Βαθιὰ κόκκινη βλακεία

Ἦταν ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος ἐνάντιος στὴν Ἐκκλησία; Ἀντὶ νὰ διαβάζεις, ἀρθρογράφε, τὶς ἀπόψεις τῆς θρησκείας σου γιὰ τὸ 1821 ἀπὸ δεύτερο χέρι (Κορδᾶτος), διάβασέ τες ἀπὸ πρῶτο (Ἔνγκελς, 19-4-1853):

«Εκατοντάδες Ρώσσοι πράκτορες περιέρχονταν την Τουρκία παρουσιάζοντας στους Ελληνορθόδοξους τον ορθόδοξο αυτοκράτορα ως την κεφαλή, τον φυσικό προστάτη και τον τελικό απελευθερωτή της καταπιεσμένης Ανατολικής Εκκλησίας…Ο κλήρος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας πολύ γρήγορα οργανώθηκε σε μια μεγάλη συνωμοσία με σκοπό την διάδοση αυτών των ιδεών. … ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν λίγο- πολύ άμεσα από ρωσσικό χρυσάφι και ρωσσική επιρροή»

Κι ἀντὶ νὰ πιάνεις στὸ στόμα σου τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, γιὰ συνδικαλιστικὴ δημιουργία ἐντυπώσεων, διάβασε πρῶτα τί ἔγραφε στοὺς Γαλαξιδῶτες στὶς 22-3-1821:

«Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να αδράξωμε τα άρματα μια ημέρα, και να χυθούμε κατά πάνου στους τυράννους μας (…). Οι εκκλησίαις μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων (…). Ο Θεός μάς έδωκε χέρια, γνώσι και νού˙ ας ρωτήσωμε την καρδιά μας και ό,τι μάς απαντυχαίνει άς το βάλωμε γρήγορα σε πράξι, και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι, το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνου μας. (….) ας ωφεληθούμε την περίσταση, οπού ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονά μας, μάς έστειλε δια ελόγου μας. (….) στα άρματα, αδέρφια˙ και βέβαια καλύτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε χριστιανός και Έλληνας (…)»

Φυσικά, δὲν σοῦ κάνει ὁ Κολοκοτρώνης, ποὺ γράφει στὰ Ἀπομνημονεύματα:

«Οι Τούρκοι βλέπουν αυτά τα κινήματα και γράφουν αναφοράς εις τον Σουλτάνον και του εξηγούν τας υποψίας τους. Ο Σουλτάνος λαμβάνει την ιδέα να κόψη τον λαόν. Ο πατριάρχης κάμνει παρατηρήσεις και λέγει: «Τι πταίει ο λαός; Να σκοτώσωμεν τους πρωταίτιους, τους κακούς». Και τον αντικόβει…»

οὔτε, πάλι ὅ,τι γράφει ὁ Κολοκοτρώνης:

«Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης καί τζομπάνης, ναύτης καί γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι»

οὔτε ξέρεις (σάμπως, διάβασες ποτέ σου τίποτα πέρα ἀπὸ τὰ θρησκευτικά σου; ) οὔτε σὲ κόφτει τί γράφει ὁ Μακρυγιάννης:

«Τον ρώτησα δια τον πατέρα της λευτεριάς μας, τον μακαρίτη Ρήγα Βελεστίνο, πως προδόθη. Μου είπε πολλά. Αφού τον πρόδωσαν και σκοτώθη, τότε ο Σουλτάνος πρόσταξε τον μακαρίτη Πατριάρχη και το᾿ ᾿δωσε ό,τι κατήχησες το᾿ ᾿χαν δώση, οπού ήταν του Ρήγα, και του είπε ν᾿ αφορίση αυτόν και τους οπαδούς του. Τότε ο αγαθός Πατριάρχης περίλαβεν αυτός την Εταιρία δια-να μην σβέση και την ξακολούθησε και κατηχούσε κ᾿ έστειλε και πιστόν άνθρωπον εις την Ρουσσία κ᾿ εκεί ήταν κι᾿ ο Λιονταρίδης, πιστός του φίλος, του Πατριάρχη και ήταν αξιωματικός της Ρουσσίας. Και του παράγγειλε να πάγη εις το Όρος ο Λιονταρίδης, οπού ήταν κι᾿ ο Πατριάρχης εκεί σιργούνι, ν᾿ ανταμωθούν. Έτζι πήρε την άδεια και πήγε εις Όρος. Αφού ανταμώθηκαν με τον Πατριάρχη, τον κατήχησε και τον χεροτόνησε και καλόγερο και του είπε να πάγει εις την Ρουσσίαν ν᾿ απαρατηθή από την δούλεψη και να μιλήση με τον Καποδίστρια και να περάση εις Βλαχιά να πάρη μοναστήρια με νοίκι και να κατηχήση κι᾿ όσους μπορέση και να συνάξη κι᾿ ό,τι χρήματα μπορέση δια-να χρησιμέψουν δια την πατρίδα. Πήγε εις την Ρουσσία απαρατήθη, μίλησε και με τον Καποδίστρια και εις την Βλαχιά κατήχησε πολλούς και τον Μιχάλβοντα και πήρε και μοναστήρια και σύναξε κι᾿ ως τρία-μιλλιούνια γρόσια. Του αποκρίθη ο Πατριάρχης να τα ᾿χη εκεί όσο-να χρειαστούνε. Ο μακαρίτης ο Ναπολέων ο αυτοκράτορας της Γαλλίας, το καύκημα του κόσμου, δια-μέσον του πρέσβυ του τότε Σεμπαστιάνη γράφει του Πατριάρχη εις Κωσταντινόπολη και του λέγει να στείλη να κατηχήση παντού τους χριστιανούς, να είναι ετοιμασμένοι, κι᾿ όταν να είναι καιρός οπού θα κινηθή, να χτυπήσουν κι᾿ αυτείνοι και είναι δικό-τους από Κωσταντινόπολη και κάτου, Γουργαριά, Σερβία, Θεσσαλομακεδονία, Ντουράτζο, Αυλώνα και ολόγυρα αυτά τα μέρη, Ρούμελη, Πελοπόννησο και τα νησιά. Του αποκρίθη ο Πατριάρχης ότι ξακολουθεί από καιρό ό,τι του γράφει. Κι᾿ έστειλε και κατηχούσαν«

