Χριστιανικὸ (ἢ ἐλιτιστικό;) – Πάντως, Κατὰ ἄσχετων Ξερόλων

Δὲ μὲ πειράζουν οἱ στρατευμένοι ἄθεοι, ἄλλωστε ἡ ἀπιστία εἶναι -μὲ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη μορφή- συχνότατο βιωματικὸ γεγονὸς καὶ στοὺς χριστιανοὺς κάθε λίγο καὶ λιγάκι. Οὔτε οἱ ἀντιχριστιανοί. Ἀρκεῖ αὐτοὶ ὅλοι νὰ ἔχουν καλὰ (ἔγκυρα) θεολογικὰ καὶ ἱστορικὰ ἐπιχειρήματα, κι ὄχι σκονάκια ἢ τὴν «παιδεία τοῦ ἑνὸς βιβλίου» (παραδείγματα ἀμορφωσιᾶς τοῦ «ἑνὸς βιβλίου»: οἱ ὁπαδοὶ τῶν Ντώκινς, Ζωγράφου, Κορδάτου, 1-2 ψεκασμένων ἑλλήνων Νεοπαγανιστῶν).

Πιὸ πολὺ μὲ πειράζουν οἱ κυράτσες καὶ οἱ κυράτσοι ποὺ λένε ὅτι «πιστεύουν» ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ θὰ ποῦν γιὰ τὴν τάδε ἢ τὴ δείνα ἐκκλησιαστικὴ ἐντολή, ὑποχρέωση κ.λπ. ὅτι «αὐτὰ τὰ λένε οἱ παπάδες, δὲν τὰ λέει ὁ Χριστός». Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πατᾶνε στὰ δέκα λεπτὰ πρὶν καὶ μετὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» γιατὶ «ὅσοι πᾶνε στὴν ἐκκλησία εἶναι ὑποκριτές». Εἶναι οἱ περίεργοι ποὺ ἐνῶ δὲν νηστεύουν οὔτε στεροῦνται (κι οὔτε τοὺς ἐνόχλησε κάποιος νὰ στερηθοῦν), τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα ἢ τὰ Χριστούγεννα τρῶνε λὲς καὶ θὰ φᾶνε γιὰ τελευταῖα φορά, ἐνῶ ἠθικολογοῦν ὅτι «σημασία ἔχουν τὰ ἐξερχόμενα κι ὄχι τὰ εἰσερχόμενα» (200 κιλὰ ντουλάπα, 1,5 μ. ὕψος). Πάντα νὰ δικαιολογήσουν τὸν ἑαυτό τους. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι που ἐνῶ -καλὰ κάνουν καὶ- ἐπιλέγουν μιὰ ὁρισμένη (καὶ μεγάλη) ἀπόσταση ἀπὸ κάτι, ἔχουν ὕστερα ἄποψη γιὰ τὰ Πάντα ὅσα σχετίζονται μὲ αὐτό.

Στὸ μυαλό τους (ὅσο ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὶς Πενήντα ἀποχρώσεις τοῦ Γκρί ἢ ἀπὸ τὴν τετράωρη τηλεθέαση κάθε μέρα, 7 μέρες τὴν ἑβδομάδα καὶ 365 μέρες τὸ χρόνο) ἔχουν τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας-Βίβλου κι ὄχι τῆς Ἐκκλησίας ὡς συλλογικοῦ ὀργανισμοῦ ὁ ὁποῖος συνέγραψε κάποτε τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν ἔχει ἑρμηνεύσει συλλογικὰ-ἐπίσημα πολλὲς φορές. Ἐπειδὴ δὲν φαντάζονται τὴν περίπτωση αὐτήν, νομίζουν ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἀποφάσεις, οἱ κανόνες, οἱ σύνοδοι κ.λπ. εἶναι κάτι ψεύτικο ἢ κάτι δευτερεῦον.

