Οἰκοδεσπότης ἢ ρεφενέ

Μὲ ἀφορμὴ μιὰ ἀνάρτηση γιὰ τὶς διαφορετικὲς συνήθειες Μεσογειακῶν-Νορδικῶν ὅσων ἀφορᾶ τὰ ἔξοδα μιᾶς συνεστίασης ποὺ γίνεται στὸ σπίτι ἑνὸς οἰκοδεσπότη. Ἡ ἀνάρτηση ἔχει ὡς ἑξῆς:

Το κυρίαρχο μοντέλο συνεστίασης στην Ελλάδα είναι αυτό όπου κάποιος καλεί φίλους και συγγενείς σπίτι του αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου τα έξοδα. Αυτός, ο »οικοδεσπότης», πληρώνει για τα φαγητά και τα ποτά που θα καταναλώσουν οι καλεσμένοι του. Οι τελευταίοι είθισται να προσφέρουν κάτι υπό μορφή »δώρου» (συνήθως ένα έτοιμο γλυκό ζαχαροπλαστείου ή φιάλη κρασί) του οποίου όμως η αξία επαφίεται στην κρίση τους και δεν είναι προκαθορισμένη. Το »δώρο» δεν έχει την έννοια του admission, του »εισιτηρίου» στο χώρο της συνεστίασης, αλλά υποτίθεται πως είναι αυθόρμητη έκφραση αγάπης, φιλικών αισθημάτων κλπ.

Αντίθετα, σε πολλές δυτικές κοινωνίες, είναι διαδεδομένο το σύστημα του ρεφενέ, το οποίο στην Ελλάδα είναι πρακτικά άγνωστο έξω από κάποια »εναλλακτικά» περιβάλλοντα, όπου τέτοιες πρακτικές επενδύονται συνήθως, λιγότερο ή περισσότερο ρητά, με πολιτικά νοήματα (κοινοβιασμός, προλεταριακή αλληλεγγύη, γνωριμία με κουλτούρες μεταναστών και εξοικείωση με το πολιτισμικά αλλότριο κ.λπ).

Στο σύστημα ρεφενέ οι συμμετέχοντες στο συμπόσιο συμβάλλουν φέρνοντας μαζί τους ποτά ή φαγητά. Σε ορισμένες περιπτώσεις το ποσό και το είδος της συμμετοχής ορίζεται με τρόπο λεπτομερή και εξαντλητικό καιρό πριν το »πάρτυ», σε συνεννοήσεις μεταξύ του οικοδεσπότη και των φιλοξενουμένων. Άμεσες πολιτικές συνδηλώσεις απουσιάζουν. Η ισόποση συμμετοχή είναι έκφραση ορθολογικού πνεύματος.

Σε εμάς τους έλληνες, κοινωνία μεσογειακή με έντονα τα συναισθήματα της »τιμής» και της »ντροπής», ο ρεφενές θεωρείται κατά κανόνα »γυφτιά», »ματζιριά», δείχνει οικοδεσπότη τσιφούτη, μικρόψυχο, αντικοινωνικό. Έχουμε μάθει να θεωρούμε ότι »περνάμε καλά» μόνον όταν ο οικοδεσπότης επωμιστεί μόνος του το σύνολο των δαπανών του τραπεζιού.

Ο ίδιος ο οικοδεσπότης ισχυρίζεται ότι »μπαίνει στα έξοδα» από την καλή του την καρδιά, επειδή θέλει »να βλέπει τους φίλους τους χαρούμενους» και ότι »δεν τον νοιάζουν τα λεφτά». Στην πραγματικότητα το κίνητρό του για τη δαπάνη είναι η επίδειξη / αναβάθμιση του κοινωνικού στάτους του. Προβαίνει στις λεγόμενες »τιμητικές σπατάλες» (όπως τις ορίζει ο Thorstein Veblen στη Θεωρία της Αργόσχολης Τάξης) που του περιποιούν κύρος και κοινωνική ισχύ. Ανάλογα με το ποιόν των καλεσμένων του, διατρανώνει έναντί τους την ανωτερότητά του (αν είναι πιο φτωχοί), την ισότητα μαζί τους (εάν είναι ελαφρώς πιο πλούσιοι από εκείνον) ή την αξιοπρέπεια του (εάν είναι αισθητά πιο ισχυροί από εκείνον).

