Ἐπίσκοποι στὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα

1260826

6

Ο επίσκοπος βρίσκεται στο μέσον μεταξύ της θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας.

7

Μετά τον Κωνσταντίνο, που μαζί με προνόμια έδωσε και κάποιες υποχρεώσεις, η σχέση κράτους Εκκλησίας δεν άλλαξε

Η σημασία των επισκόπων και η πολιτική τους εξουσία ήταν αυξημένη σε περιοχές με ανομία λόγω εισβολών ή ανικανότητας της κεντρικής εξουσίας να επεμβαίνει

8

«Οι επίσκοποι ποτέ δεν ενσωματώθηκαν επίσημα στον διοικητικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας»

9

Η πρόσφατη τάση είναι να εξηγείται η πολιτική δύναμη των επισκόπων με την κοινωνική δύναμη και τον πλούτο τους,

10

Ωστόσο, η παρακμή των πόλεων δεν έγινε ομοιόμορφα αφού άλλες παρήκμασαν στη Γαλατία τον 5ο αι. κι άλλες ευημερούσαν ώς τον 7ο αι. στη Μ. Ασία

11

Έτσι, ενώ σε άλλες περιοχές οι επίσκοποι έγιναν μετά την κατάλυση της Ρωμαϊκής Δύσης πραγματικοί κύριοι της πόλης, στην Ανατολή οι επίσκοποι ήταν αντιπρόσωποι της πόλης, παρείχαν ανθρωπιστική βοήθεια σε περιόδους κρίσης αλλά «αυτοί δεν οδήγησε» σε κυριαρχία του επισκόπου.

13

Τρεις κατηγορίες για τη μελέτη των επισκόπων υπάρχουν: Η πρώτη αναφέρεται στην ανάπτυξη του αξιώματος ώς τον Κωνσταντίνο, η δεύτερη ερευνά τον δημόσιο ρόλο του επισκόπου στην πόλη ή την περιοχή του και η τρίτη αναφέρει τις βιογραφίες σημαντικών επισκόπων

Η μελέτη της Rapp δεν θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει υπερτονισμός της βασιλείας του Κωνσταντίνου όσον αφορά την θεσμική εξέλιξη της εκκλησίας αλλά παρακολούθηση των χρονολογικών αλλαγών στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την χριστιανική κουλτούρα

16

Η πνευματική αυθεντία, η ασκητική αυθεντία και η πρακτική αυθεντία είναι τα χαρακτηριστικά του επισκόπου

18

Σε αντίθεση προς τους κοσμικούς άρχοντες, οι πράξεις των επισκόπων θεωρούνται εκδήλωση της ασκητικής αυθεντίας τους.

19

Από τα μέσα του 5ου αι. άρχισαν να εκδίδονται βίοι επισκόπων ενώ προηγουμένως μόνο για μάρτυρες και μοναχούς συγγράφονταν.

23

Ο επίσκοπος στην πρωτοβυζαντινή εποχή ήταν κήρυκας, διδάσκαλος των κατηχούμενων, διαχειριστής του βαπτίσματος, λειτουργούσαν και δέχονταν όσους είχαν δεχτεί επιτίμια, ήταν υπεύθυνος για τα φιλανθρωπικά έργα, τη φροντίδα διάφορων αδύναμων ομάδων, και επικεφαλής της ιεραρχίας.

24

«Στην αποστολική εποχή ο επίσκοπος ήταν απλώς διοικητικός υπάλληλος». Από τον 2ο αι. ανέλαβε διδακτικά καθήκοντα και καθήκοντα κήρυκα, καθώς και έγινε αντικείμενο απαιτήσεων για πνευματική ανωτερότητα.

Η σημασία του επισκοπείν ποίκιλλε και δεν περιοριζόταν μόνο σε ό,τι σήμερα νοείται ως επισκοπικά καθήκοντα και δικαιώματα.

25-26

Αρχικά, όχι απλώς γίνεται λόγος για πολλούς επισκόπους αλλά υπάρχει ασάφεια μεταξύ της ιεροσύνης και της επισκοπικής ιδιότητας, ενώ τα καθήκοντά του ήταν σχετικά με την επίβλεψη των εισφορών των πλουσίων και της διανομής τους στους έχοντες χρεία.

