Ἄρης Ζεπᾶτος, Γιὰ τήν Τουρκία.

Τὸ πολὺ ἐνδιαφέρον κείμενο τοῦ Ἄρη Ζεπᾶτου γιὰ τὴν Τουρκία. Ἀκολουθοῦν κάποια σχόλιά μου, πρὶν ἀπὸ τρία περίπου χρόνια:

(α) Τὸ κείμενο:

Οι Τούρκοι ήσαν ένας λαός νομαδικός, ο οποίος στα τέλη του 11ου αιώνα φάνηκε στα ανατολικά όρια της Μικράς Ασίας. Ενίκησαν το παρηκμασμένο βυζαντινό κράτος και εγκαταστάθηκαν ανάμεσα σ’ έναν πληθυσμό πολύ πιο προηγμένο πολιτιστικά απ’ αυτούς. Ίδρυσαν ηγεμονίες και βαθμιαία επεβλήθησαν. Εξ αρχής, διαμόρφωσαν μια κατάσταση όπου ο Τούρκος ήταν συνώνυμος με τον γενναίο πολεμιστή, ο οποίος ήταν ο φυσικός κυρίαρχος άλλων λαών. Ο κυρίαρχος αυτός ζούσε με τις εισφορές των ραγιάδων και μονοπωλούσε την εξουσία. Ανέπτυξε μια μεγάλη και σταθερή αυτοεκτίμηση, η οποία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν του επέτρεψε να επηρεασθεί ούτε κατ’ ελάχιστο από τις μεγάλες αξίες των λαών που είχε υποδουλώσει, ούτε από τις αξίες των ευρωπαϊκών λαών. Το ιδεώδες του κυρίαρχου πο­λεμιστή, μαζί με τα μεγάλα οικονομικά και ψυχολογικά οφέλη που συνεπαγόταν, σαγήνευ­σε μεγάλα τμήματα των υποδούλων λαών, οι οποίοι αντάλλαξαν τις σταυρωμένες αξίες τους με τη δυνατότητα για εξουσία, που έδινε η ιδιότητα του Τούρκου. Δεδομένου ότι οι πρώτοι Τούρκοι που εισέβαλαν στη Μικρά Ασία ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με τον γηγενή ελληνικό πληθυσμό, πολύ γρήγορα το σώμα του τουρκικού λαού απαρτίστηκε από Έλληνες, οι οποίοι, έπειτα από μια μακρά διαδικασία αλλοιώσεων και μεταλλαγών, κατέληξαν να προσχωρήσουν στον τουρκισμό. Η εθνογένεση των Τούρκων αποτέλεσε, ταυτοχρόνως, και την εξωτερική εκδήλωση του αρνητικού της εθνικής μας ψυχής. Η ελληνική ψυχή, αφού έφερε στον κόσμο, ως δώρο, την ατομική συνείδηση και διαφοροποίηση, ανακυκλώθηκε πάλι στην αμορφία της Ανατολής, παράγοντας τον «Τούρκο». Είχε προηγηθεί μια μακρά επώαση και χρειάστηκε η δράση ενός καταλύτη για να γεννηθεί μέσα στην ελληνική ψυχή ο «Τούρκος».

