Τὰ νινιά

eikonomaxia

Ἡ βυζαντινὴ Εἰκονομαχία πρέπει νὰ ἦταν ἡ μεγαλύτερη πολιτικὴ-ἰδεολογικὴ διαμάχη στὴν Ἱστορία μὲ ἀντικείμενο τὴ ζωγραφική. Ποτὲ ἄλλοτε (οὔτε κατὰ τὴ σχετικὴ μεταρρύθμιση τῶν Προτεσταντῶν -γιατὶ ἄλλα πράγματα συμβόλιζε ἡ εἰκόνα / ἁγιογραφία στοὺς Δυτικούς καὶ ἄλλα στὴ Ρωμανία) δὲν τέθηκαν στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό (τὸν πολιτισμὸ ποὺ ἀποδέχεται τὴν Ἑλλάδα, τὴ Ρώμη καὶ τὸν Χριστιανισμό) τόσο ρητὰ τὰ ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴν ἀνθρωπομορφικὴ ἀπεικόνιση τοῦ θεοῦ, καὶ τελικὰ τὸ ζήτημα κατὰ πόσο εἶναι ἀξίζει νὰ ἀπεικονίζεται ἡ ἀνθρώπινη μορφή. Ἡ ἀντιπαράθεση Εἰκονόφιλων-Εἰκονομάχων ἔχει ἐκληφθεῖ λανθασμένα ὡς διαμάχη -κατὰ κύριο λόγο- τῆς ἑλληνικῆς ἀντίληψης περὶ θεοῦ μὲ τὴν ἀσιατική. Φυσικά, ἰσχύει ὅτι ἡ ὑπεράσπιση τῶν εἰκόνων ἦταν καὶ δεῖγμα ἑλληνικότητας, ὅμως δὲν ἦταν μόνο αὐτό. Στὴν πραγματικότητα, ἡ παράταξη τῶν Εἰκονόφιλων ἀποτελεῖ τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο τῆς ταύτισης Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸν πολυθεϊστικὸ Ἑλληνισμὸ κι ὄχι στὸν ἰουδαϊκὸ Μονοθεϊσμὸ ἐπιτρέπεται καὶ θεωρεῖται αὐτονόητη ἡ ἀπεικόνιση τοῦ θεοῦ. Ἐπίσης, εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Εἰκονομάχοι ἔκαναν λόγο γιὰ «τὴν ἀθέμιτον τῶν ζωγράφων τέχνην«, τὴν ὁποία ἀποκαλοῦσαν «χυδαία τοῦ Ἕλληνος τέχνη» (G. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τ. 13, σσ. 240, 277).

Ὅμως, οἱ Εἰκονόφιλοι δὲν ὑποστήριζαν τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ ἁπλῶς ἐξαιτίας τῶν ὑπαρκτῶν ἑλληνικῶν ἐπιρροῶν, δηλαδὴ ἁπλῶς γιατὶ «ἔτσι τοὺς φαινόταν φυσικό» λόγω ἀρχαιοελληνικῆς ἐπιρροῆς ἐπὶ τῶν ἰδίων, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξη δὲν ἀντιλαμβάνονταν ἤ -ἀκόμα χειρότερα- ἀρνοῦνταν. Ἡ ἄρνηση τῆς ἀπεικόνισης τοῦ Χριστοῦ μὲ ἀνθρώπινη μορφὴ σήμαινε -πάντα κατὰ τοὺς Εἰκονόφιλους- ἄρνηση τῆς «Ἐνσάρκωσης τοῦ Λόγου», ἡ ὁποία ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη χριστιανικὰ δόγματα. Οἱ Εἰκονόφιλοι ἔλεγαν ὅτι μόνο ὅ,τι ὑπάρχει πραγματικὰ ἢ συνέβη μποροῦσε νὰ ἀπεικονιστεῖ καί, συνεπῶς, ὅτι ἡ ζωγραφικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ διακήρυξη τῆς ἄποψης ὅτι ἐνσαρκώθηκε ὁ Θεός-Χριστός. Ἐδῶ, μαζὶ μὲ τὸ ἑλληνικὸ ὑπόβαθρο ὑπάρχει κάτι καινούργιο, ἡ ὑπεράσπιση τοῦ δογματικοῦ «πυρήνα» τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τὸ ἕνα δὲν ἀπέκλειε τὸ ἄλλο ἀλλὰ τὸ συμπλήρωνε. Νομίζω ὅτι ὁ Πλάτων κάτι σχετικὸ λέει στὴν Πολιτεία ὅταν ζητᾶ νὰ μὴν λέγεται ἢ νὰ μὴν ἀναπαρίσταται γιὰ τοὺς θεοὺς κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ἰσχύει.

