Σιένα καὶ Τζιότο. Βυζαντινὴ καὶ Δυτικὴ τέχνη.

σάρωση0789

Πηγή

Οἱ δυὸ παραδόσεις, τοῦ Τζιότο (γοτθικὴ καὶ βυζαντινὴ) καὶ ἡ βυζαντινὴ καὶ ἰταλοβυζαντινή, ἔχουν τὶς ἑξῆς διαφορὲς στὸ ζήτημα τῆς πρόσβασης τοῦ θεατῆ στὰ ὑπερφυσικὰ πρόσωπα:

Ἡ βυζαντινὴ ζωγραφικὴ ἀποσκοπεῖ νὰ καταδείξει τὴν θεϊκότητα καὶ ὐπερφυσικὴ πνευματικότητα τῶν ἀπεικονιζόμενων προσώπων, πράγμα ποὺ συνεπάγεται τὴν ἐπιδίωξη νὰ ὑπάρχει μιὰ ὁρισμένη ἀπόσταση μεταξὺ τοῦ θεατῆ καὶ τοῦ εἰκονιζόμενου προσώπου. Ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα παράθυρο στὸ Ὑπερφυσικό, ποὺ επεκτείνεται στὸ χῶρο τοῦ θεατῆ: Ἡ μορφὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ χρυσὸ φόντο καὶ εἰσέρχεται στὸν χῶρο τοῦ θεατῆ, ὁ χῶρος της εἶναι ὁ δικός μας. Κατὰ κάποιο τρόπο, τὸ Ὑπερφυσικὸ διαχέεται καὶ ἐπεκτείνεται στὸ φυσικὸ χῶρο τῶν ἀνθρώπων. Παρὰ ταῦτα, ἕνας ὁρισμένος βαθμὸς ἀπόστασης (κι ἀδυναμίας νὰ τὴν ξεπεράσει κάποιος) μεταξὺ ἀνθρώπινου – Ὑπερφυσικοῦ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δηλώνεται κατὰ τὶς ἀντιλήψεις τῆς βυζαντινῆς τέχνης, προκειμένου νὰ μὴν πάψει νὰ δηλώνεται καὶ νὰ ἀναγνωρίζεται ἡ θεϊκότητα λ.χ. τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἀγγέλων κ.ο.κ.

Ἡ δυτικὴ τέχνη τοῦ Τζιότο καὶ τῶν μιμητῶν του θέλει νὰ ἐξανθρωπίσει τὸ Ὑπερφυσικό, νὰ τὸ κάνει πιὸ προσιτὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄρα καὶ πιὸ κατανοητό, μέσω τοῦ συναισθηματισμοῦ ἢ τῆς τρισδιάστατης ἀπεικόνισης καὶ τῆς γραμμικῆς προοπτικῆς. Τὸ τίμημα γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ὑπερφυσικῆς πνευματικότητας γιὰ χάρη μιᾶς καθαρὰ ἀνθρώπινης πνευματικότητας. Ἂν τὸ Ὑπερφυσικὸ εἶναι ἁπλῶς ἀνθρώπινο, τότε παύει νὰ εἶναι θεϊκό. Ἂν ἡ Παναγία ζωγραφίζεται μὲ βάση μοντέλα σύγχρονων γυναικῶν (ἢ καὶ ἐρωμένων, ὅπως γινόταν στὴν Ἀναγέννηση), τότε ἡ εἰκόνα δὲν ἀποδεικνύει τὴν θεϊκότητα τῶν εἰκονιζόμενων προσώπων ὅσο οἰκεία κι ἂν μᾶς φαίνεται θηλάζοντας τὸ Βρέφος. Ἀπὸ ἐξωεκκλησιαστικὴ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὴ σκοπιά, αὐτὸ εἶναι πολὺ καλό. Ἀπὸ ἐκκλησιαστικὴ σκοπιά, ὅμως (καὶ τέτοια σκοπιὰ εἶχαν οἱ καλλιτέχνες καὶ οἱ χορηγοὶ τῆς τέχνης τοῦ Τζιότο), εἶναι τελείως λανθασμένο καὶ ἀποτυχημένο.

