Νικηφόρος Φωκᾶς (†10-12-969). Τρία ποιήματα

Νικηφόρος Φωκᾶς (2/7/963-10/12/969), ὁ ἀπελευθερωτὴς τῆς Κρήτης καὶ τῆς Κύπρου

10846417_833036110086626_5864319801090049977_n

Καλλίνικος καὶ -ὅπως τὸ παραθέτει ὁ Λιουτπράνδος ὅτι λεγόταν στὴν Κωνσταντινούπολη- ὁ Λευκὸς / Ὠχρὸς Θάνατος τῶν Σαρακηνῶν (pallida Saracenorum mors).

Φωκάς

1970495_833030833420487_492706023539770463_n

οἱ Μουσουλμάνοι καῖνε ζωντανὸ τὸν πατριάρχη Ἱεροσολύμων καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ Πανάγιου Τάφου, κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ Νικηφόρου

 

10368195_833031296753774_3919985661936884409_n

Ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Φωκᾶ (). Ἀπὸ τὸ χειρόγραφο τῆς Χρονογραφίας τοῦ Σκυλίτζη

Τρία βυζαντινὰ ποιήματα γιὰ τὸν Νικηφόρο Φωκᾶ (†10-12-969)

(Α) Τοῦ Ἰωάννη Γεωμέτρη
Τίνας ἂν εἴποι λόγους ὁ ἐν ἁγίοις βασιλεὺς κυροῦς Νικηφόρος, ἀποτεμνομένων τῶν εἰκόνων αὐτοῦ.

Ναὶ κεφαλὴν ἀπέκερσαν ἐμήν, ξίφος ἥρπασαν δ’ ἀρχήν,
ἀνδροφόνῳ παλάμῃ κοίρανος ἐσκοτίεις.
εἰς τί καὶ εἰκόσιν ὁ φθόνος ἂ πάθος αἷσιν ἀνάσσειν,
κἂν Φάλαριν τίς ἐᾶ, κἂν Ἐχέτου μανίοις.
ἀλλ’ ἄγ’ ἐμὰς στήλας τίς ἀϊστώσειει μεγαίρων
εὐγενέτιν Κρήτην, Κύπρον ἀριπρεπέα,
Ταρσὸν ἀμαιμακέτην Κιλίκων πτολίεθρα κλιθέντα,
τείχεα τ’ Ἀντιόχου, ἄστεα τ’ Ἀσσυρίων,
Πέρσας, Φοίνικας, Ἄραβας, ἔθνεα μυρία γαίης
πάνθ’ ὑπόειξεν ἐμῷ δουρὶ κραδαινομένῳ.
τίς τάδε σιφλώσειεν; ἀνάσσετε; ἔρρετε τοίχοις.
αὐτὰρ ἐγὼ χώραις καὶ κραδίαις γράφομαι

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ‘κοψε κι ἀνδροφόνος
Τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιὸ μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
Τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴν λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
Καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
Τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τὶς πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιὸς θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει
(μτφ: Γιῶργος Βαρθαλίτης)