Οι Τούρκοι λοιπόν, σάρκα από τη σάρκα μας, απορροφημέ­νοι από τη μανία για κυριαρχία-εξουσία, έφτιαξαν μια μεγάλη αυτοκρατορία όπου οι ρόλοι ήταν καθορισμένοι με ακρίβεια και ακαμψία. Όσο η αυτοκρατορία επεκτεινόταν, η τουρκική συνείδηση του κυρίαρχου πολεμιστή εί­χε μια πλατιά πρακτική βάση να στηρίζεται. Όταν ξεκίνησε η αργόσυρτη συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, η τουρκική αυτοεκτίμηση άρχισε να υφίσταται ρήγματα, αλλά η πραγματικότητα της ζωής στήριζε ακόμη τις απαιτήσεις της τουρκικής ψυχής. Ο Τούρκος, ακόμη κι αν ήταν φτωχός, απέναντι σε έναν πλούσιο χριστιανό διατηρούσε την αίσθηση της επιβολής και υπεροχής του. Ορισμένες βιαιότητες και αυθαιρεσίες έπειθαν χριστιανούς και Τούρκους για το ποιος έχει την εξουσία. Όμως, στο πέρασμα του χρόνου, διαμορφώθηκε μια κατάσταση που για την τουρκική ψυχή αποτελούσε οδυνηρή εμπειρία. Στην καρδιά του κράτους τους, στη Μικρά Ασία, τα χριστιανικά έθνη των Ελλήνων και των Αρμενίων, παρ’ όλο που ζούσαν κάτω από τη βία μιας ανεξέλεγκτης εξουσίας, παρ’ όλο που δεν είχαν καμιά διασφάλιση, προόδευσαν σε όλους τους τομείς της ζωής και βαθμιαία ανέλαβαν την οικονομική ηγεσία της χώρας. Έτσι, αποδείχθηκε πρακτικά στους Τούρκους ότι τα «ιδεώδη» της δύναμης και της κυριαρχίας δεν είναι στην πραγματικότητα η πραγματική δύναμη κι ότι οι περιφρονημένες αξίες των ραγιάδων, κατά παράξενο τρόπο, εγκλείουν μέσα τους δύναμη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Μικρά Ασία, τα έθνη των ραγιάδων φαίνεται να θριαμβεύουν από κάθε άποψη. Η εμπειρία της μετατροπής των ραγιάδων σε πραγματικούς κυρίαρχους έθεσε επί τά­πητος το ζήτημα της αναθεώρησης των σαθρών βάσεων του εξουσιασμού και της κυριαρχίας, που έχει υιοθετήσει ως απόλυτη αξία η τουρκική ψυχή. Όμως, δυστυχώς, οι Τούρκοι δεν ήταν σε θέση να κάνουν βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Η απάντηση στη διαμορφούμενη υπεροχή των χριστιανών ήταν το πρόγραμμα των Νεοτούρκων, το οποίο προέβλεπε αδίστακτα τη φυσική εξόντωση όλων των χριστιανικών εθνών της Μικράς Ασίας. Το πρόγραμμα αυτό πραγματοποιήθηκε όχι μόνο εξ αιτίας της τουρκικής αγριότητας αλλά και εξαιτίας των δικών μας σοβαρών λαθών, που συνδέονται με την εγκατάλειψη, στην πράξη, των αξιών που θα ελευθέρωναν και θα έδιναν διέξοδο σε όλους τους λαούς της Μικράς Ασίας.

Ο Έλληνας είδε στον «Τούρκο» απλώς τον απο­τρόπαιο εχθρό κι όχι τον χαμένο εξ αίματος αδελφό, όπως είναι στην πραγματικότητα. Συνεπώς, όλες εκείνες οι κινήσεις για προσέγγιση και συνδυασμό παρελείφθησαν και οι Έλληνες στη Μικρά Ασία συνάντησαν την καθολική συσπείρωση του τουρκικού στοιχείου.Στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται μετά τον αφανισμό των Ελλήνων και των Αρμενίων, η τουρκική ταυτότητα μπαίνει σε καταλυτική κρίση. Γιατί η έννοια «Τούρκος» υπάρχει μόνο σε σχέση με τον ραγιά. Αν ο ραγιάς δεν υπάρχει, τότε ούτε και ο Τούρκος υπάρχει. Γιατί ψυχολογικά ο Τούρκος, επειδή δεν ριζώνει σε πραγματικές αξίες, δεν είναι αυτόφωτος και αυτάρκης. Ο Τούρκος μπορεί να υπάρχει μόνο στο μέτρο που μπορεί να ασκεί το πάθος του εξουσιασμού, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο λέμε ότι είναι εξαρτημένος και ετερόφωτος.

Γιατί, αν δεν κυριαρχεί, δεν μπορεί να ζει ήσυχα και ειρηνικά από την ικανοποίηση των δικών του έργων. Είναι εξαρτημένος από τον ραγιά.

