ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β’ (†15 Δεκεμβρίου 1025): Ἕνα ποίημα

Βουλγαροκτόνος

…Τοὺς ἔστησε ἐνέδρα ὁ [Βούλγαρος τσάρος] Ἰωάννης. Τὸ ἔμαθε ὁ βασιλιὰς καὶ πῆρε ἀμέσως τὸ ἄλογο, χωρὶς νὰ πεῖ ἄλλη κουβέντα ἐκτὸς ἀπὸ «Ὅποιος εἶναι μαχητής, ἂς μὲ ἀκολουθήσει», καὶ ἔφυγε ταχύτατα. Μόλις κατάλαβαν τὴν κίνηση οἱ σκοποὶ τοῦ Ἰωάννη, ἦλθαν μὲ φόβο στὸ στρατόπεδό του καὶ ἐγέμισαν δειλία καὶ ταραχή, χωρὶς τίποτα ἄλλο νὰ φωνάζουν παρὰ «βεζεῖτε, ὁ τζέσαρ»

(1) ἡ στάση του πρὸς τοὺς φτωχοὺς (Ἀλληλέγγυον):
«Κατὰ τὴν ἴδια ἰνδικτιώνα [1004] ἔβγαλε νόμο νὰ πληρώνουν οἱ Δυνατοὶ τοὺς φόρους ὅσων φτωχῶν εἶχαν χαθεῖ. Καὶ ὀνομάστηκε ἀλληλέγγυον τὸ  θέσπισμα αὐτό. Καὶ μολονότι ὁ πατριάρχης Σέργιος καὶ πολλοὶ ἀρχιερεῖς καὶ ἀσκητὲς τὸν παρακάλεσαν νὰ καταργήσει τέτοιο φόρο ἐπαχθὴ καὶ παράλογο, ὁ βασιλιὰς δὲν ἄκουσε κανέναν»

«Ἐπειδὴ ὁ βασιλιὰς Βασίλειος λυπόταν τοὺς φτωχούς καὶ δὲν εἰσέπραττε εγκαίρως τοὺς φόρους ποὺ χρωστοῦσαν στὸ δημόσιο, ἀλλ’ ἔδινε ἀναβολὴ καὶ ἄφηνε κάποιες ἡμέρες νὰ περάσουν μετὰ τὴ λήξη τῶν ὀφειλῶν, συνέβη, ὅταν πέθανε ἐκεῖνος, ἀκόμα νὰ οφείλονται οἱ φόροι δύο ἐτῶν»

« Πατριάρχης Σέργιος τὸν παρακάλεσε νὰ σβήσει τὸ ἀλληλέγγυο ὡς βασιλιὰς ποὺ μπῆκε νικητής –γιατὶ εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ τὸ ἔκανε αὐτὸ ἐὰν νικοῦσε τοὺς Βουλγάρους– ἀλλὰ δὲν τὸν κατάφερε».

«Ὁ βασιλιὰς ἐθέσπισε ἕνα νόμο [Νεαρὰ τῆς 1-1-996] ποὺ ἀπαγόρευε οἱ Δυνατοὶ ν’ αὐξάνουν τὴν ἰσχύ τους στὴν κατοχή τους ἔχοντας πολλὲς μαζὶ ἐκτάσεις». (Σκυλίτζης)῍

«Τὸ ἀλληλέγγυον τοῦ Βασιλείου ἦτο εἰδικώτερον μέτρον εισάγον πρόσθετον φορολογικὴν εὐθύνην τῶν Δυνατῶν ἔναντι τῶν «απολωλότων ταπεινῶν», τ.ἔ. ἔναντι τῶν πιπτόντων εἰς τὰς μάχας «ταπεινῶν» στρατιωτῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο προυκάλεσε σφοδρὰς διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῶν ενδιαφερόμενων, κινητοποιησάντων καὶ αὐτὸν τὸν πατριάρχην Σέργιον καὶ λοιπούς ἀρχιερεῖς καὶ ἀσκητάς, χωρὶς ὅμως αποτέλεσμα: ὁ αυτοκράτωρ αντιλαμβανόμενος τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ κοινωνικοῦ καὶ δημοσιονομικοῦ τούτου μέτρου παρέμεινεν ἀμετακίνητος εἰς τὴν ἀπόφασίν του» (Καραγιαννόπουλου Ἰ., στορία Βυζαντινοῦ Κράτους, τ. Β’, σ. 455).