1503825_833036850086552_5730548954047623393_n

(Β) Τοῦ Ἰωάννη, μητροπολίτη Μελιτηνῆς, στὴ λάρνακά του

Τὸν ἀνδράσι πρὶν καὶ τομώτερον ξίφους
πάρεργον οὗτος καὶ γυναικὸς καὶ ξίφους.
ὃς τῷ κράτει πρὶν γῆς ὅλης εἶχε κράτος,
ὥσπερ μικρὸς γῆς μικρὸν ᾤκησε μέρος.
τὸν πρὶν σεβαστόν, ὡς δοκῶ, καὶ θηρίοις,
ἀνεῖλεν ἡ σύγκοιτος ἓν δοκοῦν μέλος.
ὁ μηδὲ νυξὶ μικρὸν ὑπνώττειν θέλων
ἐν τῷ τάφῳ νῦν μακρὸν ὑπνώττει χρόνον.
θέαμα πικρόν. ἀλλ’ ἀνάστα νῦν, ἄναξ,
καὶ τάττε πεζούς, ἱππότας, τοξοκράτας,
τὸ σὸν στράτευμα, τὰς φάλαγγας, τοὺς λόχους.
ὁρμᾷ καθ’ ἡμῶν Ῥωσικὴ πανοπλία,
Σκυθῶν ἔθνη σφύζουσιν εἰς φονουργίας,
λεηλατοῦσι πᾶν ἔθνος τὴν σὴν πόλιν,
οὓς ἐπτόει πρὶν καὶ γεγραμμένος τύπος
πρὸ τῶν πυλῶν σὸς ἐν πόλει Βυζαντίου.
ναί, μὴ παρόψει ταῦτα. ῥῖψον τὸν λίθον
τόν σε κρατοῦντα, καὶ λίθοις τὰ θηρία
τὰ τῶν ἐθνῶν δίωκε. δὸς δὲ καὶ πέτρας
στηριγμὸν ἡμῖν ἀρραγεστάτην βάσιν.
εἰ δ’ οὐ προκύψαι τοῦ τάφου μικρὸν θέλεις,
κἂν ῥῆξον ἐκ γῆς ἔθνεσιν φωνὴν μόνην.
ἴσως σκορπίσῃ ταύτῃ καὶ τρέψῃ μόνῃ.
εἰ δ’ οὐδὲ τοῦτο, τῷ τάφῳ τῷ σῷ δέχου
σύμπαντας ἡμᾶς· ὁ νεκρὸς γὰρ ἀρκέσεις
σῴζειν τὰ πλήθη τῶν ὅλων χριστωνύμων,
ὦ πλὴν γυναικὸς τὰ δ’ ἄλλα Νικηφόρος.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ὁ ἄντρας ποὺ ἦταν καὶ ἀπὸ ξίφος κοφτερότερος
Αὐτὸς παιχνίδι ἔγινε καὶ ξίφους καὶ γυναίκας.
Αὐτὸς ποὺ μὲ τὴ δύναμη ὅλη τὴ γῆ κρατοῦσε
ὡσὰν μικρὸς κατοίκησε σὲ ἕνα μέτρο γῆς.
Αὐτὸν ποὺ τὸν ἐτρέμανε, πιστεύω, τὰ θηρία,
τὸν σκότωσε ἡ σύζυγος, κι ἂς ἦτανε δικός της.
Αὐτὸς ποὺ δὲν τὸ ἤθελε τὴ νύχτα νὰ κοιμᾶται
στὸν τάφο του αἰώνια τὸν ὕπνο θὰ χορτάσει.
Πικρὸ εἶναι τὸ θέαμα, μὰ ξύπνα βασιλιά μου,
Βάλε σὲ τάξη τοὺς πεζούς, ἱππότες καὶ τοξότες,
Βάλε μπροστὰ τὸ στράτευμα, τὶς φάλαγγες, τοὺς λόχους.
Γιατὶ ὁρμοῦν ἐπάνω μας οἱ Ρῶσοι ὁπλισμένοι,
τὰ ἔθνη τῶν Σκυθῶν λυσσομανοῦν γιὰ φόνους,
λεηλατοῦν τὴν Πόλη σου λαοὶ κάθε λογῆς,
αὐτοὶ ποὺ πρὶν φοβόντουσαν ἀκόμα καὶ ζωγραφιστὴ
νὰ δοῦνε τὴ μορφή σου στὶς πύλες τοῦ Βυζαντίου.
Ναι, μὴν παραβλέψεις ὅλα αὐτά. Ἀπόρριψε τὴν πλάκα
ποὺ σὲ κρατάει στὸν τάφο σου καὶ διῶξε μὲ τὶς πέτρες
θηρία τῶν ἐχθρικῶν ἐθνῶν. Δῶσε σὲ μᾶς καὶ στηριγμὸ
πάνω σὲ πέτρα ἀτράνταχτη κι ἀκλόνητο θεμέλιο.
Ἂν πάλι ἀπὸ τὸν τάφο σου νὰ βγεῖς ἔξω δὲν θέλεις,
βάλε τουλάχιστον κραυγὴ ἀπὸ τὴ γῆ στὰ ἔθνη.
Γιατὶ ἴσως ἔτσι μὲ φωνὴ σκορπίσουν καὶ λουφάξουν.
Ἂν δὲν μπορεῖς οὔτε κι αὐτό, δέξου στὸν τάφο σου
καὶ μᾶς ὅλους μαζί· γιατὶ νεκρὸς εἶσαι ἀρκετὸς
νὰ σώσεις πλήθη χριστιανῶν πολλῶν μαζί.
ἐσύ, ποὺ σὲ ὅλα –πλὴν τῆς γυναικός- ὑπῆρξες Νικηφόρος
(μτφ: Διονύσιος Μούσουρας)