26

Η πνευματική και ποιμενική φροντίδα για το ποίμνιο ήταν αντικείμενο των «προφητών» και των «διδασκάλων»

«Η νωρίτερη μαρτυρία για την ύπαρξη ενός μόνο επισκόπου για κάθε κοινότητα προέρχεται από τα γράμματα του Ιγνάτιου Αντιοχείας» στα τέλη του 1ου και τις αρχές του 2ου αι.

28

Επίσης, τότε εμφανίζεται η ιδέα ότι τα καθήκοντα του επισκόπου είναι και ποιμαντικά και λειτουργικά εκτός από διοικητικά-επιβλεπτικά, κι ότι θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα χριστιανικής συμπεριφοράς

29

Στις αρχές του 3ου αι. με την Αποστολική Παράδοση του Ιππόλυτου, θεωρείται ότι ο επίσκοπος είναι διάδοχος των Αποστόλων, ότι εκλέγεται από όλο το ποίμνιο

30

Η Διδασκαλία, ένα κείμενο στο πρώτο μισό του 3ου αι. αναφέρει τα καθήκοντα και τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για έναν επίσκοπο

Επίσης, ήδη οι εισφορές για το κοινό ταμείο έγιναν τακτικές και καθορισμένες προκειμένου να παρασχεθούν μισθοί για το ιερατείο

Εκτός από τη φροντίδα για τους αδύναμους, ο επίσκοπος μπορεί να επιβάλλει ποινές

32

Επίσης υποβαστάζει τα βάρη των αμαρτιών της κοινότητας

38

Για να δούμε τι περίμεναν τον 4ο αιώνα από τους επίσκοπους, ο Ιερώνυμος πρέσβευε ένα αυστηρό ασκητικό πρότυπο, έκανε διάκριση μεταξύ του επισκόπου που το ακολουθεί και εκείνου που είναι απλώς επίσκοπος αναφέροντας «δεν είναι όλοι οι επίσκοποι επίσκοποι». Ο Χρυσόστομος απαιτεί οι ιδιότητες που ζητά από τον επίσκοπο ο Παύλος να είναι και πρότυπο για χριστιανούς και εθνικούς αλλά και ότι αυτές δεν είναι δυσεύρετες και μεταξύ των λοιπών χριστιανών.

39

Άλλοι χριστιανοί συγγραφείς είτε τονίζουν ότι την καταγωγή του επισκοπικού θεσμού στα διοικητικά καθήκοντα και απαιτούν να έχει τις ηθικές αρετές που ζητά ο Παύλος είτε

40

Τις αρετές που θα πρέπει να έχει προκειμένου να είναι αποδεκτός

41

Στους συγγραφείς του 4ου αι., πέρα από την απαίτηση για σύνδεση μεταξύ των προσωπικών αρετών του ατόμου που είναι επίσκοπος, της ευρύτερης αποδοχής του και της αποτελεσματικότητάς του, υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ των ιδεατών ιδιοτήτων του επισκόπου και των προσωπικών του πράξεων και λόγων. Είναι αυτά που ξεχωρίζουν κάποιον από την κοινότητα και τον καθιστούν υποψήφιο, και είναι οι ιδεατές ιδιότητες που πρέπει να έχει κάποιος ο οποίος είναι στο αξίωμα.

44

Ο Γρηγόριος προτιμά την παρομοίωση του επισκόπου με γιατρό αλλά επίσης τονίζει την ανάγκη για αντιστοιχία λόγων κι έργων

46

Το ίδιο κι ο Χρυσόστομος παραλληλίζει γιατρό και κληρικό, αλλά τονίζει την εγγενή πνευματική δύναμη του επισκόπου που λειτουργεί καθώς και τη δύναμή του να συγχωρεί τις αμαρτίες

47

Αλλά αναφέρει και θέματα όπως τη φροντίδα για τους αδύναμους, τις δικαστικές του αρμοδιότητες

Και μεταξύ μοναχών μπορούν να υπάρχουν κατάλληλοι άνθρωποι για το αξίωμα του επισκόπου αλλά δεν είναι κάθε μοναχός κατάλληλος

48

Για τον Χρυσόστομο, η ιεροσύνη ήταν ανώτερη της μοναχικής ιδιότητας, και θεωρούσε ανάγκη ο ιερέας να είναι υπόδειγμα ιερής ζωής.