«Ἡ  περίφημη Νεαρὰ τοῦ 996 κατήργησε κάθε προηγούμενη ὑποστήρηξι τῶν δικαιωμάτων τῶν Δυνατῶν, ποὺ εἶχαν παράνομα ἀποκτήσει τὰ κτήματα τῶν χωρικῶν καὶ ποὺ εἶχαν προσπαθήσει νὰ ἐπιτύχουν τὶς επιδιώξεις τους εἴτε μὲ δωροδοκίες εἴτε μὲ τὴν βία, προκειμένου νὰ γίνουν ὁριστικοὶ κάτοχοι ὅσων εἶχαν πάρει ἀπὸ τοὺς πτωχούς μὲ φαύλους τρόπους. Τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα εἶχαν πάρει οἱ Δυνατοὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ πρώτου διατάγματος τοῦ Ῥωμανοῦ, θὰ παρέμεναν στὴν ἐξουσία τους μόνον ἐφ’ ὅσον θὰ ἀπεδεικνύετο ἡ ἐπ’ αὐτῶν κυριότης τους μὲ ἔγγραφες ἀποδείξεις ἢ βάσει μαρτυριῶν πολλῶν μαρτύρων» (Ἀ. Βασίλιεφ, στορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας 324-1452, τ. Α’, σ. 432).

Ὁ Βασίλειος «ἀνεζωογόνησε τὸν νόμο ποὺ καθιστοῦσε ὑπευθύνους τοὺς πλουσίους γαιοκτήμονας γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων τῶν πτωχών, ἐφ’ ὅσον οἱ τελευταίοι δὲν μποροῦσαν νὰ τοὺς πληρώσουν» (Ἀ. Βασίλιεφ, στορία τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας 324-1452, τ. Α’, σ. 433).

«Ἀκυρώνει οιανδήποτε ἀγορὰν γῆς ἀνηκούσης εἰς «χωρίον κοινότητας» ἐκ μέρους Δυνατοῦ, ἀπὸ τοῦ 928 μέχρι τῆς 1.1. 996, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον αἴρων πάσαν σχετικὴν παραγραφήν (JGR, I, 265). Προκειμένου μάλιστα περὶ γαιῶν τοῦ δημοσίου, ἡ ἄρσις αὕτη τῆς παραγραφῆς ἀνατρέχει μέχρι τῶν χρόνων τοῦ Αυγούστου […] Εἰς ἄλλον σημεῖον τῆς Νεαρᾶς του ὁ Βασίλειος ἀπαγορεύει τὴν ἐπέμβασιν μητροπολίτου εἰς οιανδήποτε βυζαντινὴν κοινότητα πρὸς ἰδιοποίησιν τῶν ὑπὸ χωριτῶν ἐκεῖ ιδρυθέντων μονυδρίων, ἐκτὸς ἐὰν ταῦτα ἔχουν ἐν τῶ μεταξὺ πλέον τῶν 8 μοναχῶν» (Καραγιαννόπουλου Ἰ., στορία Βυζαντινοῦ Κράτους, τ. Β’, σ. 446).

(2) Ἡ τύφλωση τῶν Βουλγάρων στρατιωτῶν στὰ 1014

Ὁ Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος εἶναι «καταδικασμένος» νὰ μνημονεύεται μόνο ἀπὸ τοὺς σλαβοφάγους Ἕλληνες γιὰ τὴν τύφλωση κάποιων χιλιάδων στρατιωτῶν τοῦ Σαμουήλ στὰ 1014. Τὴν ἴδια -μὲ ἀρνητικὴ διάθεση- μνημόνευση κάνουν καὶ οἱ ἀντιβυζαντινοὶ Ἕλληνες. Ἔτσι, ὅμως ξεχνιέται ἡ τάση του νὰ συγχωρεῖ πολλοὺς ἀντιπάλους του. Σύμφωνα μὲ τὸν Σκυλίτζη ὁ Βασίλειος τιμωροῦσε μόνο τὴν ἀποστασία μόνο ὅταν αὐτὴ ἐπαναλαμβανόταν γιὰ δεύτερη καὶ τρίτη φορά:

α) Βάρδας Σκληρός: «[ὁ Βάρδας Σκληρός] ἀφοῦ πῆρε εγγυήσεις πὼς δὲν θὰ πάθει τίποτα κακό, κατέθεσε τὰ ὅπλα καὶ μὲ τὸν βασιλιὰ συνθηκολόγησε καὶ τὸν ἐτίμησε ὡς κουροπαλάτη».