Οἱ Δυτικοὶ δὲν εἶχαν ἀναπτύξει ποτὲ τέτοιο θεωρητικὸ ὑπόβαθρο γιὰ τὶς εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες στὰ μάτια τῶν Δυτικῶν εἴτε ἦταν διακοσμητικὸ καὶ διδακτικὸ στοιχεῖο, μὲ κύριο σκοπὸ τὴν ἐπικοινωνία τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ ἱερὸ πρόσωπο καὶ τὴ συναισθηματικὴ ταύτιση κι ὄχι τὴ δήλωση τῆς θεϊκότητας τῶν εἰκονιζόμενων προσώπων· εἴτε συνεπάγονταν τὴν ἀπαίτηση λατρείας, ἄρα τὴν εἰδωλολατρία μὲ χριστιανικὸ κάλυμμα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Προτεστάντες κατέστρεψαν ἀμέτρητα ἀγάλματα καὶ εἰκόνες.

«Η βασίλισσα Θεοδώρα καταγόταν από την Παφλαγονία και υπερηφανευόταν για τους γονείς της, τον Μαρίνο, που δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος, και τη μητέρα της Θεοκτίστη, που ονομαζόταν και Φλωρίνα. Και οι δυο τους είχαν ανατραφεί με ευσέβεια και δεν απαρνήθηκαν την προσκύνηση των θείων εικόνων όπως έκαναν όλοι εκείνη την εποχή, αντίθετα μάλιστα τις αποδέχονταν και τις τιμούσαν με μεγάλη αφοσίωση. Όταν η Θεοδώρα στέφτηκε αυτοκράτειρα, τιμήθηκε και η μητέρα της Θεοκτίστη με τον τίτλο της ζωστής και πατρικίας. Αυτή λοιπόν η Θεοκτίστη, που έμενε κοντά στη μονή των Γαστρίων, καλούσε στο σπίτι της τις κόρες της Θεοδώρας που ήταν πέντε, η Θέκλα, η Άννα, η Αναστασία, η Πουλχερία και η Μαρία. Εκεί τις περιποιόταν με διάφορα δώρα που ξετρέλαιναν την κοριτσίστικη φύση τους, επιπλέον όμως τις έπαιρνε ιδιαιτέρως και τις συμβούλευε να μην είναι δειλές ούτε να παραμένουν άτολμες σαν κορίτσια που ήταν, αλλά να είναι γενναίες και να σκέπτονται όπως αξίζει και ταιριάζει με τη μάνα που τις θήλασε· κι ακόμη να απομακρυνθούν από την ανόσια αίρεση που πίστευε ο πατέρας τους και να προσκυνούν τις μορφές των αγίων εικόνων. Ταυτόχρονα έβαζε τις εικόνες που φύλαγε σ’ ένα σεντούκι στα χέρια και στ απρόσωπα των κοριτσιών και ακουμπώντας τες στα χείλη τους τις ευλογούσε και τις μάθαινε να τις αγαπούν. Αυτό γινόταν συστηματικά κι έτσι καλλιεργούσε στις εγγονές της τη λατρεία των θείων εικόνων. Όμως ο Θεόφιλος πληροφορήθηκε τα δώρα που τους έδινε η γιαγιά τους και το λαμπρό έργο που επιτελούσε. Βέβαια, οι υπόλοιπες που είχαν διαμορφωμένη άποψη, απέφευγαν τις ερωτήσεις του θαρραλέα, σαν να απέφευγαν λαβές παλαιστών. Η Πουλχερία όμως που ήταν ακόμη νήπιο μιλούσε λεπτομερώς για τις περιποιήσεις και τα άφθονα φρούτα και πρόσθετε και το προσκύνημα των θείων εικόνων. Η σκέψη της όμως ήταν τόσο απλοϊκή, ώστε έλεγε ότι σο σεντούκι υπήρχαν πολλές κούκλες [νινία]: «που αφού τις φιλήσουμε, τις ακουμπά στο κεφάλι και στα πρόσωπά μας». Αυτά προκαλούσαν την οργή του βασιλιά, αλλά ο σεβασμός και η