Επίσης υπήρχε σε αυτόν η διάκριση μεταξύ του προσώπου και του θεσμού, όταν αναλογίζεται ότι υπάρχουν ανάξιοι επίσκοποι

152

Επειδή «η ανάληψη του επισκοπικού αξιώματος θεωρείτο ως επιβεβαίωση της προσωπικής αρετής» οι μοναχοί «ήταν κύριοι υποψήφιοι για εκκλησιαστικό αξίωμα»,

Η εξέλιξη των μοναχών στην εκκλησιαστική ιεραρχία ήταν ταχύτερη από εκείνη των λαϊκών

155

Η δραστηριότητα των επισκόπων η σχετική με την ευημερία καθιστούσε τον επίσκοπο έναν πάτρωνα

156

«Η ιδιαίτερη σημασία και λειτουργία του επισκόπου σε πρακτικά ζητήματα ήταν ανάλογη εκείνης του πάτρωνα ή δημόσιου ευεργέτη…Οι επίσκοποι παρείχαν τροφή σε καιρούς λιμού, βοηθούσαν αδύναμους Χριστιανούς, εκλιπαρούσαν τις αρχές για φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλες χάρες»

Η παρέμβαση των επισκόπων γινόταν με την ρητορική πειθώ, την επιρροή μέσω της κοινωνικής δικτύωσης και την απειλή του αφορισμού. «Υπ’ αυτή την έννοια, οι δημόσιες δραστηριότητες του επισκόπου ξεπερνούσαν και εκείνες των δημοτικών αρχόντων και των δημόσιων ευεργετών»

160

Τα προσωπικά πιστεύω και ο τρόπος ζωής του Συνέσιου ήταν κριτήρια με μικρότερη σημασία από τις πολιτικές ικανότητές του, για τους ελέκτορές του.

164

Ενίοτε, η δράση τους ως φιλάνθρωπων προστατών της πόλης δεν ξεκινούσε από την ημέρα της ενθρόνισής τους.

Προσπαθούσαν να διατηρούν τη γαλήνη και την τάξη στην κοινωνία, και ταξίδευαν ακόμη και στην πρωτεύουσα για το λόγο αυτόν

165

Η εξουσία των επισκόπων μπορούσε να έχει πηγή είτε την προνομιούχα κοινωνική θέση τους είτε την ασκητικότητά τους, η οποία για άτομο χαμηλής κοινωνικής ομάδας ήταν «ο μόνος τρόπος να αποκτήσει την επισκοπική θέση»

Συνοψίζοντας, ούτε η δραστηριότητα, κοσμική και φιλοσοφική ή ασκητική, του επισκόπου διακοπτόταν ούτε το εκλογικό σώμα είχε ως ανώτερο κριτήριο επιλογής άλλο από την πρακτική χρησιμότητα προς τους φίλους.

166

Η χειροτονία κάποιου σε επίσκοπο «Ήταν κυρίως η επιβεβαίωση προϋπάρχοντων προσόντων, πνευματικών ή κοινωνικών, και μόνο δευτερευόντως η παραχώρηση της άδειας για μια μεγαλύτερη εμβέλεια δραστηριοτήτων και/ή η παραχώρηση επιπλέον πνευματικών δυνάμεων»

Κατά τους χριστιανούς συγγραφείς, όπως τον Ιερώνυμο, τον Χρυσόστομο, τον Αυγουστίνο το επισκοπικό αξίωμα ήταν ένα έργο «και όχι μια τιμητική διάκριση» ούτε τιμή και δόξα ή αρχή και πηγή αυθεντίας

167

Κι αυτό λεγόταν για να μην εποφθαλμιούν το λειτούργημα

168

Η μεγαλύτερη δεξαμενή από την οποία αντλούνταν μέλη για το επισκοπικό αξίωμα ήταν εκείνη των βουλευτών

Και αντίστοιχα «ως πρόσθετη πηγή τιμής» έβλεπαν οι ανώτερες τάξεις το επισκοπικό αξίωμα.