Ἔτσι, προκύπτει μιὰ διχογνωμία, ὅπου εἴτε πρέπει νὰ διαλέξει κάποιος τὴν ὑπερβατικότητα εἴτε τὸν ἀθεϊσμό καὶ τὸν ἀποχριστιανισμό. Καί, συνεπῶς, ἐκείνη τὴν ἀντίληψη γιὰ τὴ σχέση Θείου-Ἀνθρώπινου τὴν ὁποία ὁ Πλάτων ἐκφράζει ὡς θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται. Πράγμα ποὺ σημαίνει τὴν ἀναίρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὸν ἑαυτό του στὴν πίστη γιὰ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου-Θεοῦ, ὅτι ἄνθρωπος καὶ θεὸς ταυτίστηκαν στὸ ἴδιο πρόσωπο (ἄρα καταργήθηκε ἡ ἀπόσταση -τουλάχιστον γιὰ ἕναν ἄνθρωπο).

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε δυὸ πράγματα γιὰ τὴ βυζαντινὴ τέχνη. Πρῶτον, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Βυζαντινοὶ θεωροῦσαν ρεαλιστικὴ κι ὄχι μὴ ρεαλιστικὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη τους. Δηλαδή, δὲν ἔνοιωθαν ὅτι ἡ τέχνη τους ἦταν ἀφηρημένη-ὑπερβατική, ἀντινατουραλιστική. Ἀντίθετα, ἡ Παναγία ἀπεικονιζόταν ἀκριβῶς ὅπως ἦταν, ὁ Χριστὸς ἀκριβῶς ὅπως εἶχε ἐνσαρκωθεῖ κ.ο.κ. Σὲ αὐτὸ συνέβαλε καὶ ὅτι χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὶς ἐκφράσεις τους (τὶς περιγραφὲς ἔργων τέχνης καὶ εἰκόνων) τὴ γλώσσα καὶ τὶς λογοτεχνικὲς συμβάσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τῶν ὁποίων ἡ τέχνη ἦταν πιὸ ρεαλιστική. Τὸ δεύτερο, ὅτι ὑπῆρχε μιὰ διαβάθμιση στὴν ἀφαίρεση: Ὁ Χριστὸς ἀπεικονίζεται πιὸ ἀφηρημένα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ἕνας ἀσκητὴς πιὸ ἀφηρημένα ἀπὸ ἕναν ἄγγελο, ἕνας στρατιωτικὸς ἅγιος λιγότερο ἀφηρημένα ἀπὸ ἕναν ἀσκητὴ ἅγιο κ.ο.κ.

Ἕνα τρίτο στοιχεῖο εἶναι ὅτι ἂν κάποια χριστιανικὴ τέχνη ἔβαλε πρώτη τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο τοῦ πάθους, τῆς λύπης κ.ο.κ., αὐτὴ ἦταν ἡ βυζαντινή, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴ δυτική. Ἕνας ἄλλος, μὴ ἐκκλησιαστικὸς-θεολογικὸς φραγμὸς γιὰ τὴ βυζαντινὴ τέχνη γιὰ νὰ μὴν ἀπεικονίσει πλήρως ρεαλιστικὰ τὰ ὑπερφυσικὰ πρόσωπα ἦταν ἡ ἀρχαιοελληνικὴ τέχνη. Οἱ μορφὲς τῶν ἀρχαίων θεῶν δὲν ἔχουν τίποτε τὸ ὑστερικό-συναισθηματικό, δὲν ἔχουν ἔνταση, εἶναι ἀτάραχες καὶ γαλήνιες, παρ’ ὅλο ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ρεαλιστικὰ ἀπεικονιζόμενες ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς μορφές. Οἱ δυτικὲς μορφὲς κατὰ τὸν 13ο αἰ. τῶν Ἀποστόλων ποὺ ξεσπᾶνε σὲ κοπετοὺς καὶ διπλώνονται ἀπὸ τὸ κλάμα μπροστὰ στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εἶναι καλλιτεχνικῶς κάτι ὄχι μόνο ἀντιβυζαντινὸ ἀλλὰ καὶ «ἀνθελληνικό». Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βερισμὸς (ἡ τελείως ρεαλιστικὴ ἀπεικόνιση τοῦ προτύπου) ἦταν ἀρχαῖο ρωμαϊκὸ κι ὄχι ἀρχαῖο ἑλληνικό-κλασσικὸ ἰδίωμα. Κι ἂν ἡ ἑλληνιστικὴ τέχνη ἄφησε τὸ κλασσικό, δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ χάρη τοῦ βερισμοῦ. Αὐτὸν τὸν ρωμαϊκὸ βερισμὸ ἀλλὰ καὶ τευτονικὸ-γοτθικὸ δραματικὸ συναισθηματισμό συνεχίζει ὑπογείως ἡ δυτικὴ τέχνη ἀπὸ τὸν Τζιότο καὶ μετά -φυσικά, μὲ τὶς δικές της καινοτομίες.

