Ἐνάντια στὴ δικτατορία τοῦ «Κάνω»

Πόσες λέξεις ἔχουν πάψει νὰ χρησιμοποιοῦνται ἐξαιτίας τοῦ «κάνω», ποὺ νομίζουμε ὅτι χρησιμεύει γιὰ ὅλες τὶς δουλειὲς καὶ τὰ νοήματα ποὺ θέλουμε νὰ ἐκφράσουμε!

Ἕνας ὡραῖος κατάλογος μὲ τὶς λέξεις ποὺ μπορούμε νὰ χρησιμοποιήσουμε ἀντὶ τοῦ «κάνω»:

ακολουθώ, αναγκάζω, αναδεικνύω, ανακατεύω, αναλαμβάνω (καθήκοντα / ρόλο / χρέη κ.ά.), ανεβάζω, αντιστοιχώ, αξίζω, απασχολούμαι, απευθύνω, αποδίδω, αποκά(μ)νω, αποπειρούμαι / αποπειρώμαι, αρμόζω, ασθενώ, ασκώ + επάγγελμα / καθήκον κ.λπ., ασχολούμαι με, βγάζω, βολεύω, γεννάω / γεννώ, γεννοβολώ, γίνομαι (προσωρινά), δημιουργώ, διαμένω, διανύω, διαπράττω, διατελώ, διατιμώμαι, διατρέχω, διεκπεραιώνω, διενεργώ, διεξάγω, διοργανώνω, διορίζω, δουλεύω, δρω, είμαι άρρωστος, είμαι + ιδανικός / ικανός / καμωμένος για / κατάλληλος / πρόσφορος / ταμάμ / φτιαγμένος για κ.λπ., εκλέγω, εκπληρώ, εκπληρώνω, εκπονώ, εκτελώ, εκτιμούμαι, εκτιμώμαι, εκφράζω, εμποιώ, ενδείκνυμαι / ενδεικνύομαι, ενεργώ, εξαναγκάζω, επαγγέλομαι, επιδεικνύω, επιτελώ, επιφέρω, επιχειρώ, εργάζομαι, ετοιμάζω, εφαρμόζω, ζω, ηττούμαι / ηττώμαι, θέτω, θλίβομαι, ιδιάζω, καθαρίζω, καθιστώ, καλύπτω, κάμνω, κά(μ)νω + απόπειρα / πράξη / προσπάθεια, καταβάλλομαι, καταβάλλω, καταντώ, καταπίνω, καταπονούμαι, κατασκευάζω, κατασταίνω, κατεβάζω, κατευθύνομαι, κατοικώ, κινούμαι (προς), κολλάω / κολλώ, κοπανάω / κοπανώ, κοστίζω, κοστολογούμαι, κουράζομαι, κρατάω / κρατώ, κτίζω, λειτουργώ, λούζω, λοχεύω, μαγειρεύω, μαθαίνω, μαστορεύω, μένω, μετακινούμαι (προς), μεταποιώ, μετατρέπω σε, μεταφορφώνω σε, μετέρχομαι, μιμούμαι, μοιράζω, μου παίρνει, μπαίνω, οδηγώ, ολοκληρώνω, οργανώνω, ορίζω, παίζω, παράγω, παραδίδω / παραδίνω, παραθερίζω, παρακολουθώ, παρασκευάζω, παριστάνω, πάσχω, πάω, περνάω / περνώ (το χρόνο μου), περπατάω / περπατώ, πηγαίνω, πλάθω, πληρώ + τα κριτήρια / τις απαιτήσεις / τις προϋποθέσεις κ.λπ., ποιώ, πραγματοποιώ, πράττω, πρέπω, προβαίνω σε, προετοιμάζω, προκαλώ, προξενώ, προσήκω, προσιδιάζω, προσπαθώ, προσποιούμαι, προσφέρομαι, προχωράω / προχωρώ + σε, ράνω, σ(ι)ά(χ)νω, σερβίρω, σημειώνω, σκαρώνω, σπουδάζω, σπρώχνω, στέκομαι, στεναχωριέμαι / στενοχωρούμαι, στοιχίζω, στρίβω (προς), συμμετέχω σε, συμπληρώνω, συμφωνώ, συνάδω, συνθέτω, συντάσσω, ταιριάζω, τελειώνω, τελώ, τηρώ, τίκτω, τιμούμαι / τιμώμαι, τιμολογούμαι, τραβάω / τραβώ, τρέχω, υλοποιώ, υπηρετώ, υποβάλλω, υποδύομαι, υποκρίνομαι, υποπίπτω σε, υποχρεώνω, φέρνω σε κατάσταση, φέρνω στον κόσμο, φέρομαι, φέρω εις πέρας, φ(τ)ιά(χ)νω, φκειάχνω, χρειάζομαι, χρηματίζω, χρησιμεύω, χτίζω, χωράω / χωρώ, ωφελώ

Advertisements
This entry was posted in γλώσσα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s