Εἶναι πολὺ πιὸ λογικὸ νὰ πεῖ κάποιος ὅτι πιστεύει στὸ Χριστιανισμὸ ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἐντολὲς ἐπειδὴ «εἶναι ὡραῖο τὸ φαγητὸ» ἢ οἱ γκόμενες κι οἱ γκόμενοι καὶ «τί νὰ κάνουμε», παρὰ κάποιος ποὺ θὰ πεῖ ὅτι πιστεύει μὲν στὸ Χριστιανισμὸ ἀλλὰ δὲν ἀκολουθεῖ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἐντολὲς γιατὶ «οἱ παπάδες ποὺ τὶς ἔφτιαξαν διαστρέβλωσαν τὸ Χριστιανισμό».

Ἡ βλακεία τους (τῶν τελευταίων) δὲν φαίνεται τόσο εὔκολα γιατὶ ὑπάρχουν ἐδῶ καὶ 5 αἰῶνες οἱ Προτεστάντες καὶ τὸ Sola Scriptura (=«μόνο ἡ Γραφή»). Ἀλλὰ θὰ φαινόταν πολὺ καλὰ ἂν ἔλεγε κάποιος ὅτι ὁ Βουδισμὸς εἶναι μόνο τὰ 5-6 ρητὰ τοῦ Βούδα καὶ τίποτε ἄλλο, οὔτε ἡ πρακτική, οὔτε οἱ τελετουργίες, οὔτε ὁ βουδιστικὸς μοναστικὸς βίος, οὔτε τὰ συγγράμματα, οὔτε οἱ ἑρμηνεῖες τῶν Βουδιστῶν, καί, κατὰ συνέπεια, ὅτι ἅμα ἀποδεχτεῖς τὰ 5-6 ρητά, ἐσὺ ποὺ ἔπεσες στὸν Βουδισμὸ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ πουθενά (ὁ Δυτικός, χωρὶς βιώματα βουδιστικά), τότε μπῆκες στὸ πνεῦμα τοῦ Βουδισμοῦ καὶ εἶσαι πιὸ βουδιστὴς ἀπὸ τοὺς Κινέζους. Τόσο βλάκας εἶσαι, ἀντίστοιχα, ὅταν λὲς τὰ ἴδια γιὰ τὸ Χριστιανισμό.

Γιατὶ ὅπως ὁ Βουδισμός, ὁ Ἰνδουισμὸς κ.ἄ, ἔτσι κι ὁ Χριστιανισμός, ἡ Ἐκκλησία, δὲν ἔμειναν στὶς ἀπαρχές, ἀλλὰ ἔχουν μιὰ συνέχεια, μιὰ ἱστορία. Οἱ ἀπαρχές του μπορεῖ νὰ εἶναι βασικές, ἀλλὰ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἦταν ἀναποτελεσματικές, ὄντας πολὺ γενικές, γιατὶ τὰ πρακτικὰ θέματα τῆς καθημερινότητας ἔθεταν καινούργια σὲ κάθε ἐποχὴ ἐρωτήματα καὶ προβλήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν φανεῖ ἢ τεθεῖ σὲ παλιότερες ἐποχές (π.χ. στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Παύλου δὲν ὑπῆρχε ἐθνικὸ κράτος, ὑπῆρχε μιὰ ἀπέραντη Αὐτοκρατορία). Τὰ προβλήματα αὐτὰ τὰ ἔλυναν οἱ τοτινοὶ ἐκπρόσωποι τῆς κάθε θρησκείας, καθένας μὲ τὸν τρόπο του καὶ τὶς ἰδέες του. Πάντως, μόνο αὐτοὶ εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσουν τὶς δικές τους, χριστιανικές, βουδιστικές, ἰνδουιστικὲς κ.ο.κ. Γραφές, κι ὄχι ὁ τυχαῖος ξένος κι ἄσχετος. Ὅσοι συμμετεῖχαν ὑλικὰ στὶς θρησκεῖες αὐτὲς καὶ δὲν τὶς εἶχαν ἁπλῶς γιὰ γαμωσταυρίδια οὔτε ὡς 10′ πρὶν ἀπὸ τὴ μαγειρίτσα, οὔτε ἁπλῶς στὴν κηδεία καὶ στὴ βάφτιση. Συνεπῶς, δὲν ἦταν τὰ σκέτα ἰνδουιστικὰ ἢ χριστιανικὰ βασικὰ κείμενα τὸ μόνο ἀπαιτούμενο γιὰ νὰ θεωρηθεῖ Ἰνδουιστὴς ἢ Χριστιανὸς κάποιος, ἔκαναν κι ἄλλα. Οὔτε ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰνδουισμοῦ ἢ τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ὑπῆρχε τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα βιβλίο.

Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι θεωροῦν ἀδιανόητο, φασιστικὸ καὶ φρικτὸ τὸ νὰ ἀποφασίζει ἕνας ὀργανισμὸς διὰ τῶν ἐκπροσώπων του τὴν ἀποβολὴ ὅσων μελῶν του δὲν ὑποστηρίζουν κάποιες ἰδεολογικὲς ἀρχὲς τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, τὸν ἀφορισμό του, δηλαδή. Θεωροῦν ὡστόσο κατανοητὸ τὸ ὅτι «ἂν εἶσαι μέλος τῆς τάδε πιστωτικῆς κάρτας, μπορεῖς νὰ κάνεις τὶς ἀγορές σου σὲ αὐτὸ καὶ σὲ ἐκεῖνο τὸ κατάστημα, ἀλλιῶς χάνεις τὰ προνόμιά σου».

Ἀντὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ ὅ,τι ἀγαποῦν, τὴν αὔξηση τοῦ πάχους τους ἢ τὸ κέρατο (ἢ μὲ πιὸ ἐνδιαφέροντα πράγματα, ὅπως τὸ διάβασμα, τὸ μαστόρεμα, ἡ μουσικὴ καὶ ἡ ἄθληση), ἀσχολοῦνται μὲ φιλοσοφικὰ προβλήματα, μὲ τὰ ὅρια καὶ τὴν ὑφὴ τῆς Ἐκκλησίας «ποὺ πιστεύουν». Λὲς καὶ τοὺς εἶπε κανεὶς νὰ πιστεύουν σὲ κάτι. Τοὺς ἔπρηξε κανεὶς μήπως λέγοντάς τους νὰ πάψουν νὰ παχαίνουν (οἱ γριές, τὰ τσόκαρα καὶ οἱ ἄντρες) ἢ νὰ μὴν κρυφοπηδιοῦνται (οἱ μεσήλικες κι οἱ πορνόγεροι) «γιατὶ εἶναι ἁμαρτία», κι ἀφήνιασαν ἔτσι;

Κακῶς! Τηγάνισε τὰ λουκάνικά σου, κυρά μου κάθε ἡλικίας, ρίξ’ τα μπόλικη κέτσαπ καὶ σὼς καὶ οὐγγαρέζα καὶ κηπουροῦ, καὶ φάε μετὰ τὶς πάστες σου. Ἕνα στόμα ποὺ τρώει πάστες εἶσαι. Πήδηξε κι ἄλλα μπάζα, ἡμιφαλακρὲ σαπιοκοιλιά, ξέσκισέ τες ὅλες! Ἂν σὲ ἀκρωτηρίαζαν ἀφήνοντάς σου μόνο τὸ πέος καὶ τὸ στομάχι σου, πάλι ἀκέραιος, ὁ ἴδιος θὰ ἔμενες.

Ποὺ θὰ πεῖς καὶ τὸ «αὐτὰ τὰ λένε οἱ παπάδες, ὄχι ὁ Χριστός».

This entry was posted in φιλοσοφίες, Ελλάδα, θρησκεία, κοινωνία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s