Σ’ αυτήν την καταλυτική κατάσταση έχει μπει η τουρκική ψυχή και ζει με την αίσθηση της ασφυξίας. Εφ’ όσον δεν υπάρχουν οι παλιοί πατροπαράδοτοι ραγιάδες, πρέπει στη θέση τους κάποιες ομάδες μέσα στην ίδια την Τουρκία να γίνουν ραγιάδες. Έτσι, βλέπουμε τους Κούρδους, ιστορικά σύμμαχο και αδελφό έθνος με τους Τούρκους, σήμερα να έχουν γίνει θανάσιμοι εχθροί. Οι Αλεβίτες, οι πάσης φύσεως αριστεροί, τα κάτω στρώματα, η φιλελεύθερη διανόηση, η νεολαία των πόλεων, γίνονται οι σύγχρονοι ραγιάδες στην Τουρκία. Αυτή η κατάσταση δημιουργείται από την τάση του αδυσώπητου εξουσιασμού, η οποία έχει συναφθεί με την τουρκική ψυχή και αναγνωρίζεται ως η απόλυτη και καθοριστική αξία. Αυτή η κατάσταση της ψυχής δημιουργεί μια κρατική εξουσία η οποία λειτουργεί με αδυσώπητη κτηνωδία προς όλες τις κατευθύνσεις, ενώ κάθε αντίθεση έχει την τάση να βαθαίνει και να γίνεται ασυμφιλίωτη σύγκρουση. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων έχει εκ των πραγμάτων πάψει να λειτουργεί σύμφωνα με τα ιδεώδη του τουρκισμού. Από κάθε άποψη έχει γίνει ραγιάς, και καθώς δεν υπάρχουν πλέον οι παλιοί ραγιάδες, δεν υπάρχει χώρος ούτε για ψευδαισθήσεις. Στην κατάσταση αυτή, μεγάλα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας αποξενώνονται από τις διάφορες εκφάνσεις του τουρκισμού και είναι αρκετοί εκείνοι που συνειδητοποιούν την ελληνική τους ρίζα…

Αυτές οι διεργασίες στα βάθη της Τουρκικής ψυχής, αμφισβητούν ευ­θέως την Τουρκική ταυτότητα και γεννούν και μιαν αντίρροπη τάση, τον πόθο να βιωθεί ξανά ο Τουρκισμός.

Η τόση για επέκταση του Τουρκι­κού κράτους συνδέεται με το υπαρ­ξιακό πρόβλημα της Τουρκικής ψυ­χής, γι’ αυτό κι έχει μεγάλη δύναμη και βαθιές ρίζες. Δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή μιας ομάδος αλλά συνδέεται με τα προβλήματα και τις αξεπέραστες αντιφάσεις που προκαλεί το γεγονός ότι το θε­μέλιο της Τουρκικής ταυτότητος, η υπερηφάνεια της και το «μεγαλείο» της, είναι η λατρεία της δύναμης και της κυριαρχίας.

Το σημερινό Τουρκικό κράτος, στη σημερινή του μορφή, δε δίνει στους υπηκόους του την ευκαιρία να νοιώσουν Τούρκοι. Οι ιθύνουσες Τουρκικές ομάδες βλέπουν με φρίκη τους υπηκόους τους να ξε­φεύγουν ψυχικά από τον Τουρκισμό, γιατί η ενάσκηση του Τουρκισμού όχι μόνο δεν τους αφορά, αλλά έχει γίνει κακός βραχνάς γι’ αυτούς. Αυτό δημιουργεί την τάση για επέκταση, η οποία έπειτα από την πτώση του κομμουνισμού, εκ­δηλώνεται όλο και πιο καθαρά. Ο ερεθισμός της Τουρκικής ηγεσίας από την Γιουγκοσλαβική κρίση είναι ολοφάνερος. Αν τους βοηθούσε η γεωγραφία, μάλλον δεν θα είχαν αντισταθεί στον πειρασμό της εμ­πλοκής. Όμως, την επόμενη φορά, η γεωγραφία μπορεί να μην τους εμποδίζει…

Όλ’ αυτά, τι σημαίνουν πρακτικά; Μήπως ότι η Τουρκία θα μας επιτε­θεί αύριο;

Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα δεν είναι δυνατόν να είμαστε κατηγορηματι­κοί, γιατί στον σύγχρονο, πολύ­πλοκο και διασυνδεδεμένο κόσμο, για να γίνει ένας πόλεμος δεν αρκεί η θέληση της μιας πλευράς. Απαι­τείται απαραιτήτως και ένας ευνοϊ­κός συνδυασμός περιστάσεων και συμμαχιών.
Αυτό που πρέπει να ξεκαθαρί­σουμε είναι, ότι η πραγματική Τουρκική ηγεσία η οποία καθορίζει την πάγια εθνική πολιτική της Τουρκίας, όχι από μία συγκυριακή επιλογή αλλά για λόγους οι οποίοι συνδέονται με βαθιές ανάγκες της Τουρκικής ψυχής, δεν θα παραλεί­ψει καμιά ενέργεια, υπονόμευση ή ό,τι άλλο μπορεί να βρει η δολιότητα για να μας συντρίψει. Αυτά εί­ναι πάγια κατεύθυνση της πολιτι­κής τους, η οποία δεν πρόκειται να αλλάξει στο προσεχές μέλλον. Αν η Ελληνική ηγεσία πιστέψει ότι με επίδειξη καλής θελήσεως μπορεί να εξομαλύνει τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις θα έχει κάνει ένα σοβαρό­τατο λάθος προσανατολισμού, το οποίο θα εκθέσει τη χώρα σε σο­βαρό κίνδυνο.

Η ηγεσία της Τουρκίας αναζητάει μια ευνοϊκή ευκαιρία για να μας συντρίψει. Προετοιμάζεται συντο­νισμένα γι’ αυτό. Πιστεύει πως έτσι θα στερεώσει την αποσαθρούμενη Τουρκική συνείδηση. Πιστεύει πως έτσι θα συγκολλήσει την βαθύτατα διασπασμένη και σπαρασσόμενη κοινωνία της.

Η πάγια επιθετική ροπή της Τουρκικής ηγεσίας απέναντι μας, αναπόφευκτα της δίνει το πλεονέ­κτημα να διαλέξει εκείνη το χρόνο της επιθέσεως της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα διαλέξει έναν χρόνο, που η συγκυρία θα την ευ­νοεί. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να οπλιστούμε με μεγάλη υπομονή και επιμονή μέχρις ότου ξεπερασθεί η δυσμενής συγκυρία.

 

(β) Σχόλια:

Ξεκινῶ συμφωνῶντας μὲ τὴ διαπίστωση τοῦ Α.Ζ. (ποὺ τὴ συμμερίζεται ἐν μέρει κι ὁ Ζιάκας) ὅτι

«Η εθνογένεση των Τούρκων αποτέλεσε, ταυτοχρόνως, και την εξωτερική εκδήλωση του αρνητικού της εθνικής μας ψυχής»:

Μὲ τὴν ἔννοια ὅτι στὴν Μικρασία καὶ κατὰ τὴν Ἅλωση στὸ τουρκικὸ Ἰσλὰμ προσχώρησαν ἑλληνόφωνοι-ὀρθόδοξοι πληθυσμοὶ δειλοί («τὰ κάνουμε ὅλα=καὶ μουσουλμάνοι γινόμαστε, ἀρκεῖ νὰ μὴ μᾶς σφάξετε»=μηδενικὴ ἀξιοπρέπεια), πληθυσμοὶ ποὺ πείστηκαν ὅτι ἡ θεολογικὴ καὶ μεταφυσικὴ ἀνωτερότητα τοῦ ἰσλαμικοῦ θεοῦ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν σελτζουκικὴ κι ὀθωμανικὴ προέλαση καὶ στρατιωτικὴ ἥττα τοῦ λαοῦ ποὺ πίστευε στὸν χριστιανικὸ θεό, πληθυσμοὶ ποὺ βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ πλιατσικολογοῦν, καὶ ποὺ (οἱ ἄρχοντες, μικρότεροι καὶ μεγαλύτεορι) θέλησαν νὰ διατηρήσουν τὰ προνόμιά τους καὶ μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Ἰσλάμ ὡς Τοῦρκοι πιὰ κι ὄχι ὡς Βυζαντινοί. Οἱ παραπάνω αὐτὲς ἰδιότητες πέρασαν στὴν τουρκικὴ ταυτότητα (ὄχι ὅτι δὲν διατηρήθηκαν στὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα λ.χ. στοὺς Κοτζαμπάσηδες καὶ σὲ τμῆμα τοῦ κλήρου τέτοια φαινόμενα κολλεκτιβισμοῦ καὶ έξουσιομανίας) καὶ φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαφανίστηκαν.