Δὲν ξέρεις, φυσικά, τί ἔλεγε ὁ Ὑψηλάντης γιὰ τὸν ἀφορισμὸ τοῦ Πατριάρχη:

«Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»

Ἐννοεῖται ὅτι ἀγνοεῖς τὸ φιρμάνι τοῦ Σουλτάνου, μὲ τὸ ὁποῖο κρέμασε τὸν Πατριάρχη:

«Ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του […] γνωρίζων δέ ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θά επετύγχανε […],όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς […], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως.Είμεθα πληροφορημένοι ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών όσες οι ραγιάδες  έπραξαν (…) δια τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμό των άλλων»

Τί σημασία ἔχει ποὺ τὸ λέει ὁ Σουλτάνος; Ἐδῶ βεβαιώνει γιὰ τὸ ἀντίθετο ΟΛΟΚΛΗΡΟ Βαθύ Κόκκινο καὶ Κορδᾶτος μαζί.

Τί σημασία ἔχει ποὺ ἕνα δημοτικὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο λέει:

«Ποιος είδε τέτοια συννεφιά, ποιος είδε τέτοια αντάρα/ που τούτ’ το χρόνο πλάκωσε ανατολή και δύσι/ Τον Πατριάρχη κρέμασαν, τον άγιο το Γρηγόρη, / Σα νά ‘τανε κατάδικος, στης εκκλησιάς την πόρτα./ Εκεί που ελειτούργαγε κι ευλόγαγε το Γένος,/ πλακώνουν οι Γιαννίτσαροι, κι οι Οβρηοί αντάμα./ Κόπιασ’ αφέντη δέσποτα και διάβασ’ τα φερμάνια,/ Που λεν να σε κρεμάσωμε στις εκκλησιάς την πόρτα./ Δε σ’ άρεσε να κάθεσαι στο θρόνο θρονιασμένος,/ Μα θέλησες Ρωμαίικο την Πόλη να την φτειάσεις»

Καμμία.

Τί σημασία ἔχει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση, στὰ 1822, ἔγραψε:

«Οι μάρτυρες αυτοί, ο άγιος Πατριάρχης μας και όλοι εκείνοι οι επίσκοποι οι θανόντες με το μαρτύριον της αγχόνης, θ’ απευθύνουν εις την αγίαν Τριάδα διαπύρους προσευχάς δια να ευλογήση τα έργα μας και να ευημερήσουν τα όπλα μας υπό την σκέπην του αγίου Σταυρού» ;;

Ἐπίσης, καμμία.

Τί σημασία ἔχει γιὰ τὸν παντογνώστη μας ὅτι

«Έτσι από το σύνολο των 195-200 αρχιερέων, που διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν κατά τους χρόνους εκείνους σ’ ολόκληρο το Οθωμανικό κράτος, υπάρχουν αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες ότι είχαν μυηθεί στη Φ.Ε. τουλάχιστον οι παρακάτω 81 αρχιερείς. Δηλ. περισσότεροι από το 1/3 του συνολικού αριθμού αυτών»

(Γεωργαντζάς, Οι αρχιερείς και το Εικοσιένα, σ. 216)

 

 

This entry was posted in Αριστερά, Ελλάδα, ιστορία and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s