169

Από τους κατόχους των εκκλησιαστικών αξιωμάτων αναμενόταν οι ίδιες αρετές της δικαιοσύνης, του σεβασμού προς τους νόμους, της ακεραιότητας κ.λπ. όπως κι από τους κατόχους των κοσμικών αξιωμάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επίσκοποι είχαν απορροφηθεί ως κρατικοί υπάλληλοι, αλλά ότι συνέβη μια ανάμιξη στο επίπεδο της γλώσσας, και σε πάπυρους της Αιγύπτου οι πολιτικοί άρχοντες καλούνται με ονόματα όπως ευλαβέστατος και θεοφιλέστατος τα οποία προέρχονται από την Εκκλησία.

170

Οι επίσκοποι αποκαλούνταν με επίθετα τα οποία χρησιμοποιούνταν για το δημόσιο έπαινο κατά την περίοδο αυτήν, και μερικά όπως «υπόδειγμα αρετής» προέρχονται από την αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδο.

171

Οι δημόσιες λειτουργίες που αφορούσαν τα εκκλησιαστικά και κοσμικά αξιώματα ίσως να μην ήταν σαφώς διαχωρισμένες γιατί οι έπαινοι για την ηγεσία ήταν ίδιοι είτε αυτή ήταν κοσμική είτε θρησκευτική.

172

Με τακτικές εισφορές, δωρεές εκ μέρους των αυτοκρατόρων και των πιστών, η εκκλησιαστική περιουσία αυξήθηκε. Επίσης, ο αριθμός των επισκοπών και το μέγεθος του κλήρου αυξήθηκαν.

173

«Πρέπει να υπήρχαν συνολικά 2.000 επίσκοποι» κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή, σε κάποιες περιοχές υπερδιπλασιάστηκαν (Συρία) και σε άλλες δεκαεξαπλασιάστηκαν (Παλαιστίνη)

Υπήρχε «αυξανόμενη εξάρτηση του επισκοπικού διορισμού με βάση κοινωνικά κριτήρια της οικογενειακής προέλευσης, της μόρφωσης και του πλούτου»

Δεν υπάρχουν εκκλησιαστικά κείμενα και κανόνες που να θεωρούν το διακεκριμένο κοινωνικό υπόβαθρο (πλούτος κ.λπ.) ως κριτήριο για την ιεροσύνη και το επισκοπικό αξίωμα. Μεταξύ των κληρικών υπήρξαν τεχνίτες, καλλιτέχνες, εργάτες, πρώην σκλάβοι κ.ά. Ωστόσο, πολύ λίγοι από τους κατώτερης τάξης γίνονταν επίσκοποι.

Για το ποιας κοινωνικής τάξης γίνονταν επίσκοποι, «Το μεγαλύτερο μέρος των ενδείξεων προέρχεται από την αυτοκρατορική νομοθεσία»

174

Η ταπεινή καταγωγή του επισκόπου αναφέρεται στα κείμενα όταν πρέπει να αντισταθμιστεί από τις πνευματικές του δυνάμεις, όταν ο ταπεινής καταγωγής πρέπει να στιγματιστεί όντας ενδοεκκλησιαστικός αντίπαλος

175

Η ιδιότητα του σκλάβου δεν ήταν απαγορευτικό κριτήριο για να γίνει κάποιος επίσκοπος.

Στη νομοθεσία του Ιουστινιανού η χειροτονία συνεπαγόταν την απελευθέρωση (Νεαρά 123.17)

176

Από το α’ μισό του 3ου αι. ο κλήρος μισθοδοτείται από το εκκλησίασμα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την είσοδο στον κλήρο ανθρώπων κατώτερης κοινωνικής τάξης. Το ίδιο συνέβαινε και με τους επισκόπους.

Ωστόσο, αρκετοί κληρικοί συνέχισαν να εξασκούν το επάγγελμά τους

 

177

Ταπεινής καταγωγής επίσκοποι συνέχισαν να εργάζονται και μετά την χειροτονία τους. Αναφέρονται αρκετοί γιατροί.

179

Πέρα από την γνώση γραμμάτων, το επίπεδο της μόρφωσης δεν αποτελούσε σημαντικό κριτήριο για τη χειροτονία στο επισκοπικό λειτούργημα.