10404454_833036963419874_7952358736894523870_n

(Γ) Ἀνώνυμου, ἀπὸ λειτουργία καὶ κανόνες σὲ μνήμη τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ (Byzantinische Zeitschrift )
Ὁ ταῖς νίκαις στεφθεὶς
τῆς νίκης ὡς ἐπώνυμος
βαρβάρων ὀφρὺν
καὶ θράσος ἐταπείνωσας˙
τροπαιοῦχος ἄριστος
κατ’ ἐχθρῶν ἐχρηματίσας, θεσπέσιε˙
διὰ τοῦτο σὲ πίστει αἰτούμεθα
μὴ παύσει πρεσβεύων
ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

10299964_833037050086532_1415700872186412412_n

Ἀπὸ τὴν Ἱστορία τοῦ Λέοντα Διάκονου (10ος αἰ.)
Ἡ ὄψη του:
Γ’, 8 «Το πρόσωπό του έκλινε μάλλον προς το μαυριδερό παρά προς το λευκό, τα μαλλιά του ήταν πυκνά και σκουρα· μαύρα τα μάτια του, γεμάτα από έγνοιες και φροντίδες, χωμένα πίσω από φρύδια παχιά. Η μύτη του δεν ήταν ούτε λεπτή ούτε χοντρή, τελειώνοντας απαλά σε κάποιο αετίσιο γύρισμα. Τα γένια του ήταν συμμετρικά, αραιά κάτω από το σαγόνι, όπου διακρινόταν το δέρμα του. το παράστημά του ήταν στρογγυλεμένο και στιβαρό, έχοντας το στέρνο και τους ώμους φαρδείς στο μέγιστο βαθμό, φανερώνοντας ρώμη και ανδρεία παρόμοια με εκείνη του θρυλικού Ηρακλή»

Κατὰ τὴν ἅλωση τοῦ Χάνδακα:
Β’, 7 «Οι Ρωμαίοι όμως ακολουθώντας τους εξολόθρευαν χωρίς έλεος· στο μεταξύ, όσοι είχαν απομείνει και όσοι δεν είχαν εξοντωθεί στη μάχη, πέταξαν τα όπλα και γονάτισαν σε ικεσία. Μόλις είδε αυτό το γεγονός ο στρατηγός [Νικηφόρος Φωκάς], κέντρισε το άλογό του και τρέχοντας γρηγορότερα, μπήκε ανάμεσά τους και προσπαθούσε να κατευνάσει την ορμή των στρατιωτών, επιχειρώντας να τους μεταπείσει να μην σκοτώνουν όσους παρέδιδαν τα όπλα ούτε να ορμούν με ωμότητα και ασπλαχνία εναντίον γυμνών και αόπλων ανθρώπων, λέγοντας ότι «είναι απανθρωπιά να σφαγιάζεις και να φονεύεις όσους παραδόθηκαν και προσκύνησαν, σαν να ήταν αντίπαλοι σε μάχη». Με τέτοια λόγια ο στρατηγός μόλις που κατόρθωσε να ανακόψει την ανελέητη ορμή των στρατιωτών»

Β’, 11 [μιλά ο Νικηφόρος Φωκάς] «…μεγάλωσα τα ρωμαϊκά σύνορα, ποτέ δεν έπραξα κάτι κακό εναντίον του δημοσίου, κατέστρεψα με τη φωτιά και το μαχαίρι την τεράστια χώρα των Αγαρηνών, κατερείπωσα συθέμελα πόλεις πυκνοκατοικημένες»

Ε’, 1 «..απέστειλε κήρυκες στον αρχηγό των Καρχηδονίων, πέμποντας ως δώρο το ξίφος του μαγαρισμένου και ασεβέστατου Μωάμεθ, το οποίο είχε πάρει ως λάφυρο από κάποιο φρούριο που κατέλαβε στην Παλαιστίνη»

Ε’, 3 «Τέτοιον ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία. Γιατί, αν η τύχη δεν τους σταματούσε με τη δολοφονία του και αν εκείνος ζούσε δεν θα υπήρχε κανένα εμπόδιο, στην επέκταση των συνόρων της επικράτειάς τους ώς την Ινδική»

Ε’, 8 «Εννοούσε να διατηρούν όλοι γενικώς την αρετή ανόθευτη και εννοούσε να μην παραχαράσσεται η αμεροληψία της δικαιοσύνης…Αν τα πράγματα ακολουθούσαν το δρόμο τους…θα πρόσφερε στεφάνια δόξας στην εξουσία των Ρωμαίων, τέτοια που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ».

