Ὁ Καστοριάδης καὶ ἡ ἀντίφαση.

Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντιχριστιανικά του ξεσπάσματα ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης λέει πὼς μὲ τὸ Χριστιανισμὸ ἔχουμε τὸ βασίλειο τῆς ὑποκρισίας: Ὅλοι λ.χ. εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ πρῶτος στὸ χριστιανικὸ ναὸ κάθεται ὁ βασιλάς, ἔπειτα οἱ εὐγενεῖς, στὸ τέλος ὁ λαός. Ὁ Χριστιανισμὸς ἄλλα λέει κι ἄλλα κάνει. Ἔπειτα, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς θέτει στὸν ἄνθρωπο τόσο μεγάλες ὑποχρεώσεις, πέρα ἀπὸ τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρωπίνως δυνατοῦ, ἀλλὰ προβάλλοντας ὡς ψεύτικη «ἀπόδειξη» λιγοστοὺς μὴ «κανονικοὺς» ἀνθρώπους (ἐρημίτες κ.λπ.) πείθει σημαντικὸ τμῆμα τῶν ἀνθρώπων ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις τὶς ὁποῖες τοὺς θέτει εἶναι πραγματοποιήσιμες καὶ ὄχι ἀδύνατες.

Ὑπὸ μία ἔννοια δὲν ἔχει ἄδικο. Ὁ ἰουδαιο-Χριστιανισμὸς θὰ μποροῦσε νὰ συμπληρώσει κάποιος, ἐφηῦρε τὴν ὑποκρισία. Πῶς; Μὲ τὸ νὰ θέσει τέτοιου μεγέθους ὁράματα ὡς κοινωνικὸ δέον. Οἱ Ἀρχαῖοι, ἀντίθετα, δὲν εἶχαν τέτοια προσδοκία. Μέγιστη ἐλπίδα τους ἦταν ὅτι θὰ ζήσουν «κατὰ φύσιν» ὥστε νὰ μὴν ὑποστοῦν τὶς συνέπειες τῆς Ὕβρης.

Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὁ Καστοριάδης ξεχνᾶ δυὸ πράγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ἡ συνέπεια λόγων καὶ ἔργων δὲν εἶναι πάντα κάτι Καλό. Ὁ ἴδιος διαπιστώνει ὅτι οἱ ἀσιάτες δεσπότες καὶ οἱ Ναζὶ δὲν ἦταν ὑποκριτές, ἔπρατταν αὐτὸ τὸ ὁποῖο διακήρυσσαν. Κι ἔχει δίκαιο, ὅτι ὄντως ἔτσι γινόταν· ἀλλὰ ποιὸς θὰ ἀπέδιδε στοὺς Ναζὶ μιὰ ἀνώτερη ἠθικὴ ποιότητα ἐπειδὴ οἱ πράξεις τους ὡς πρὸς τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης δὲν ἀντιφάσκουν σὲ σχέση μὲ τὶς σκέψεις τους; Ἡ συνέπεια καὶ ἡ μὴ ἀντιφατικότητα-ὑποκρισία δὲν εἶναι ὕψιστο ἠθικὸ ἀξίωμα, εἶναι ἁπλῶς ὕψιστο φιλοσοφικὸ ἀξίωμα.

Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι ὁ Καστοριάδης ξεχνᾶ ὅλη του τὴν ἀντίληψη γιὰ τὸ Τραγικό. Τί εἶναι τραγικὸ γιὰ τὸν Καστοριάδη; Τὸ ὅτι ὅ,τι κάνει καὶ λέει ὁ ἄνθρωπος ἅπαξ καὶ δημοσιευτεῖ, ἅπαξ καὶ ξεφύγει ἀπὸ τὸ στόμα του, δὲν τοῦ ἀνήκει πλέον· δηλαδή, εἴτε γίνεται ἀντικείμενο διαφορετικῆς ἑρμηνείας καὶ ἰδιοποίησης ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους (συχνὰ τοὺς ἰσχυροὺς) εἴτε γενικότερα χάνει τὴν σημασία ποὺ ὁ ἴδιος τοῦ ἀπέδιδε καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἀνεπιθύμητα ἀποτελέσματα, εἴτε, τέλος, ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἀντινομία καὶ ὀδυνηρὴ ἀντίφαση μεταξὺ τοῦ Ἐγώ. Τὴν ἀντίληψη καὶ ὕπαρξη αὐτὴ τοῦ Τραγικοῦ εἶναι πρόθυμος νὰ τὴν ἀναγνωρίσει σὲ καθένα ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ καθένα φιλόσοφο ἀλλὰ ὄχι στοὺς χριστιανούς· εἶναι μάλιστα ἀπρόθυμος νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶχε, ἀρχικὰ τουλάχιστον, ἀναγνωρίσει τὴν ἐσωτερικὴ ἀντινομία τοῦ ἀνθρώπου («τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμο» κ.λπ.). Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ συναίσθηση αὐτὴ τῆς ἀντίφασης, ὑποκρισίας κ.λπ. συνήθως μόνο θεατρινίστικα γίνεται καὶ διακηρύσσεται στὸ Χριστιανισμό. Ἀλλὰ εἴτε γίνεται εἴτε ὄχι ἀντιληπτή, ἡ τραγικότητα ὑπάρχει σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ σὲ κάθε κοσμοεικόνα. Φυσικά, δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξή της μὲ τὴ ρομαντικὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία ἔχουμε κατὰ νοῦ τέτοιες καταστάσεις.