180

Η παιδεία ωστόσο ήταν προσόν για τον επίσκοπο, τόσο στις σχέσεις του με την κοινωνία και το κράτος

183

«Οι περισσότεροι επίσκοποι της Ύστερης Αρχαιότητας προέρχονταν από την δημοτική ελίτ των πόλεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τους βουλευτές. Ήταν οικογένειες γαιοκτημόνων»

«Ο εκχριστιανισμός των βουλευτών είχε προχωρήσει με έναν ιδιαίτερα ταχύ ρυθμό κατά τον 3ο και 4ο αι.», όπως αυτό φαίνεται και σε παπύρους της Αιγύπτου

184

Η μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών στο ανατολικό τμήμα ήταν χριστιανοί. Στα τέλη του 4ου αι., «έχει εκτιμηθεί ότι ο αριθμός των βουλευτών ήταν 250.000»

Η αυτοκρατορική νομοθεσία ασχολείται εκτεταμένα με τους βουλευτές που ήθελαν να ενταχθούν στον κλήρο. Με τα προνόμια του Κωνσταντίνου οι βουλευτές θεώρησαν ελκυστικό για οικονομικούς λόγους να ενταχθούν στον κλήρο

185

Το κράτος επεδίωκε να μην μένει αναξιοποίητη η περιουσία όσων βουλευτών γίνονταν κληρικοί. «Στα 531 ο Ιουστινιανός απαγόρευσε τη χειροτονία όσων είχαν υπηρετήσει ενεργώς στη βουλή»

Κατά τον 4ο αι. αυξάνεται ο αριθμός των βουλευτών προερχόμενων από τη μεσαία αστική τάξη

Δεν είναι βέβαιο ότι «το έμμεσο αποτέλεσμα των προνομίων του Κωνσταντίνου» ήταν η αύξηση του αριθμού των επισκόπων προερχόμενων από την τάξη των βουλευτών, αλλά μπορεί να έχουμε απλώς αύξηση των πηγών ή απλώς του χριστιανικού πληθυσμού.

186

Είτε οι βουλευτές χειροτονούνταν στο τέλος της ζωής τους επίσκοποι, αφού πρώτα είχαν εισέλθει στην κρατική ιεραρχία είτε αντί να εισέλθουν, μετά το τέλος της εκπαίδευσής τους, στην κρατική ιεραρχία, προτίμησαν τον ασκητισμό και κατόπιν έγιναν επίσκοποι.

188

Συγκλητικοί άρχισαν να γίνονται επίσκοποι από τα τέλη του 4ου αι.

189

Στην Αίγυπτο δεν υπήρχαν συγκλητικής προέλευσης επίσκοποι αλλά οι περισσότεροι από αυτούς κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες

195

Η κοινωνική διάρθρωση της ομάδας των επισκόπων αντιστοιχούσε στην κοινωνική διάρθρωση των μελών της χριστιανικής κοινωνίας και στην ίδια την κοινωνία

Σχετικά με τα κριτήρια που είχαν οι επίσκοποι προκειμένου να χειροτονηθούν, δεν υφίσταται διχοτομία μεταξύ αυτών που κινούνταν από την κοινωνική φιλοδοξία κι εκείνων που κινούνταν από την θρησκευτική αφιέρωση, γιατί αυτά υπήρχαν ταυτόχρονα.

200

Τον 3ο αι. ο επίσκοπος εκλεγόταν από το ποίμνιο και τους ιερείς ενώ τον 4ο αι. από τους άλλους επισκόπους

Εκλέγονταν επίσκοποι επειδή είχαν βοηθήσει την πόλη τους ή την Αυτοκρατορία. Ο πλούτος είχε μεγάλη σημασία

202

Οι προερχόμενοι από ανώτερο κοινωνικό πλαίσιο μπορούσαν να γίνονται επίσκοποι δίχως να περνάνε από τους ενδιάμεσους βαθμούς

203

Όσο κι αν αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη νομοθεσία, κοσμική κι εκκλησιαστική

205

Επίσκοποι προερχόμενοι από την τάξη των βουλευτών και των συγκλητικών έβλεπαν την χειροτονία τους ως σταδιοδρομία μετά την συνταξιοδότησή τους από τα πολιτικά αξιώματα, αλλά ο Ιουστινιανός απαγόρευσε κάτι τέτοιο σε πρώην βουλευτές

207

ή χρησιμοποιούσαν το αξίωμα ως μεσοδιάστημα στην διακοπτόμενη υπαλληλική σταδιοδρομία τους