Τὸ ζήτημα, λοιπόν, εἶναι νὰ αἰτιολογηθεῖ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ ἡ ἄρνηση τῶν Βυζαντινῶν νὰ δεχτοῦν τὴν τέχνη τῆς Ἰταλίας τοῦ 14ου αἰ. ὡς ἀνώτερη. Ὣς ἕνα σημεῖο θέλω νὰ πιστεύω ὅτι κατέδειξα τὴν αἰτιολόγηση. Τὸ ἄλλο, τὸ πρόβλημα τῆς πρόσβασης τοῦ ἀνθρώπινου στὸ θεῖο καὶ τῆς ταυτόχρονης ἀπόστασης ἀνθρώπινου-θείου, πάντα στὸ πλαίσιο τῆς τέχνης, εἶναι ἀκόμη πιὸ φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικό.

Ὁπωσδήποτε, ἡ κατηγορία ἐναντίον τῆς βυζαντινῆς τέχνης ὅτι ἐμποδίζει τὴν μεγαλύτερη ταύτιση τοῦ πιστοῦ μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ πρόσωπα πρέπει νὰ ἐξετάζεται ξεχωριστὰ ὅταν ὁ κατήγορος εἶναι χριστιανὸς καὶ ξεχωριστὰ ὅταν δὲν εἶναι. Γιατὶ στὴν πρώτη περίπτωση ὁ κατήγορος πρέπει νὰ ἀποδείξει ὅτι δὲν συνέβη ὁ ἀποχριστιανισμὸς τῆς δυτικῆς τέχνης τοὺς τελευταίους πέντε αἰῶνες (πράγμα ἀναπόδεικτο)· ὅτι ἡ ἐκκοσμίκευσή της ἔπεισε περισσότερο καὶ δὲν ὁδήγησε (στὸ βαθμὸ ποὺ τῆς ἀναλογεῖ) στὸν γενικότερο ἀποχριστιανισμό. Νὰ ἀποδείξει ὅτι φιλοσοφικὰ-θεολογικὰ δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ τὸ Ἀκατανόητο (ἄρα καὶ στὴν «ἀπόσταση» ὡς καλλιτεχνικὴ ἐκδήλωσή του) στὸν Χριστιανισμό, στὸν πυρήνα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Κι ὅτι ἡ Ἀκατανοησία συνεπάγεται τὴν Ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸ Χριστιανισμό. Ἀλλὰ ὁ Ἀγνωστικισμὸς δὲν ἦταν μόνο ἀντιχριστιανικὸς μὰ καὶ χριστιανικός. Ὅταν ὁ χριστιανὸς ἐπικριτὴς τῆς «ἀχρονικότητας-ἀπόστασης»  (στὴ βυζαντινὴ τέχνη καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία) ἐπισείει τέτοιον κίνδυνο, ξεχνᾶ ὅτι ἀπὸ τὸν Ἀγνωστικισμό, ἐξ ἀπόψεως λογικῆς, μπορεῖ νὰ προκύψει τόσο ἡ ἐπιθυμία ἐνασχόλησης μὲ τὸ καθαρὰ γήινο-κοσμικὸ ὄσο καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ πρωτείου τῆς πίστης· κι ἄρα, ὅτι μόνο ἡ πρώτη ἐναλλακτικὴ ὑπάρχει. Ἄλλωστε, τὸ Ἄγνωστο δὲν εἶναι ποτὲ Ἐντελῶς Ἄγνωστὸ ἅπαξ καὶ ὁριστεῖ ἔστω καὶ ἐλάχιστα -ἐμπεριέχει ἕναν ἐλάχιστο πυρήνα ὑποθετικὰ γνωστῶν ἰδιοτήτων.