Το κέρασμα και το »τραπέζωμα» είναι πάντα μια προσπάθεια επιβολής, ένα παιχνίδι κοινωνικής υπεροχής όπου κερδίζει αυτός που θα σπαταλήσει-καταστρέψει τα περισσότερα. Αυτό βεβαίως κανείς δεν το παραδέχεται ανοικτά, όμως όλοι το γνωρίζουν (περίπτωση πληθυντικής άγνοιας – pluralistic ignorance). Εάν σκοπός ήταν απλώς να περάσουμε καλά, η επί ίσοις όροις συμμετοχή στις δαπάνες (»ρεφενέ») φαίνεται προσφορότερη: κανείς δεν αισθάνεται »ριγμένος», αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά και κανείς δεν αισθάνεται κοινωνική μείωση από τον πατερναλισμό του οικοδεσπότη, που δημιουργεί »υποχρέωση»: όποιος σε καλεί περιμένει να τον καλέσεις και εσύ σε ανταπόδοση. Αν δεν το κάνεις δεν θα σου πει ποτέ κάτι κατά πρόσωπο, όπως θα ήταν το λογικό, αλλά θα ψουψουρίζει από εδώ κι από εκεί το πόσο γάιδαρος και »γύφτος» είσαι.

Προσωπικά, τὸ βρίσκω λαθεμένο, γιατὶ σκεπάζει τὴν ὑπαρκτὴ οἰκονομικὴ ἀνισότητα (ἐκτὸς πιὰ κι ἂν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο πλούσιοι ἢ φτωχοί) μὲ ἐκκλήσεις γιὰ ἀναλογικὴ συνεισφορὰ στὰ βάρη. Ὅμως, δὲν εἶναι δίκαιο νὰ πληρώνει τὸ ἴδιο ὁ πλούσιος κι ὁ φτωχός. Εἶναι σὰν τὸν ΦΠΑ, ποὺ πλήττει ἐξίσου τὸν πλούσιο καὶ τὸν φτωχὸ ἀγοραστὴ γάλακτος.

Πίσω ἀπὸ τὴ διάκριση «πρωτόγονος/μεσογειακός/ἑλληνικός (καὶ γύφτικος [ὄχι ἀπαξιωτικά]» καὶ «πολλῶν δυτικῶν κοινωνιῶν» βρίσκει κάποιος ἀντεστραμμένη τὴν περιφρόνηση Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων πρὸς τοὺς Νορδικούς (Βόρειους λαούς). Γιατὶ ὁ Νεοέλληνας (κι ὁ γύφτος) εἶναι εὔκολα θύματα, καὶ «δὲν δικαιολογοῦνται» ὅσον ἀφορᾶ τὸν «ἀνορθολογισμό» τους καὶ τὴν κακομοίρικη «τάση ἐπιδείξεώς» τους. Οἱ Ρωμαῖοι ὅμως; Ποὺ ἐφάρμοζαν τὸ σύστημα τῶν λειτουργιῶν καὶ τοῦ εὐργετισμοῦ σὲ ὅλες τὶς πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας, κι ὄχι ἁπλῶς σὲ γλέντια καὶ σμπόσια; Μιὰ τάξη εὔπορων συναγωνίζονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον νὰ εὐεργετήσουν τὶς πατρίδες-πόλεις τους, μὲ προφανὴ σκοπὸ τὴ δόξα/ἀναγνώριση καὶ ἴσως κάποια κρατικὰ ἀξιώματα (σκοπὸς ποὺ φαίνεται κατώτερος/ποταπὸς στὰ μάτια τῆς κοινοποιημένης ἀνάρτησης). Ἀλλὰ ἂς σκεφτεῖ κάποιος λ.χ. τὸν Ἡρώδη τὸν Ἀττικό, καὶ θὰ κρίνει ἂν οἱ σκοποὶ ἐκείνου ποὺ «κάνει τὸ κομμάτι του» εἶναι κατώτεροι. Αὐτὸ γινόταν μέχρι τὰ τέλη τῆς Ἀρχαιότητας (6ος-7ος μ.Χ. αἰ.).