αγάπη προς τη γυναίκα του τον εμπόδιζαν να επιβάλει στη Θεοκτίστη κάποια αυστηρή τιμωρία. Περισσότερο πάντως τον σταματούσε η παρρησία της, καθώς η Θεοκτίστη τον κατηγορούσε και τον αποδοκίμαζε καταφανώς για τους καθημερινούς διωγμούς των ομολογητών και την αίρεση που είπαμε, και ήταν η μόνη που έδειχνε σχεδόν φανερά την αντιπάθεια όλων προς το πρόσωπό του. έτσι απαγόρευσε απλώς στις κόρες του να πηγαίνουν στη γιαγιά τους. Κάτι παραπλήσιο όμως συνέβη και με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Στα ανάκτορα ζούσε ένα δύσμορφο ανθρωπάκι, παρόμοιο με τον Θερσίτη, που αναφέρει ο Όμηρος. Το όνομά του ήταν Δένδερις κι επειδή έλεγε ασυναρτησίες και προκαλούσε γέλια, τον κρατούσαν στο παλάτι για να τους διασκεδάζει. Αυτός λοιπόν μπήκε ξαφνικά κάποτε στην κρεβατοκάμαρα της αυγούστας και την βρήκε να κρατά στην αγκαλιά της θείες εικόνες. Μόλις αυτός ο ανόητος τις είδε, ρωτούσε τι είναι και πλησίασε για να τις περιεργαστεί από κοντά. Η βασίλισσα του μίλησε με απλά λόγια κι είπε: «οι καλές μου οι κούκλες που τις αγαπώ πολύ». Την ίδια ώρα ο βασιλιάς βρισκόταν στο τραπέζι, κι όταν ο κακόμορφος νεαρός πήγε κοντά του, τον ρώτησε που ήταν μέχρι τότε. Αυτός του απάντησε ότι ήταν στη μάνα –έτσι αποκαλούσε τη Θεοδώρα- και την είδε να βγάζει κάτω από το μαξιλάρι της όμορφες κούκλες. Ο βασιλιάς κατάλαβε και σηκώθηκε οργισμένος από το τραπέζι, πήγε αμέσως στο δωμάτιό της, την περιέλουσε με πολλά και άσχημα λόγια και με την αχαλίνωτη γλώσσα του την αποκάλεσε ακόμη και ειδωλολάτρισσα [εἰδώλων λάτριν]. Ταυτόχρονα της ανέφερε τα λόγια αυτού του σιχαμένου. Εκείνη που προσπαθούσε στο μεταξύ να καταπραΰνει την οργή του αυτοκράτορα, του έλεγε: «δεν κατάλαβες σωστά, βασιλιά μου. Η αλήθεια δεν είναι αυτή που υποψιάζεται. Βρισκόμουν μπροστά στον καθρέφτη μου μαζί με τις θεραπαινίδες μου, ο Δένδερις είδε τα είδωλά μας κι ήρθε και σου είπε αυτές τις ανοησίες». Με τα λόγια αυτά μαλάκωσε τον θυμό του αυτοκράτορα· όσο για τον Δένδερι τον τιμώρησε όπως έπρεπε και τον έκανε να μη ξαναμιλήσει σε κανέναν για τις κούκλες. Γι’ αυτό και κάποτε που ο Θεόφιλος καμαρώνοντας για τη βασίλισσα τον ρώτησε αν η μάνα φιλά τις όμορφες κούκλες [τὰ καλὰ νινία], ο Δένδερις έφερε το δεξί του χέρι στα χείλη του κι απάντησε: «μη μιλάς για τις κούκλες, βασιλιά μου, μη μιλάς». Έτσι έγιναν αυτά»

Ιωάννη Σκυλίτζη, Σύνοψις Ιστοριών, Θεόφιλος, κεφ. 5

Advertisements
This entry was posted in τέχνη, Ιστορίες, Ρωμανία, βυζαντινή τέχνη, θρησκεία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Τὰ νινιά

  1. Παράθεμα: Τὰ νινιά – manolisgvardis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s