Ὁ Ζ. περιγράφει τὰ στοιχεῖα αὐτά:

«ο Τούρκος ήταν συνώνυμος με τον γενναίο πολεμιστή, ο οποίος ήταν ο φυσικός κυρίαρχος άλλων λαών. Ο κυρίαρχος αυτός ζούσε με τις εισφορές των ραγιάδων και μονοπωλούσε την εξουσία. Ανέπτυξε μια μεγάλη και σταθερή αυτοεκτίμηση, η οποία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν του επέτρεψε να επηρεασθεί ούτε κατ’ ελάχιστο από τις μεγάλες αξίες των λαών που είχε υποδουλώσει, ούτε από τις αξίες των ευρωπαϊκών λαών»

καὶ

«Οι Τούρκοι λοιπόν, σάρκα από τη σάρκα μας, απορροφημέ¬νοι από τη μανία για κυριαρχία-εξουσία……»

καί, κυρίως,:

«η έννοια «Τούρκος» υπάρχει μόνο σε σχέση με τον ραγιά. Αν ο ραγιάς δεν υπάρχει, τότε ούτε και ο Τούρκος υπάρχει. Γιατί ψυχολογικά ο Τούρκος, επειδή δεν ριζώνει σε πραγματικές αξίες, δεν είναι αυτόφωτος και αυτάρκης. Ο Τούρκος μπορεί να υπάρχει μόνο στο μέτρο που μπορεί να ασκεί το πάθος του εξουσιασμού, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο λέμε ότι είναι εξαρτημένος και ετερόφωτος».

Ὁ Ζ. προχωρᾶ στὸ σημεῖο νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι μὲ τὴν ἐξαφάνιση τῶν χριστιανῶν ραγιάδων δύο δρόμοι ἀπομένουν γιὰ τοὺς Τούρκους: Εἴτε νὰ «ραγιαδοποιήσουν» ἕνα τμῆμα τοῦ ἑαυτοῦ τους:

«Εφ’ όσον δεν υπάρχουν οι παλιοί πατροπαράδοτοι ραγιάδες, πρέπει στη θέση τους κάποιες ομάδες μέσα στην ίδια την Τουρκία να γίνουν ραγιάδες. Έτσι, βλέπουμε τους Κούρδους, ιστορικά σύμμαχο και αδελφό έθνος με τους Τούρκους, σήμερα να έχουν γίνει θανάσιμοι εχθροί. Οι Αλεβίτες, οι πάσης φύσεως αριστεροί, τα κάτω στρώματα, η φιλελεύθερη διανόηση, η νεολαία των πόλεων, γίνονται οι σύγχρονοι ραγιάδες στην Τουρκία»

, γράφει εἴτε νὰ «βιώσουν τὸν Τουρκισμὸ ξανά», δηλαδὴ νὰ ἐπεκταθοῦν κρατικά, νὰ κάνουν ξανὰ ὅ,τι ἔκαναν ἐπὶ τόσους αἰῶνες. Μάλιστα, περιγράφει τὴν σημερινὴ κατάσταση τῶν Τούρκων, ποὺ ἀσφυκτιοῦν ἐλλείψει χριστιανῶν ραγιάδων ὡς:

«Σ’ αυτήν την καταλυτική κατάσταση έχει μπει η τουρκική ψυχή και ζει με την αίσθηση της ασφυξίας».

Ὁ Ζ. δὲν ἀναφέρει μιὰ τρίτη πιθανότητα, ὅπου συμβαίνει καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ραγιαδοποίηση καὶ ταυτόχρονα «βιώνεται ὁ Τουρκισμός». Ἀντ’ αὐτοῦ ἀναφέρει τὴν περίπτωση ὅτι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς στασιμότητας (ἔλλειψης ραγιάδων)

«μεγάλα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας αποξενώνονται από τις διάφορες εκφάνσεις του τουρκισμού και είναι αρκετοί εκείνοι που συνειδητοποιούν την ελληνική τους ρίζα… ».

