Γλωσσοφύλακες και γλωσσοδίκες

Ἄρθρο τοῦ Κ. Κουτσουρέλη στὸ Ποντίκι (21-12-2015). Οἱ ὑπογραμμίσεις δικές μου.

Ο Κωστής Παπαγιώργης αγαπούσε την Ιλιάδα. Η Οδύσσεια του ξίνιζε, την θεωρούσε παραμυθάτη, άγαν φαντασμαγορική για τα γούστα του. Η λέξη του γι’ αυτήν ήταν «αδερφίστικη». Όταν ανέφερα κάπου τον χαρακτηρισμό του εκείνον, μερικοί φίλοι ξενίστηκαν, δυο-τρεις ενοχλήθηκαν σφόδρα.

Πιο παλιά, αναγνώστρια σχολίου μου για τον Βόλφγκανγκ Σόυμπλε, αυτόν τον παράλυτο μαιτρ της ευρωπαϊκής πολιτικής, έπεσε πάνω στη λέξη «καροτσάκι». «Αμαξίδιο» πρέπει να λέμε, με διόρθωσε, και ανέπτυξε μια ετοιμοπαράδοτη επιχειρηματολογία για τη στιγματιστική χρήση των λέξεων. Κι ας αυτοαποκαλείται ενίοτε ο ίδιος ο σαρκαστής Γερμανός, «σακάτης», «Krüppel», όπως έχει γραφτεί…

Πολύ συχνές είναι οι ενστάσεις, οι επιθετικές μάλιστα, για τη λέξη «λαθρομετανάστης» – που ενίοτε κι εγώ χρησιμοποιώ. «Κανείς άνθρωπος δεν είναι λαθραίος» αντιτείνουν πολλοί, επισημαίνοντας τον φαιό κίνδυνο που υφέρπει. Ισχύει τάχα το ίδιο για τον λαθρέμπορο, τον λαθροθήρα, τον λαθρεπιβάτη, τον λαθραναγνώστη; τους ρωτάω μερικές φορές. Συνήθως δεν παίρνω απάντηση.

Το κίνημα του politically correct, της πολιτικής ορθοέπειας, του πολιτικού καθωσπρεπισμού, όπως το λέω εγώ, εδώ και χρόνια πολλά επιδιώκει να μπει δραγάτης στη γλώσσα μας και στη ζωή μας. Βαφτίζει τη σφαγή της Σμύρνης «συνωστισμό» για να μη νιώσουνε άβολα οι Τούρκοι, τo χριστουγεννιάτικο δέντρο «Holidays Tree» μη τυχόν σκανδαλιστούν οι άθεοι και οι αλλόπιστοι, ζητάει να εξορίσει το χοιρινό από τα αεροπορικά γεύματα αλλά και χαρακτήρες σαν τη Miss Piggy από την τηλεόραση για να μην ενοχληθούν οι μουσουλμάνοι, προγράφει τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ και τις Νέγρες του Ζενέ ως έργα αντισημιτικά και ρατσιστικά, τα βάζει με τον Σολωμό γιατί στον Ύμνο του τραγουδά την αιματοβαμμένη άλωση της Τριπολιτσάς, φτιασιδώνει τις αναπηρίες σε επαινετέες «ιδιαιτερότητες», ανακαλύπτει όλη την απεχθή ιστορία της πατριαρχίας στην πανάρχαια λεξούλα «υιοθετώ» και ιδρώνει για να βάλει στη θέση της την «τεκνοθεσία», συντάσσει γελοίες εγκυκλίους για τη «μη σεξιστική χρήση της γλώσσας» κ.ο.κ., κ.ο.κ. Οι καθωσπρεπιστές της γλώσσας παντού εντοπίζουν τον κίνδυνο, και παντού σπεύδουν να επέμβουν, παντού βλέπουν μια ταλαιπωρημένη μειονότητα που βάλλεται και εκβάλλεται, που καθυβρίζεται και τιμωρείται. Και που, φυσικά, έχει ανάγκη τη δική τους μεγάθυμη προστασία.

«Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει», λέμε, και ποιος αμφιβάλλει αλήθεια γι’ αυτό! Οι λέξεις είναι όπλα, δηλαδή είναι πράξεις, οπλίζουν τον συμμαχητή και χτυπούν τον πολέμιο, μας παρακινούν και μας αποτρέπουν, μας ενθαρρύνουν και μας εκφοβίζουν, οικοδομούν και ερειπώνουν, υμνούν και καγχάζουν, ευλογούν και βασκάνουν ταυτόχρονα. Η καθεμιά τους μπορεί να γίνει την ίδια στιγμή γλυκιά και πικρή, τρυφερή και απάνθρωπη. Με δυο λόγια, είναι δίκοπες τόσο, όσο αμφίθυμα και αντιφατικά, όσα αγαθοεργά και φονικά πλάσματα είμαστε εμείς. Είναι απλώς χέρια κι αυτές, πλάι στα χέρια μας. Όμως ποιος έκοψε ποτέ τα δάχτυλά του, επειδή πέρα απ’ το να χαϊδεύει, μπορεί μ’ αυτά και να πνίγει;

Σε τελική ανάλυση, για να παραφράσω την περίφημη ρήση του Λορέντζου Μαβίλη, λέξεις βίαιες, προσβλητικές ή χυδαίες δεν υπάρχουν. Βίαιοι, βάναυσοι και ωμοί είμαστε εμείς, και θα παραμείνουμε τέτοιοι όποιες και όσες λέξεις και αν πετσοκόψουμε. Όσο ευγενή κι αν φαντάζουν τα κίνητρα (και κάποιων, λίγων, είναι τω όντι) των νέων αυτών λογονόμων, ο αγώνας τους είναι αφελής και κωμικός και ατελέσφορος. Πολύ δε περισσότερο, είναι πολιτικά ύποπτος. Το «Newspeak», απ’ όπου κι αν προέρχεται, ό,τι σκοπούς και αν επικαλείται, με τις μεθόδους του εκκολάπτει αξιώσεις ισχύος αδιαφανείς, τουτέστιν υπουλότερες από αυτές που υποτίθεται πως αντιπαλεύει.

Προσωπικά, ειδικά ως γραφιάς, τέτοιες μεθόδους ούτε τις εμπιστεύομαι ούτε τις παραδέχομαι. Δεν μπορώ να σακατέψω τη γλώσσα μου επειδή κάποιοι εζήλωσαν οψίμως τις δάφνες του Μιστριώτη. Δεν μπορώ να αφήσω τα κλειδιά της στην τσέπη κανενός γλωσσοφύλακα, κανενός γλωσσοδίκη. Όλες οι λέξεις μού χρειάζονται. Δεν γίνεται και δεν θέλω να παραιτηθώ από καμιά τους. Η καθαρολογία, οι ευφημισμοί, οι καθωσπρεπισμοί, η στανική ορθοέπεια, η κορρεκτίλα από την οποία όζει αφόρητα ο δημόσιος λόγος είναι εχθροί μου. Κι αυτό όχι τάχα επειδή απολαμβάνω την ελευθερία (διάβαζε: την ασυδοσία) της έκφρασης, επειδή βρίσκομαι στο απυρόβλητο, περίκλειστος μες στον ελεφάντινο πύργο μου. Αλλά ακριβώς για το αντίθετο: επειδή δεν θέλω να υποκρίνομαι, επειδή δεν ανέχομαι να εξωραΐζω, να μασκαρεύω τον κόσμο που μας περιβάλλει – και μαζί μ’ αυτόν τον εαυτό μου τον ίδιο.

Αυτόν τον κόσμο, που είναι ο δικός μας, ο κοινός μας κόσμος, μόνη δουλειά του συγγραφέα είναι να τον περιγράφει όπως έχει, μέσα στον χαώδη, τον αντιφατικό και οδυνηρό του πλούτο. Όχι να τον φτωχαίνει, όχι να τον λουστράρει αποκρύπτοντας τη σκοτεινή του πλευρά. Ούτε να του κλείνει με φίμωτρο το απύλωτο στόμα.

Advertisements
This entry was posted in πολυπολιτισμός, φιλοσοφίες, Αριστερά, γλώσσα and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s