσωποι τέτοιων ἀπόψεων ἐπαναλαμβάνουν ἔμμεσα τὴν ἀξίωση ἰδιοποίησης τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας ἀπὸ τὴ Δύση. Μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ Δύση πρώτη καὶ μόνη μετὰ τὸν 3ο μ.Χ. αἰώνα ἀνακάλυψε τοὺς Ἀρχαίους καὶ ἀντιλήφθηκε τὴν σωστὴ ἑρμηνεία ὅσων εἶπαν.

Φυσικά, δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἀρνηθοῦν τὸ δικαίωμα στὴν ὕπαρξη τῆς δυτικῆς ἑρμηνείας τῶν Ἀρχαίων. Ἀλλὰ παρόμοιο, ἰσότιμο δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ βυζαντινὴ πλευρά. Ἂν ὄχι γιὰ κάτι ἄλλο, τουλάχιστον λόγω τῆς τεράστιας ποικιλίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἀρχαία σκέψη.

This entry was posted in φιλοσοφίες, Αρχαιότητα, Δυτικοί, Δύση, Ρωμανία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s