Ἐδῶ σφάλλει, πιστεύω. Γιατί, μιὰ τέτοια συνειδητοποίηση θὰ εἶχε ἀνάλογα ἀποτελέσματα μὲ τὴ συνειδητοποίηση τῶν Νεομαρτύρων οἱ ὁποῖοι εἶχαν τουρκέψει καὶ διακήρυξαν δημόσια τὴν ἄρνηση τοῦ Ἰσλάμ. Μπορεῖ νὰ ἦταν γενναία καὶ ἡρωικὴ πράξη «αὐτοκάθαρσης», ἀλλὰ δὲν ἀνέτρεψε διόλου τὴν ἰσλαμικὴ κυριαρχία, ἐνῶ σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἑκατομμύρια ἐφησυχασμένων στὸ Ἰσλὰμ ἐξισλαμισμένων, ἦταν ποσοτικὰ μηδενική.

Ἐπιπλέον, ὁ Ζ. ὁδηγεῖται σὲ ἕνα περίεργο συμπέρασμα γιὰ τὴ λανθασμένη, κατ’ αὐτόν, στάση τῶν Ἑλλήνων πρὸς τοὺς Τούρκους:

«Ο Έλληνας είδε στον «Τούρκο» απλώς τον απο¬τρόπαιο εχθρό κι όχι τον χαμένο εξ αίματος αδελφό, όπως είναι στην πραγματικότητα. Συνεπώς, όλες εκείνες οι κινήσεις για προσέγγιση και συνδυασμό παρελείφθησαν και οι Έλληνες στη Μικρά Ασία συνάντησαν την καθολική συσπείρωση του τουρκικού στοιχείου»

Εἶναι σὰν νὰ σχετικοποιεῖ τὴν τερατώδη καὶ τεράστια μετάλλαξη ποὺ προκάλεσε ὁ ἐξισλαμισμὸς στὰ «χαμένα ἐξ αἵματος ἀδέρφια» (ἄλλωστε, δὲν μποροῦμε νὰ βασιζόμαστε σὲ «ἐξ αἵματος» συγγένειες, δὲν χτίζονται μὲ βάση τὸ «αἵμα» τὰ ἔθνη). Ἅπαξ καὶ ἀνοίχτηκε τὸ χάσμα αὐτό, λόγω τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τῆς Μ. Ἀσίας μεταξὺ 11ου καὶ 15ου αἰ., εἶναι ἀγεφύρωτο. Θὰ φέρουν πολλοὶ ὡς ἀντιπαραδείγματα τὶς διάφορες ἰσλαμικὲς αἱρέσεις, τὸν Μπεντρεντίν, τοὺς Τζελαλῆδες κ.λπ., ποὺ κήρυτταν τὴν ἰσότητα χριστιανικῶν καὶ ἰσλαμικῶν πληθυσμῶν. Εἶναι, φυσικά, λάθος νὰ μὴν ἀναφέρουμε τοὺς παραπάνω, γιατὶ ἐνδεχομένως νὰ παρουσιάζουμε μιὰ ἐντελῶς ἀρνητικὴ εἰκόνα τῆς τουρκικῆς ταυτότητας. Σίγουρα, ὑπῆρξαν τέτοια κινήματα(*). Ξεχνᾶται εὔκολα, ὅμως, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ κινήματα συντρίφτηκαν σχετικὰ ἀκαριαῖα διότι στὴν τουρκοϊσλαμικὴ ψυχὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἀπήχηση κηρύγματα ἰσότητας μεταξὺ πιστῶν καὶ ἀπίστων. Τέτοια ἰσότητα ἦταν ἀδιανόητη στὸ Ἰσλάμ (ἀκόμη κι ὅταν ἀνέχεται τοὺς λαοὺς τῆς Βίβλου), γιατὶ ἁπλούστατα, τὸ Ἰσλὰμ δὲν εἶναι θρησκεία, εἶναι μορφὴ κρατικῆς καὶ θρησκευτικῆς ὀργάνωσης.