Ἐξάλλου, ὅταν μπαίνει κανεὶς στὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἐχθροῦ του ξεχνᾶ νὰ τὴν λάβει ὁλόκληρη ὑπόψη του. Ὅπως ὁ Χριστιανισμὸς ἔκανε λάθος ὅταν πίστευε ὅτι γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους δίχως Θεὸ ὅλα ἐπιτρέπονταν» γιατὶ ἔτσι ἀπαξίωνε ἢ δὲν θεωροῦσε πραγματικὴ τὴν πιθανότητα ἡ κανονιστικὴ σκέψη νὰ διοχετευθεῖ σὲ μὴ θρησκευτικοὺς ἀγωγοὺς καὶ νὰ φτιάξει μιὰ ἀνεκτὴ κοινωνικὴ κανονικότητα, ἔτσι κι ὁ Καστοριάδης κρίνει τὴν χριστιανικὴ ὑποκρισία κι ἀντιφατικότητα (τὴν θέση ὁραμάτων καὶ ἀπαιτήσεων τὰ ὁποῖα ξεπερνοῦν τὶς δυνατότητες τοῦ 99% τῶν ἀνθρώπων) χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπόψη τὸ συνολικὸ χριστιανικὸ κοσμοσύστημα γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ ἔλλειψη τῆς ἀνθρώπινης δυνατότητας νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ χριστιανικὲς ἀπαιτήσεις ἀναπληρώνεται ἀπὸ τὸ Θεὸ εἴτε πραγματικὰ εἴτε ὡς ἀπουσία δικανικῆς διάθεσης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ὅσο παράλογη φαίνεται στὸν Καστοριάδη ἡ ἄποψη ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχει εὐχάριστη, ἀνεκτὴ κι ὑποφερτὴ χριστιανικὴ κοινωνικὴ κανονικότητα παρ’ ὅλη τὴν συναίσθηση ἀντιφατικότητας, ὑποκρισίας ἢ ἀνημποριᾶς ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν (ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Κ. δὲν πιστεύει στὸν φανταστικὸ φίλο τῶν χριστιανῶν), ἄλλο τόσο παράλογη φαίνεται στοὺς χριστιανοὺς ἡ ἄποψη ὅτι ὑφίσταται εὐχάριστη, ἀνεκτὴ κι ὑποφερτὴ ἄθρησκη κοινωνικὴ κανονικότητα (ἀκριβῶς ἐπειδὴ γιὰ τοὺς χριστιανοὺς φαίνεται ἀντιφατικὴ ἡ ταυτόχρονη ἀποδοχὴ τῶν θέσεων «τίποτε δὲν γίνεται ἀπὸ τὸ τίποτε», «ἡ ζωὴ προέρχεται ἀπὸ τὴ ζωή», καὶ «τὸ ὀργανικὸ κάποτε προῆλθε ἀπὸ τὸ ἀνόργανο», «τὸ σύμπαν ὑπῆρχε ἀπὸ πάντα», ἀντίστοιχα) παρ’ ὅλη τὴν ἄθρησκη διαβεβαίωση ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντικειμενικὴ ἠθικὴ ἀξία καὶ κανένα ἀντικειμενικὸ νόημα τῆς ζωῆς ποὺ νὰ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα προτεινόμενα νοήματα (π.χ. τὸ τζιχαντιστικὸ ἢ τὸ ναζιστικό).

Ἀλλὰ ἡ Ἀντίφαση εἶναι ἕνα ἄλλο ὄνομα γιὰ τὴ ζωή. Ὅπως γράφει κάπου στὴν ἀρχὴ τοῦ Ἰσχὺς καὶ Ἀπόφαση, ὁ Κονδύλης, καθένας ἄνθρωπος τακτοποιεῖ τὸ σύνολο τοῦ ἄμορφου κόσμου καὶ τῶν πραγμάτων ἔτσι ὥστε ὄχι μόνο νὰ ὑπάρχει ἱεραρχία ἀλλὰ καὶ κάποια πράγματα νὰ μετατρέπονται σὲ «μὴ πράγματα». Κι ἔτσι, ὅ,τι στὸν ἕνα φαίνεται σημαντικὸ γιὰ τὸν ἄλλο ἦταν ἀπὸ πάντα ἀνύπαρκτο. Ἡ ἀντίφαση ἔχει νόημα νὰ ἀνιχνεύεται ὄχι ἁπλῶς ὡς εὐκαιρία γιὰ καταγγελία, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοῦμε πότε καὶ γιατί ἐμφανίζεται.

Ἄλλωστε, μόνο ὁ βλάκας μαθαίνει ἀπὸ τὰ λάθη του. Ὁ ἔξυπνος μαθαίνει ἀπὸ τὰ λάθη τῶν ἄλλων.

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες, θρησκεία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s