Υ.Γ.

Ἐπιπλέον, ἡ ἕνωση αὐτὴ Θείου-Ἀνθρώπινου δὲν θὰ μποροῦσε -μὲ χριστιανικὰ κριτήρια- νὰ γίνει μὲ ἀνάβαση τοῦ Ἀνθρώπου στὸ Θεῖο, ἀλλὰ μὲ κατάβαση-ἀποκάλυψη τοῦ Θείου στὸ Ἀνθρώπινο. Κι ἐπειδὴ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρομαι καὶ στὸν Ράμφο, ὁ ὁποῖος εἶναι καλὸς μελετητὴς τοῦ Πλάτωνα, τόσο καλὸς ποὺ νὰ τὸν μπερδεύει μὲ τὸ Χριστιανισμό, ἀνεπίγνωστα, φυσικά: Τὸ ζήτημα εἶναι τί χριστιανικὰ ἀποτελέσματα παράγει ἡ δυτικοχριστιανικὴ «χρονοποίηση» σὲ σχέση μὲ τὴν ἀνατολικορθόδοξη «ἀδυναμία ἐγχρονισμοῦ». Κι ὄχι τί λεκτικὲς καὶ καλλιτεχνικὲς φόρμες βρῆκε ἐπιπλέον ἡ δυτικοχριστιανικὴ ἐκδοχή.

Ἐπειδή, ὡς καλὸς κονδυλικὸς ποὺ εἶμαι, δὲν πιστεύω ὅτι ἡ ἀρχικὴ κοσμοθεωρητικὴ θέση εἶναι ὀρθολογικὴ ἀλλὰ ὅτι ἁπλῶς ἐκλογικεύεται ἄπειρα, καταλαβαίνω ὅτι ἡ ὑποτίμηση (μὲ τὸ χαρακτηρισμό της ὡς ἀχρονικοῦ) τοῦ ἀνατολικορθόδοξου δὲν εἶναι φιλοσοφικὰ ὀρθή. Οἱ ἐκσυγχρονιστὲς τοῦ Ράμφου πιστεύουν -ἀνεπίγνωστα- ὅτι κάθε κοσμοθεωρητικὴ θέση εἶναι ὀρθολογικὴ καὶ ἀποδείξιμη, γι’ αὐτὸ καὶ (καθὼς καὶ λόγω τῆς δυτικῆς ὑλικῆς ἰσχύος) ἐπιμένουν τόσο πολὺ νὰ «κατατροπώνουν» ὡς ἀτροφική, παράλογη ἢ καθυστερημένη τὴν ἀνατολικορθόδοξη ἀρχικὴ κοσμοθεωρητικὴ θέση. Οἱ ἀνατολικορθόδοξοι κάνουν τὸ ἴδιο λάθος, ἴσως ἀπὸ ἀντίδραση. Ὡστόσο καὶ πέρα ἀπὸ αὐτό, μὲ βάση τὰ χριστιανικὰ κριτήρια ἔχουν τὸ καλλιτεχνικὸ δίκαιο μὲ τὸ μέρος τους.