Νὰ θυμήσω μήπως τὴν ἀρχαία Ἀθήνα (ὡς ἀντίβαρο στοὺς «ἐκφυλισμένους κι ὅμοιους τῶν γύφτων Νεοέλληνες»), ὅπου τὰ δημόσια ἔξοδα ἀναλάμβαναν ὑποχρεωτικὰ οἱ πλούσιοι; Νὰ θυμήσω τὸν Κίμωνα μήπως; Ἢ στὴ νεώτερη ἐποχὴ τὸν Ἀβέρωφ;

Ἂν κάτι εἶναι πρόβλημα, αὐτὸ δὲν εἶναι ὅτι ὁ οἰκοδεσπότης προβάλλεται, ἀλλὰ ὅτι -σὲ ἀντίθεση πρὸς 2500 χρόνια ἑλληνορωμαϊκῆς ἱστορίας- αὐτὸ πιὰ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία γίνεται μόνο στὸ φαγητό, κι ὄχι στὰ Κοινά. Παλιὰ εἴχαμε Ἀβέρωφ καὶ Μπενάκη, σήμερα ἔχουμε πλούσιους προέδρους ΠΑΕ καὶ πλοιοκτῆτες ποὺ μένουν μόνιμα στὴν Ἀγγλία καὶ ἐνδιαφέρονται ἐλάχιστα γιὰ τὴν Ἑλλάδα.

Ὁ συντάκτης τῆς ἀνάρτησης νομίζει (στὰ σχόλια) ὅτι τὸ νεοελληνικὸ μοντέλο συνεστίασης τοῦ «οἰκοδεσπότη» εἶναι κατάλοιπο τῆς φεουδαρχικῆς ἐποχῆς, θεσμοθετημένη ἀνισότητα, ἄρα πρέπει νὰ ἐκλείψει τώρα ποὺ ξεπεράσαμε τὴν φεουδαρχία. Βέβαια, ἕνα σοβαρὸ λάθος ἔγκειται στὸ ὅτι -πιθανότατα- νομίζει πὼς ἡ «φεουδαρχία» ὡς μορφῆ κοινωνικῆς-πολιτικῆς ὀργάνωσης ὑπῆρχε στὸ Βυζάντιο. Ἀναρωτιέται κάποιος τί ἐννοεῖ ὁ ἀναρτήσας μιλώντας γιὰ μεσαιωνικὴ Εὐρώπη. Ἡ μεσαιωνικὴ Ἑλλάδα δὲν ἀνῆκε στὴν μεσαιωνικὴ Δύση, ὁπότε εἶναι τελείως λαθεμένη ἡ ἀναγωγὴ στὴν φεουδαρχία τῆς ἑλληνικῆς ἀντίληψης τοῦ «οἰκοδεσπότη» ποὺ ταΐζει τοὺς βασάλους του -γιατὶ, ἁπλῶς, δὲν ὑπῆρχαν βάσαλοι στὴ Ρωμανία.

Σὰν καλὸς ἐκδυτικισμένος (χωρὶς ὑποτιμητικὲς διαθέσεις)  ὁ ἀναρτήσας θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχει «ρητὴ συνομολόγηση«, δηλαδή ὅτι «Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι συμβόλαιο«, ὅπως γράφει. Ἀλλὰ σαφῶς οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις δὲν εἶναι πάντα συμβόλαιο καὶ δὴ ρητό ἢ γραπτό. Ἡ μάνα δὲν κάνει συμβόλαιο μὲ τὸ παιδί της -δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει κάποτε καὶ νὰ τοῦ πεῖ «σὲ ἀνέθρεψα ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἔγινες  ζωγράφος, ὅπως ἤθελα ὅταν ἔλαβα τὴν ἀπόφαση νὰ μείνω ἔγκυος». Ἀλλὰ κανένας πολιτισμός δὲν βασίζεται σὲ γραπτὲς συνθῆκες μόνο. Κυρίως, βασίζεται σὲ «κοινὰ συμφωνημένα ὑπονοούμενα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄποψη τοῦ ἀναρτήσαντα ὅτι «Αν θες να σου ανταποδώσω, θα μου το δηλώσεις ρητά. Εάν μου το αφήνεις φλου θα συμπεραίνω ό,τι με συμφέρει.» δὲν καλύπτει τὴν ἀνθρώπινη φύση, παρὰ τὴν νορδικὴ ἀνθρώπινη φύση. Γιατὶ ἄλλο θὰ συμπεράνει ὁ μέσος Νορδικὸς κι ἄλλο ὁ μέσος Ἕλληνας, καὶ τὸ ἀτομικὰ ὑπολογιζόμενο «συμφέρον» διαμορφώνεται πάντα σὲ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν τριγύρω περίγυρο, τὶς ἀντιδράσεις του σὲ κάθε ἐνέργειά μας κ.ο.κ.