Ἀπὸ τὴν Ἱστορία τοῦ Μιχαὴλ Ἀτταλειάτη (11ος αἰ.)

228. Και τώρα ακόμη διασώζεται [στην Κρήτη] ο λαμπρός ναός που κατασκεύασε. Τιμάται στο όνομα της Θεοτόκου και ονομάζεται του μαγίστρου, ενώ στο εσωτερικό υπάρχει παράσταση του Φωκά ως νικητή και τροπαιούχου, που απεικονίζει την κατάκτηση ενός τέτοιου νησιού ως απόδειξη της ανδρείας και της ευσέβειάς του. είδα και εγώ αυτό το έργο, όταν επισκέφθηκα το νησί.

229. Σὰν ἀσώματος ἄγγελος ἐξολόθρευσε χιλιάδες Ἄραβες στρατιῶτες καὶ ὑπόταξε πόλεις μὲ ἀμύθητα πλούτη, τὴν Ἀντιόχεια, τὴ Μελιτηνή, τὴν Ταρσό, τὴ Γερμανίκεια, τὶς Μόψου Κρῆνες, τὰ Ἄδανα καὶ ὅλες τὶς γύρω περιοχές, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθοῦν συνοπτικά

Ο Νικηφόρος Φωκάς, «Καταφέρεται δριμύτατα κατά της αυξήσεως της εγγείου ιδιοκτησίας του κλήρου και των μοναστηρίων, παρακινούμενος από τον αποτροπιασμόν του προς της απληστίας ωρισμένων εκκλησιαστικών κύκλων (Jus Graeco-Romanum I, 249-50) (…). Απαγορεύει την ίδρυσιν νέων μοναστηριών (Jus Graeco-Romanum, I, 251) επί πλέον δε την οπωσδήποτε παραχώρησιν γης εις μονάς, ευαγείς οίκους και επισκοπάς ή μητροπόλεις (JGR I, 251). Αφ’ ετέρου όμως επιτρέπει την ίδρυσιν λαυρών και κελλίων εις ερήμους εκτάσεις (JGR, I, 251) ως επίσης, αλλά μόνον κατόπιν αυτοκρατορικής γνώμης και δοκιμασίας την απόκτησιν απολύτως απαραιτήτων γαιών υπό των πολύ πτωχών μοναστηρίων ((JGR I, 253 κ.ε.)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, σ. 409).

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέφευγαν να ταυτίσουν τον εαυτό τους με τον Νόμο και «προτιμούν να χαρακτηρίσουν την αρχήν των ως έννομον επιστασίαν (1. Βλ. ν. 20 Νικηφόρου Φωκά: τους βασιλεύειν λαχόντας… ως εννόμους επιστασίας παρά των παλαιών νομοθετών επονομασθέντας»
(Χριστοφιλοπούλου Αικ., Βυζαντινή ιστορία, τ. Α’, σ. 117)

Ἀπὸ τὴ Χρονογραφία τοῦ Σκυλίτζη (11ος αἰ.)
«Κατέλαβε πάνω από εκατό πόλεις και φρούρια της Κιλικίας, της Συρίας και της Φοινίκης του Λιβάνου, εκ των οποίων τα μέγιστα και τα πιο σημαντικά ήταν η Ανάζαρβος και η Άδανα, η Μοψουεστία, η Ταρσός, το Παγράς, το Συννέφιον, η Λαοδίκεια και το Χαλέπ, όπως επίσης έφερε φόρου υποτελείς την Τρίπολη της Φοινίκης και τη Δαμασκό».

«Σταμάτησε ένα μέρος από τα τιμητικά δωράκια προς τη σύγκλητο, γιατί, όπως έλεγε, τα χρήματα δεν φτάνουν, όταν βρισκόμαστε σε εποχή πολέμου. Κατάργησε τελείως τις ενισχύσεις που είχαν ορισθεί εκ μέρους κάποιων βασιλέων να δίνονται σε οίκους ευαγείς και εκκλησίες. Κι έβγαλε νόμο να μην πλουτίζουν οι ναοί με ακίνητα».

Advertisements
This entry was posted in Άραβες, Ισλάμ, Ρωμανία, ιστορία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s