210

Οι επισκοπές έμοιαζαν με τα αρχοντικά της αριστοκρατίας, των επαρχιακών κυβερνητών και των πλουσίων

211

Η αρχαιολογική μαρτυρία για τα σπίτια των επισκόπων «δείχνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των επισκόπων, αυτοί που έμειναν ανώνυμοι…προέβαλε τη δημόσια εικόνα μιας ικανής, λειτουργικής διοίκησης που έβαζε τον εαυτό της στις υπάρχουσες αστικές δομές, χωρίς να τραβά την προσοχή στον εαυτό της. Οι σοκαριστικές περιγραφές για επισκόπους που ξεχώριζαν τους προοριζόμενους για τους φτωχούς πόρους προκειμένου να καταπιαστούν με φιλόδοξα κατασκευαστικά πλάνα πρέπει, συνεπώς, να ιδωθούν στη σωστή προοπτική, ως μεμονωμένα περιστατικά»

 

212

Υπήρχε η συνήθεια να δίνονται χρήματα στους κληρικούς της εκκλησίας του κατά την χειροτονία, πολύ περισσότερα από όσα έδινε κάποιος που διοριζόταν κυβερνήτης, τα οποία συχνά ήταν και δωροδοκία.+

Για τους πλούσιους υποψήφιους επισκόπους, η θέση ήταν ελκυστική όχι λόγω των οικονομικών ευκαιριών που προσέφερε αλλά λόγω του κοινωνικού κύρους και της αναγνωρισιμότητας και σημασίας που περιέβαλε

216

Η περιουσία της εκκλησίας αυξανόταν λόγω εθελοντικών εισφορών, δωρεών ιδιωτών, της αυτοκρατορικής οικογένειας και αριστοκρατών,

217

Υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες οι επίσκοποι χρησιμοποιούσαν για δικό τους όφελος τους εκκλησιαστικούς πόρους, και με αυτό ασχολείται και η νομοθεσία και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Η συχνότητά τους είναι απροσδιόριστη, αλλά

218

Η Δ’ Οικουμενική όρισε ότι ο οικονόμος κι όχι ο επίσκοπος θα διαχειρίζονται τους πόρους της εκκλησίας.

220

«Οι δημόσιες λειτουργίες που ασκούσε ο επίσκοπος στην πόλη του μπορούσαν να ασκηθούν από οποιονδήποτε άλλο απολαύανε τη δημόσια αναγνώριση, είχε κάποιο βαθμό εξουσίας και πρόσβαση στους απαραίτητους πόρους»

Όπως παλιότερα οι επαρχιακοί κυβερνήτες, οι πρωτοβυζαντινοί επίσκοποι ασχολούνταν με κατασκευαστικά πλάνα, βοηθούσαν την πόλη σε καιρό λιμού ή πληθωρισμού, μεσίτευαν στις αυτοκρατορικές αρχές υπέρ της πόλης ή υπέρ ιδιωτών, αλλά συνήθως κατάγονταν από την πόλη όπου επισκόπευαν.

221

Τα αναγειρόμενα κτήρια όχι μόνο διακήρυσσαν την ισχύ του κτήτορα αλλά και την δημόσια αναγνωρισιμότητα του Χριστιανισμού

222

Πέρα από εκκλησιαστικά κτήρια οι επίσκοποι ανοικοδομούσαν τείχη, φυλακές, σιταποθήκες και υδραγωγεία.

223

δρούσαν ως δημόσιοι παράγοντες με αυτόν τον τρόπο και είτε συνέχιζαν την οικογενειακή παράδοση της ανώτερης στάθμης οικογένειάς τους είτε εντάσσονταν στην ανώτερη τάξη

224

Η φιλανθρωπία ήταν μέτρο για την αποτυχία ή την επιτυχημένη άσκηση του λειτουργήματος του επισκόπου

 

225

Η φιλανθρωπία του τον καθιστούσε υπερασπιστή ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού και ήταν οργανωμένη και τακτική

Εκτός από τα παραπάνω  Υπήρχε

228

η υποχρέωση του επισκόπου να απελευθερώνει αιχμάλωτους προσφέροντας λύτρα

230

Η νομοθεσία του Λέοντα Α’ σε κάποιες περιπτώσεις ορίζει τον επίσκοπο ως τον διαχειριστή διαθηκών στις οποίες μέρος των χρημάτων θα χρησιμοποιείται για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, ενώ αργότερα ο Ιουστινιανός όρισε ότι μόνο ο επίσκοπος ή ο σκευοφύλαξ μπορούν να εκποιούν τα λειτουργικά σκεύη της εκκλησίας με αποκλειστικό σκοπό την απελευθέρωση αιχμαλώτων.