Ἡ «ἰσότιμη συνεισφορὰ» καὶ πρωτόγονη-κολλεκτιβιστικὴ εἶναι [γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κείμενο σωστὰ κάνει λόγο γιὰ τριτοκοσμικὲς κοινωνίες μεταναστῶν-κολλεκτιβιστῶν, φυλῶν κ.λπ., ἀλλὰ δὲν κατανοεῖ τὴ συσχέτιση Νορδικοῦ-Τριτοκοσμικοῦ] ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ πρακτικὰ προβλήματα.

Πέραν τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει κάποιος ἀλγόριθμος γιὰ τὴν ἰσότιμη συνεισφορὰ (ἐκτὸς κι ἂν ὑπάρχει ταμειακὴ μηχανὴ στὸ σπίτι τοῦ οἰκοδεσπότη) ὥστε νὰ ὑποκλιθοῦμε στὴν ὑποτιθέμενη ἰσότητα, οἱ μηχανισμοὶ κοινωνικῆς ἀπαξίωσης τοῦ τσιγκούνη, ἐκείνου ποὺ πηγαίνει ἀλλὰ δὲν προσκαλεῖ, ἐκείνου ποὺ τρώει ἀλλὰ δὲν προσφέρει, ὑπάρχουν ἐξίσου στὶς μεσογειακὲς κοινωνίες ὅσο καὶ στὶς βόρειες, ὅπου δὲν τίθεται θέμα ἀνισότητας. Ἡ Νορδικὴ ἰσότιμη συμμετοχή μοῦ θυμίζει τὴν τελείως ἄβολη κατάσταση στὶς ταβέρνες ὅπου οὔτε τρῶς ὅσο θὲς ἀλλὰ καὶ ἀναγκάζεσαι νὰ πληρώσεις δημοκρατικὰ τὸ ἴδιο (εἴτε φᾶς τὸν ἀγλέορα εἴτε σχεδόν καθόλου).

Ἡ προσπάθεια νὰ ἐντοπιστοῦν προβλήματα στὴν ἀνταποδοτικότητα τῆς λογικῆς τοῦ «οἰκοδεσπότη» (π.χ. «κάποιος μπορεί να προφασιστεί ασθένεια ή απουσία ή οτιδήποτε άλλο κάποια φορά και να αποφύγει την »υποχρέωση»» ἢ κάποιος γνωστὸς γνωστοῦ, ὁ ὁποῖος φεύγει σὲ μακρινὴ χώρα γιὰ πάντα τὴν ἑπόμενη τοῦ τσιμπουσιοῦ καὶ δὲν θὰ ἀνταποδόσει ποτέ) παραγνωρίζει τὴν ἀδυναμία ἀντίστοιχων μετρήσεων: Μὲ καλεῖ «φίλος» σὲ πάρτυ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ πληρώσω 100€ κι ἐγώ, γιὰ νὰ τὸν «ἐκδικηθῶ», τὸν  καλῶ σὲ πάρτυ δικό μου (διαλέγω τὸν τόπο/ἐστιατόριο) ὅπου πρέπει νὰ πληρώσει 300€, καὶ φυσικά, δὲν ἀνταποκρίνομαι στὴ ἑπόμενη πρόσκλησή του, «ἀφήνοντάς τον μέσα» κατὰ 200€.

Ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου, δεξιὸς καὶ νεοφιλελεύθερος ὁ ἴδιος, ἀρνεῖται ὅτι τὸ ρεφενὲ εἶναι κομμουνιστικό, ἀντιδρᾶ σὲ αὐτό. Ἔχει δίκαιο, γιατὶ στὸν κομμουνισμὸ ἰσχύει «ἀπὸ τὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὶς ικανότητές του στὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες  του». Σὲ μιὰ δῆθεν δημοκρατικὴ, στὴ πράξη νεοφιλελεύθερη ἰσότητα, ὅπου πληρώνουν ἴσα οἱ ἀνισα κατέχοντες καὶ οἱ ἄνισα καταναλωτές, οὔτε οἱ ἀνάγκες οὔτε οἱ δυνατότητες λαμβάνονται υπόψη.

This entry was posted in Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα, κοινωνία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s