β) Νικολιτζάς: «Στὰ Σέρβια ὁ βασιλιὰς πολέμησε γενναῖα. Τὸ φρούριο ἐκυρίευσε καὶ ὁ Νικολιτζάς αἰχμαλωτήσθηκε….Στὴ Βασιλεύουσα ἐπέστρεψε, μαζί του φέροντας καὶ τὸν Νικολιτζὰ ποὺ τὸν ἐτίμησε μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ πατρικίου. Ἀλλ’ ἀποδείχθηκε ἀσταθὴς στὸν χαρακτήρα, γιατὶ, ἀφοῦ ἀπέδρασε ἀπὸ ‘κεῖ, κρυφὰ ἔφθασε σῶος στὸν Σαμουήλ. Μαζί του ἐπῆγε ὕστερα στὰ Σέρβια καὶ τὰ πολιορκοῦσε.  Ἀλλὰ καὶ πάλι ἦλθε σὰν ἀστραπὴ ὁ βασιλιὰς καὶ τὴν πολιορκία ἔλυσε τῆς πόλης, ἐνῶ ἀπέδρασαν Νικολιτζὰς καὶ Σαμουήλ. Δὲν μπόρεσε ὁ ἄπιστος νὰ φθάσει μέχρι τέλους, γιατὶ σ’ ἐνέδρα ἔπεσε Ρωμαίων καὶ δέσμιος στὸν βασιλιὰ ὁδηγήθηκε. Ἐστάλθηκε στὴν Πόλη καὶ ρίφθηκε στὴν φυλακή».

γ) Δραξάνος: «Ὁ ἡγέτους τοῦ φρουρίου [τῶν Βοδενῶν] Δραξάνος, ἄνδρας πολεμιστής, ζήτησε νὰ ἐγκατασταθεῖ εἰς τὴν περιοχὴ Θεσσαλονίκης. Συμφώνησε ὁ βασιλιὰς καὶ ἔλαβε γυναίκα του τὴν θυγατέρα τοῦ πρώτου τῶν πρεσβυτέρων τοῦ ναοῦ τοῦ ἀθλοφόρου Δημητρίου κι ἀπέκτησε μαζί της δύο παιδιά. Ὕστερα τὸν συνέλαβαν νὰ θέλει ν’ ἀποδράσει, ἀλλὰ κατόπιν παρακλήσεων τοῦ πεθεροῦ του ἐλευθερώθηκε. Καὶ δεύτερη φορὰ ἐπῆγε ν’ ἀποδράσει καὶ πάλι ἐλεύθερος ἀφέθηκε. Ἀφοῦ ἀπέκτησε καὶ ἄλλα δύο τέκνα, τρίτη φορὰ ἀπέδρασε καὶ πιάσθηκε καὶ ἀνασκολοπίσθηκε».

δ) διάφοροι Βούλγαροι εὐγενεῖς:
«Κοντὰ στὴν Ἁδριανούπολη τὸν συναντοῦν ὁ ἀδελφὸς καὶ ὁ γυιὸς τοῦ περιβόητου Κρακρὰ καὶ τοῦ ἀναγγέλλουν ὅτι τοῦ παραδίδουν τὸ περίφημο φρούριο Πέρνινο καὶ ἄλλα ἀκόμη τριάντα πέντε. Ἀντάξια ἐτίμησε αὐτοὺς καὶ τὸν Κρακρά, ἀφοῦ τοὺς ἔκαμε πατρίκιους
[…]
Προσχώρησε καὶ ὁ Δραγομοῦζος προσφέροντας τὴν Στρούμβιτζα καὶ ἐτιμήθηκε ὡς πατρίκιος
[…]
Τὸν συνάντησε ἐπίσης καὶ ὁ Βογδάνος, ὁ τοπάρχης τῶν κάστρων ποὺ εἶναι παρά μέσα, καὶ ἐτιμήθηκε ὡς πατρίκιος
[…]
Ἦλθαν κοντὰ στὸν βασιλιὰ καὶ ἄλλοι μεγιστάνες τῶν Βουλγάρων, ὁ Νεστορίτζης, ὁ Λαζαρίτζης καὶ ὁ νέος Δοβρομηρός, μὲ τὰ δικά του τάγματα ὁ καθένας, καὶ ἔγιναν δεκτοὶ μ’ εὐγένεια καὶ μὲ βασιλικὲς τιμές. Ζητοῦν συνθηκολόγηση τότε ὁ Πορυσιανὸς καὶ τὰ δυό του ἀδέλφια [Ἀλουσιανὸς καὶ Ἀαρών], τοῦ Βλαδισθλάβου τὰ παιδιὰ ποὺ διέφυγαν στὸν Τμόρο κι ἀφοῦ πολιορκήθηκαν γιὰ χρόνο ἀρκετὸ…εξασφαλίζοντας ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τὶς εγγυήσεις καὶ ὑποσχόμενοι νὰ τοῦ παραδοθοῦν. Ὁ βασιλιὰς τοὺς ἀποκρίθηκε φιλάνθρωπα».