(*) Τὰ κινήματα τῶν δερβίσηδων δὲν ἦταν παρὰ ἰσλαμικοὶ μισιονάριοι, ποὺ ἐξισλάμιζαν μὲ τὴν ἀγαθοεργία τοὺς ἀποστερημένους ἀπὸ τὶς περιουσίες τους χριστιανοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναφέρονται ὡς ἡ φιλειρηνικὴ πλευρὰ τοῦ τουρκικοῦ Ἰσλάμ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὅπου ὁ κανόνας εἶναι «τὰ τοῦ Καίσαρος τῶ Καίσαρι» (θέση ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖ καὶ σὲ ἀπολίτικους ποὺ ψηφίζουν βλακωδῶς κόμματα μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ αὐτὰ ἐπικαλοῦνται στὰ λόγια κάποια χριστιανικὰ συνθήματα, ὡστόσο δέχεται ἕναν βασικὸ καὶ πρωταρχικὸ διαχωρισμὸ κράτους καὶ θρησκείας), καὶ παρ’ ὅλες τὶς παρεκβάσεις ἀπὸ τὸν κανόνα, Ἰσλὰμ χωρὶς κράτος καί, τὸ κυριότερο, Ἰσλὰμ σὲ ἕνα μὴ ἰσλαμικὸ κράτος εἶναι κολοβὸ Ἰσλάμ. Εἴτε ἐκφυλίζεται καὶ χάνεται, εἴτε κυριαρχεῖ καὶ ἐξισλαμίζει τὸ κράτος καὶ τὴ χώρα. Γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει ἡ δημοκρατία σὲ ἰσλαμικὸ κράτος πέρα ἀπὸ κάποια ὅρια – ἐκτὸς κι ἂν μιλᾶμε γιὰ ἰσλαμικὴ δημοκρατία τύπου Ἰράν, ποὺ φυσικὰ εἶναι ἀπείρως πιὸ ἰσλαμικὴ ἐκδοχὴ κράτους ἀπὸ τὴν νεοοθωμανικὴ Τουρκία.

Ὁ Ζ. κάνει πολὺ καλὰ καὶ δὲν προχωρᾶ περισσότερο (στὸ κείμενο αὐτὸ) τὴν ἰδέα τοῦ νὰ ποῦμε στοὺς Τούρκους ὅτι τώρα ποὺ ἔχουν κρίση μὲ τὸν Τουρκισμό τους (καί, μερικοί, μὲ τὸ Ἰσλάμ τους), μποροῦν νὰ θυμηθοῦν τὶς «πραγματικές» τους ρίζες καὶ ἔτσι κάπως νὰ τὰ βροῦμε Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι. Ἀπέναντι στὸν ἐπιτηθέμενο καὶ κυρίως ἀπέναντι σὲ ἐπιτιθέμενο ποὺ ἀντλεῖ τὴν αὐτοπεποίθησή του καὶ τὴν κοσμοεικόνα του ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ὁ ἐπιτιθέμενος, τέτοια ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι κἂν συζητήσιμα. Ἀντίθετα, γράφει:

«Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να οπλιστούμε με μεγάλη υπομονή και επιμονή μέχρις ότου ξεπερασθεί η δυσμενής συγκυρία»

Πράγματι, διάλογος γίνεται καὶ εἶναι ἐφικτὸς μόνο μεταξὺ ἴσων. Ἀλλιῶς ἢ μονόλογος εἶναι ἢ διδαχὴ ἢ ἐντολές. Καί, ἐνάντια σὲ ἕναν μύθο, ἡ ἐπιθετικότητα τῆς Τουρκίας δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν θυμᾶται «τὶς ρίζες της» ἢ τὶς γενοκτονίες της, ἀλλὰ ἀπὸ ἁπλὰ γεωπολιτικά δεδομένα: Ὅποιος ἀναπτύσσεται καὶ γιγαντώνεται καὶ κατέχει τὴν Μικρὰ Ἀσία εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ βλέπει τὸ ἀν. Αἰγαῖο ὡς φυσικὴ προέκταση τῆς Ἀνατολίας. Αὐτὸ δὲν ἔχει νὰ κάνει οὔτε μὲ ἠθικολογίες τύπου «κακοὶ Τοῦρκοι/καλοὶ Ἕλληνες» οὔτε μὲ μνήμη τῶν ἡμέτερων γενοκτονιῶν (καὶ οἱ Γερμανοὶ διδάσκονται στὰ σχολεῖα τους τὸ Ὁλοκαύτωμα, ἀλλὰ βλέπουμε πῶς φέρονται στοὺς ὑπόλοιπους Εὐρωπαίους). Ἤ, ὅπως τὸ ἔθεσε ὁ Νταβούτογλου, καὶ κανένας Τοῦρκος νὰ μὴ ζοῦσε στὴν Κύπρο, πάλι δὲν θ’ ἄλλαζε ἡ τουρκικὴ πολιτικὴ στὸ κυπριακό.

