Εἰκόνα σου εἶμαι κοινωνία, καὶ σὲ βιάζω

Δὲν τὸ ἤξερα ἀπὸ πάντα. Καταλογίστε το μου. Ποιὸς σκέφτηκε τὸ ἐκπληκτικὸ σύνθημα «εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω«. Ἡ Γαλάτεια Καζαντζάκη στὸ ποίημά της Ἁμαρτωλό.

Σύνθημα ποὺ ἀφοροῦσε, βέβαια, τὰ βάσανα μιᾶς πόρνης. Ἀλλὰ ποὺ κατάντησε φθηνή (σὰν πόρνη) δικαιολογία κάθε γελοίου ποὺ ἀπολογεῖται γιὰ τὴν ἀσχήμια καὶ τὸ ἐμετικὸ τῆς τέχνης του γνωρίζοντας (ὁ πονηρὸς καὶ γελοῖος) ὅτι στὴ σημερινὴ κοινωνία ἄλλος ὁρισμὸς γιὰ τὴν τέχνη δὲν γίνεται ἀποδεκτὸς παρὰ ὁ «ὅ,τι παρουσιάζεται ὡς τέχνη, μὲ ἀξίωση νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ὡς τέχνη».

Ἂς φανταστῶ τώρα μιὰ τέχνη στὴν ὁποία ὑποκλίνεται ὁ κάθε «καλλιεργημένος» Ἀριστερός, ἀκόμη κι ὁ -μορφωμένος, φυσικά- ἀναρχικός: Τὴν κλασσικὴ ἀρχαιοελληνικὴ τέχνη. Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὑποκλίνεται εἶναι ἀφενὸς τὸ ἀντιχριστιανικὸ μίσος, ἀφοῦ δογματίζει ὅτι ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἀρχαιότητα, τὴν ἀμεσοδημοκρατία καὶ τὴν τέχνη της δὲν θὰ μποροῦσε νὰ υἱοθετηθεῖ ὡς ἀντίληψη ἀπὸ ἕναν χριστιανό, ἀφετέρου γιατὶ ἔχει σχηματίσει μιὰ εἰδυλλιακὴ εἰκόνα γιὰ τὴν ἀρχαία κοινωνία. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ὅμως εἶναι μιὰ ἐπινόηση. Ὑπῆρχε δουλεία, ἀποκλεισμὸς τῶν γυναικῶν, τὸ κράτος εἶχε κρατικὴ θρησκεία, καὶ στὴν πραγματικότητα εἶχε τὴν ἀπαίτηση νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς θρησκεία τὸ ἴδιο, ὡς κάτι ἱερό, ἐνῶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι ἡ ζωὴ δὲν εἶχε κανένα νόημα κι ἀξία παρὰ ἐκεῖ κατοικοῦσαν βάρβαροι ἢ ἐχθροί. Οἱ ταξικὲς ἀντιθέσεις ὑπῆρχαν, φυσικά. Καὶ ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν ἔχει σταματημό.

Λοιπόν, παρὰ ταῦτα, ἡ τέχνη τῆς ἐποχῆς δὲν εἶναι εἰκόνα τῆς κοινωνίας. Δὲν ἀντικατοπτρίζει ὅλα ὅσα προανέφερα, δὲν κάνει μνεία σὲ αὐτά.

Ἂς τὸ ἐπισημάνουμε λοιπόν: Δὲν ὑπάρχει καμμία μαθηματικῆς φύσης ἀναλογία, ἀντιστοιχία, ἐξίσωση τέχνης καὶ κοινωνίας. Ἡ χαλαρὴ ἀντιστοιχία τέχνης-κοινωνίας εἶναι τόσο γενικὴ ὥστε νὰ ἐπιτρέπει καλλιτεχνικὰ ἀριστουργήματα σὲ ἐποχὲς σκληρὲς ἢ ἐποχὲς βαρβαρότητας. Εἶναι τόσο χαλαρὴ ἀντιστοιχία ὥστε νὰ μὴν προκύπτει τίποτε δεδομένο. Κοντολογίς, πρόκειται γιὰ μιὰ κουτσουρεμένη κι ἀκρωτηριασμένη ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο: στὴν Χ περίπτωση καθένας ἢ οἱ περισσότεροι θὰ ἀντιδράσουν μὲ τὸν Ψ τρόπο. Ὅμως, σὲ μιὰ ἄγρια ἐποχὴ μπορεῖ νὰ γίνει κανεὶς ἄγριος ἢ συμπονετικός. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐλευθερίας νὰ γίνει μηδενιστὴς καὶ καλοπερασάκιας ἢ νὰ τὴν ἀξιοποιήσει γιὰ τοὺς ὑψηλοὺς συλλογικοὺς στόχους του. Ἀκόμη καὶ ἡ συλλογικὴ ἀγριότητα ἢ συμπόνοια δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἀγριότητας τῆς ἐποχῆς.

Ἀντί, λοιπόν, νὰ κρύβονται στὶς κατακόμβες τῆς ἄσχετης μὲ αὐτοὺς ποίησης γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν κατάντια τῆς τέχνης τους, ἂς σταματήσουν νὰ πιστεύουν ὅτι εἶναι -στὰ σοβαρά- καλλιτεχνικὰ ἑτεροκαθοριζόμενα νευρόσπαστα.

Advertisements
This entry was posted in τέχνη and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s