Ἄλλωστε, « βασιλιὰς Βασίλειος, ὅταν ἐπέβαλε δουλεία στοὺς Βουλγάρους, δὲν θέλησε καινούργιους φόρους νὰ ἐπιβάλει, οὔτε τὰ πράγματα καθόλου νὰ ἀλλάξει, ἀλλ’ ἄφησε τὴν ἴδια τὴν κατάσταση καὶ σὲ ἰσχὺ τὴ ρύθμιση ποὺ εἶχε  κάμει ὁ Σαμουήλ».

Δὲν χρειάζεται λοιπὸν κἂν νὰ προσφύγει κάποιος στὸν σχετικισμὸ καὶ νὰ διαπιστώσει ὅτι σὲ ἕνα παρατεταμένο πόλεμο πρὶν ἀπὸ 1000 χρόνια δὲν μποροῦν νὰ ἐφαρμοστοῦν τὰ σημερινὰ ἠθικὰ κριτήρια, ὥστε νὰ κρίνει συνολικὰ ἀπὸ μιὰ μόνο ἀπόφασή του τὸν Βασίλειο Β’.

(3) ΑΝΩΝΥΜΟΥ, στίχοι στὸν τάφο τοῦ Αὐτοκράτορα Βασίλειου Β’ Βουλγαροκτόνου (ἀκολουθεῖ μετάφραση):

Βουλγαροκτόνος τάφος

σαρκοφάγος στὸ βυζαντινὸ Ἕβδομον ποὺ πιθανολογήθηκε ὅτι ἀνῆκε στὸν Βασίλειο Β᾿. Σήμερα ἐξαφανισμένη

Ἄλλοι μὲν ἄλλῃ τῶν πάλαι βασιλέων

αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους,

ἐγὼ δὲ Βασίλειος, πορφύρας γόνος,

ἵστημι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου

καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων

οὓς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὓς ἐκαρτέρουν·

οὐ γάρ τις εἶδεν ἠρεμοῦν ἐμὸν δόρυ,

ἀφ’ οὗ βασιλεὺς οὐρανῶν κέκληκέ με

αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα·

ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπαντα τὸν ζωῆς χρόνον

Ῥώμης τὰ τέκνα τῆς Νέας ἐρυόμην

ὁτὲ στρατεύων ἀνδρικῶς πρὸς ἑσπέραν,

ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς ἕω,

ἱστῶν τρόπαια πανταχοῦ γῆς μυρία·

καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,

σὺν οἷς Ἀβασγός, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ·

καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον

εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγίας.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ἄλλοι αὐτοκράτορες στὸ παρελθόν,

προηγουμένως καθόρισαν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους ἄλλα σημεῖα ταφῆς.

Ἀλλὰ ἐγώ, ὁ Βασίλειος, ὁ πορφυρογέννητος

ὅρισα τὸν τάφο μου στὸ Ἕβδομον,

καὶ αναπαύομαι ἀπὸ τοὺς ἀτελείωτους κόπους

ποὺ διέτρεξα κατὰ τοὺς πολέμους καὶ τοὺς ὁποίους ἄντεξα.

Γιατὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ δόρυ μου νὰ ξεκουράζεται

ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Θεὸς μὲ ἐπέλεξε

ὡς αὐτοκράτορα στὴ γῆ καὶ μέγα βασιλιά,

ἀλλὰ ἤμουν ἄγρυπνος καθ’ ὅλη τὴ ζωή μου

φυλάσσοντας τὰ τέκνα τῆς Νέας Ῥώμης,

ἐκστρατεύοντας γενναῖα πρὸς τὴ Δύση

καὶ στὰ σύνορα τῆς Ἀνατολῆς.

Καὶ μαρτυροῦν ὅλα αὐτὰ οἱ Πέρσες καὶ οἱ Σκύθες,

μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ οἱ Ἀβασγοί, οἱ Ἰσμαηλίτες, οἱ Ἄραβες, οἱ Ἴβηρες.

Τώρα πιά, ἄνθρωπε, κοιτώντας αὐτὸν τὸν τάφο,

ἀντάμειψέ με μὲ προσευχὲς γιὰ τὶς ἐκστρατεῖες μου

This entry was posted in ποίηση, Βούλγαροι, Ιστορίες, Ρωμανία, Σλάβοι, Χερσόνησος του Αίμου and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s