Ὅπως μὲ τὸ γοτθικὸ στύλ, καὶ γιὰ τὴν ὑποτίμηση τοῦ βυζαντινοῦ ἀπὸ τοὺς Νεοέλληνες, ἔτσι κι ἐδῶ, δὲν μπορεῖ κανεὶς παρὰ νὰ διαλέξει ἀνορθολογικά. Ἀναγνωρίζω στὸ βυζαντινὸ στὺλ τὸν ἑαυτό μου καὶ γι’ αὐτὸ εἶμαι «Βυζαντινός». Ὄχι τὸ ἀνάποδο, «νὰ ἀγαπῶ τὸ βυζαντινὸ στὺλ ἐπειδὴ εἶναι τῆς πατρίδας μου». Ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἐκτιμῶ τὸ γοτθικὸ ἢ ἀναγεννησιακὸ στὺλ ὄχι γιὰ ἐθνικιστικοὺς λόγους ἀλλὰ γιατὶ εἶμαι διαμορφωμένος ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ στύλ. Σαφῶς ἰσχύει τὸ ὅτι ἐπειδὴ γεννήθηκα ἐδῶ καὶ μεγάλωσα ἀνάμεσα σὲ βυζαντινοὺς ναούς κι ἀρχαῖες κολῶνες, ἐξοικειώθηκα μαζί τους, ἀλλὰ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα εἶναι ἐπειδὴ μ’ ἀρέσει τὸ «βυζαντινὸ» ὁ λόγος ποὺ ταυτίζομαι μὲ τὴν κοιτίδα τοῦ «βυζαντινοῦ» μὲ τὴν Ἑλλάδα -ὄχι τὸ ἀνάποδο, πράγμα ποὺ θὰ ἦταν καταναγκασμός. Ἕνας «Βυζαντινὸς-Νεοέλληνας μὲ ἀρέσκεια γιὰ τὸ γοτθικὸ στὺλ εἰς βάρος τοῦ βυζαντινοῦ στὺλ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει -δὲν εἶναι κἂν «Βυζαντινὸς»-Νεοέλληνας. Οὔτε κἂν Οὑνίτης, ἴσως Φραγκολεβαντίνος. Ὄχι ἐπειδὴ εἶναι ἐθνικιστικὰ προδότης ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ «Νεοελληνικὸ»-Βυζαντινὸ δὲν πῆρε ἀπὸ τὸ «γοτθικὸ» παρὰ μόνο ἔδωσε, δὲν ἔχει πολιτισμικὴ σχέση μὲ τὸ «γοτθικό» (παρὰ τὶς ὑπόγειες συνεισφορὲς τοῦ βυζαντινοῦ στὸ γοτθικό) -ἐκτὸς κι ἂν δεχτοῦμε ὡς νεοελληνικὸ ὅ,τι φαντάστηκαν στὰ γραφεῖα τους οἱ Βαυαροὶ καὶ λίγοι στοχαστές τὸ ὁποῖο διαδόθηκε μόνο μετὰ τὸ 1950-1960. Οἱ Βυζαντινοὶ ἀδιαφόρησαν παντελῶς γιὰ τὸ γοτθικὸ στὺλ παρὰ τὴν ἐμφύτευσή του στὸν βυζαντινὸ χῶρο κατὰ τὴν Φραγκοκρατία. Ψάχνει κανεὶς μὲ κόπο γιὰ νὰ βρεῖ κάποιες γοτθικὲς ἐπιδράσεις σὲ μεταβυζαντινὲς ἐκκλησίες -εἰδικὰ σὲ μέρη ὅπου δὲν πάτησαν γιὰ πολὺ οἱ Εὐρωπαῖοι. Ἀλλὰ καὶ πρὶν τὴν «ἐθνικὴ ταπείνωση» τοῦ 1204 καὶ τὶς προστριβὲς τῆς Γ’ Σταυροφορίας, ὅταν ἦταν ἰσχυροί, πάλι «περιφρονοῦσαν» τὸ γοτθικὸ καὶ τὸ ρωμανικὸ στύλ, ἔχτιζαν καὶ ζωγράφιζαν σὰν αὐτὰ νὰ μὴν ὑπῆρχαν.

This entry was posted in τἐχνη, φιλοσοφίες, Δυτικοί, Δύση and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s