Η απελευθέρωση αιχμαλώτων από ληστές και εξωτερικούς εχθρούς, πρέπει να ήταν «μια από τις κύριες δραστηριότητες των επισκόπων όποτε η οικονομική και κοινωνική αστάθεια επηρέαζε την Αυτοκρατορία στο εσωτερικό και οι πόλεμοι από τα σύνορα»

Ακόμη και μη χριστιανούς απελευθέρωναν

232

Έτσι, αναδεικνύονταν ως ηγέτες της πόλης του

233

Επίσης, σε περίοδο πείνας προμήθευαν τις πόλεις τους με τρόφιμα ενίοτε λειώνοντας τα πολύτιμα αντικείμενα των εκκλησιών

Έτσι, τον 6ο αι. ήταν εκλέκτορας του σιτώνα ή curator frumenti comparandi, που είχε την ευθύνη της διανομής σίτου στην πόλη. Αν δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της πόλεις, οι εκλέκτορές του συμμετείχαν στην προμήθεια.

237

Δεν ισχύει ότι οι επίσκοποι ενσωματώθηκαν από τον Κωνσταντίνο στο διοικητικό μηχανισμό (προσφωνήσεις, χρήση δημόσιων συγκοινωνιών, εξαίρεση ιερέων βουλευτικής προέλευσης από δημόσιες λειτουργίες όπως και των εθνικών και ιουδαίων, δικαίωμα προσφυγής πρώτα σε εκκλησιαστικά δικαστήρια)

241-242

Επί ένα αιώνα ήταν ο επίσκοπος αρμόδιος για την απελευθέρωση των δούλων

242

Στα 412 του ανατέθηκε το ζήτημα της υιοθεσίας των έκθετων παιδιών

Αλλά η συμβολαιογραφική του εξουσία δεν εκτεινόταν πέραν της απελευθέρωσης δούλων ή της φροντίδας των ορφανών, π.χ. σε θέματα όπως ο γάμος και αγοροπωλησίες

243

Αργότερα (318), ο Κωνσταντίνος έδωσε δικαιώματα δικαστή στους επισκόπους, αρχικά με προϋποτιθέμενη τη συμφωνία και των δυο διάδικων, ενώ ένας νόμος (333) του οποίου η εγκυρότητα αμφισβητείται, αρκείται στην προσφυγή του ενός από τους διάδικους

244

Από το 376 κ.ε., οι νόμοι δίνουν δικαστική δικαιοδοσία στον επίσκοπο αλλά όχι σε ποινικές υποθέσεις παρά μόνο σε θρησκευτικές και με τη συγκατάθεση όλων των διάδικων

246

Η ενασχόληση πολλών επισκόπων με δικαστικές υποθέσεις ήταν πολύωρη.

Τα επισκοπικά δικαστήρια είχαν τις ίδιες δυνατότητες για επιβολή σωματικών τιμωριών και φυλάκισης, αν και ασκούσαν περιορισμένη βία. «Οι υποθέσεις ποίκιλαν από ιδιοκτησιακά θέματα, συζυγικά προβλήματα και περιπτώσεις ανάρμοστης σεξουαλικής συμπεριφοράς ώς τη νομική κηδεμονία γυναικών και τα ζητήματα προσωπικής ελευθερίας»

248

Ωστόσο, οι διάδικοι με βάση τους παπύρους, ζητούσαν ως δικαστή κι άλλους μη κρατικούς αξιωματούχους, εκκλησιαστικούς (ηγουμένους, ερημίτες) ή κοσμικούς (αρχηγοί χωριών, έκδικοι)

Το πλεονέκτημα του επισκοπικού δικαστηρίου ήταν η εύκολη πρόσβαση, η απουσία αργοπορίας και διαφθοράς.

253

Ο επίσκοπος μπορούσε να έρθει σε αντιδικία με τις αρχές που καταδίωκαν όσους έβρισκαν άσυλο στο ναό.