Ζητῶντας, λοιπόν, μιὰ Τουρκία πολυεθνικὴ καὶ δημοκρατική, ποὺ θυμᾶται τὶς γενοκτονίες της, ζητᾶμε τὴ διάλυση τῆς τουρκικῆς ταυτότητας. Γιατὶ, ἂν ὁ Τοῦρκος ἐσωτερικεύσει τὸ γεγονὸς ὅτι συγκροτήθηκε ὡς ἑνότητα πετσοκόβοντας κομμάτια ἄλλων λαῶν κι ἐθνῶν, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ βιώσει ὡς ἐπίπλαστη καὶ τεχνητὴ συγκόλληση διὰ τῆς βίας τὴν δική του ἑνότητα. Πῶς θὰ μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει τέτοια διαδικασία αἰώνων; Μὲ ποιὰ ἠθικὴ καὶ λογικὴ ἐπιβραβεύονται τὸ παιδομάζωμα, οἱ ἐξισλαμισμοί, ἡ ληστεία μέσω χαρατσιῶν, οἱ μετατροπὲς ἐκκλησιῶν σὲ τζαμιά κ.λπ.; Μόνο ἂν πεῖ «καλὰ κάναμε/ἔκαναν», πράγμα ποὺ θὰ συνιστοῦσε ἐπιβεβαίωση τῆς κουλτούρας τοῦ κατακτητῆ/κυρίαρχου λαοῦ.

Αὐτό, ἀναπόφευκτα, θὰ εἶχε τόση θετικὴ ἀπήχηση ὅση εἶχε καὶ στοὺς περισσότερους Ἕλληνες ὁ νεοοθωμανισμὸς τοῦ Νταβούτογλου: ὁδηγεῖ σὲ ἐθνικὴ συσπείρωση. Ἀλλὰ ἐξίσου ἀνεπιτυχὴς θὰ ἦταν ὁ προσεταιρισμὸς τῶν «καλῶν Τούρκων»: Γιατὶ θὰ εἶχε ποσοτικὰ ἀποτελέσματα ἀνάλογα μὲ αὐτὰ τῶν αἱρετικῶν μουσουλμάνων Τούρκων κατὰ τὸν 14ο αἰ. καὶ μὲ αὐτὰ τῶν Νεομαρτύρων. Γιατὶ κανεὶς δὲν βγάζει τὰ μάτια του μόνος, παρὰ μόνο σὲ καταστάσεις ὅπως αὐτὲς τῆς βυζαντινῆς ὑποχώρησης μεταξὺ 11ου-15ου αἰ.

Καί, τότε; Ὑπάρχει κανένα ὅραμα ἑλληνοτουρκικό; Ὄχι πρὸς τὸ παρόν, πιστεύω. Ὅταν οἱ Ναζὶ κατακτοῦσαν τὴν Εὐρώπη, δὲν μποροῦσαμε νὰ προτείνουμε «μιὰ ἄλλη Εύρώπη». Ἔπρεπε πρῶτα νὰ ἐπιβιώσουμε καὶ νὰ ἀφήσουμε γιὰ μετὰ τὸν ἐξανθρωπισμὸ τῶν Γερμανῶν: Γιατὶ τὸ μεγαλύτερο καλὸ ποὺ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς κάνει, ὥστε νὰ γίνουν ἄνθρωποι, ἦταν νὰ τοὺς ἀντιστέκεται.

Αὐτὸ οὔτε «μηδενιστικὸ» εἶναι οὔτε οὐτοπικό: ἐπὶ ἑκατοντάδες χρόνια οἱ ἀκτὲς τῆς Μικρασίας ἦταν περσικὲς καὶ ἐπὶ ἑκατοντάδες χρόνια συνεχιζόταν ἡ διαμάχη Περσῶν κι Ἑλλήνων, παρὰ τὴν ἄποψη τῶν Νεοοθωμανῶν καὶ Τούρκων ὅτι νησιὰ τοῦ ἀν. Αἰγαίου καὶ Ἀνατολία ἀποτελοῦν ἑνιαῖο χῶρο.

This entry was posted in Ελλάδα, Ισλάμ, Τούρκοι and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s