256

Είχαν την επίβλεψη του ασύλου, και χωρίς να ειδοποιηθεί και να τον συμβουλευτούν οι αρχές, δεν αποσπόταν από το ναό ο αιτών άσυλο.

257

Ο επίσκοπος ήταν ο εγγυητής του εκκλησιαστικού άσυλου, το οποίο ήταν συχνά αντικείμενο αίτησης από πολλούς μετά το β’ μισό του 4ου αι.

258

Ο επίσκοπος έδινε και βεβαιωτικά έγγραφα (λόγους ασυλίας) με τα οποία κάποιος απολάμβανε για κάποιο χρονικό διάστημα άσυλο ακόμη κι αν δεν βρισκόταν εντός της εκκλησίας

260

Οι επίσκοποι είχαν το δικαίωμα της παρρησίας στον αυτοκράτορα

262

Οι εκκλήσεις των επισκόπων υπέρ της πόλης τους είναι σημαντικές, και κατάφερναν να αλλάξουν τον νόμο ή να θεσπίσουν καινούργιο, χωρίς πάντα πλήρη επιτυχία.

265

Οι εκκλήσεις των επισκόπων απευθύνονταν και στους κυβερνήτες των επαρχιών.

Στόχοι των εκκλήσεων ήταν η ελάφρυνση των φορολογικών βαρών

265-266

Λόγω των επανειλημμένων επισκοπικών ταξιδιών, τόσο οι σύνοδοι όσο και η εξουσία προσπάθησαν να τα περιορίσουν

269

Επειδή οι επίσκοποι ήταν μεσάζοντες όχι μόνο μεταξύ μιας πόλης και του κράτους αλλά και μεταξύ του Θεού και του ηγεμόνα, μπορούσαν να πετύχουν ευκολότερα από έναν απλό ρήτορα στην έκκλησή τους.

 

273

Η ικανότητα των επισκόπων να επηρεάζουν θετικά τον αυτοκράτορα εξαρτιόταν τόσο από τον θεσμικό και κοινωνικό ρόλο τους (όπως των επιφανών πολιτών) όσο και από την αίσθηση ασκητισμού (όπως των ερημιτών και ασκητών) που ανέδυε η συμπεριφορά τους

276

Ώς τον 6ο αι. χρησιμοποιείτο ο τίτλος επίσκοπος ενώ οι τίτλοι μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος και πατριάρχης ήταν σπανίως σε χρήση

278

Η εξουσία θεωρούσε ότι ο κλήρος ήταν ή έπρεπε να είναι εξαιρετικής αρετής και ανάλογα νομοθετούσε για όσους δεν ανταποκρίνονταν σε αυτήν την εικόνα.

279

Η αρετή του κλήρου (και των επισκόπων) αποτελούσε κατά τους αυτοκράτορες εγγύηση για την καλή κατάσταση της Αυτοκρατορίας.

280

Δεν ήταν η παρακμή της αυτοκυβέρνησης μιας πόλης αυτή που οδήγησε στην αύξηση της ισχύος των επισκόπων. Αντίθετα, «οι πιο επιφανείς πολίτες ενώνονται με τον επίσκοπο για την παροχή ηγεσίας στην πόλη»

283

Οι βουλευτές που ήθελαν να φύγουν από τα καθήκοντά τους ήταν όσοι δεν ήταν επαρκώς πλούσιοι.

285

Η φυγή τους αυτή οφείλεται στο μεγάλο χάσμα μεταξύ των πλούσιων που γίνονταν πλουσιότεροι και των πτωχών βουλευτών που γίνονταν φτωχότεροι.

 

288

Ο πρώτος νόμος που αναφέρεται στην ανάμιξη του επισκόπου στα της πόλεως χρονολογείται στα 409 και αφορά στη συμμετοχή του στην εκλογή του defensor civitatis.

Νόμος του Αναστάσιου ορίζει πάλι τον επίσκοπο ως συνεκλέκτορα του σιτώνα, και υπεύυνο για την παροχή προμήθειας σε είδος στους στρατιώτες της περιοχής. Ο Ιουστινιανός με νόμους του απαιτεί ο επίσκοπος να ασχολείται με τα οικονομικά και διοικητικά ζητήματα της πόλης

Advertisements
This entry was posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s