Τὸ πιὸ εὔκολο, τὸ πιὸ ἔξυπνο.

Δυὸ τελευταῖες ἱστορικὲς παρακαταθήκες ἔδωσαν στὰ ὑστερνά τους οἱ Βυζαντινοὶ στοὺς ἑπόμενους, δηλαδή στοὺς πατέρες τῶν πατέρων μας. Ἡ μία ἦταν τοῦ Παλαιολόγου στὰ 1453, ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραδώσει τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἄλλη ἦταν τοῦ Ἰωάννη Γ’ Βατάτζη στὰ 1237, σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πάπα:

Οὐδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι καὶ πολεμοῦντες τοῖς κατέχουσι τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Ἂν πιστεύει κάποιος ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ ἦταν ἁπλὲς ἀτομικὲς ὑποσχέσεις ἡγεμόνων οἱ ὁποῖες ξεχάστηκαν ἀπὸ τὸ λαό τους ἢ ἦταν ἄγνωστες σὲ αὐτόν, ἂς προσέξει δυὸ λόγια τοῦ Κολοκοτρώνη:

«Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια […] καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη«

καὶ

«Ὁ βασιλιάς μας ἐσκοτώθη, δὲν ἔκαμε καμμιὰ συνθήκη μὲ τοὺς Τούρκους. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτεινὸ πόλεμο μὲ τοὺς Τούρκους»

παντοτεινὸ πόλεμο…ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι καὶ πολεμοῦντες…ἕως την Κωνσταντινούπολη.

Θὰ ἦταν κάπως περίεργο νὰ ἔχει διαβάσει ὁ Κολοκοτρώνης τίς -τότε, ἀκόμη, ἀνέκδοτες- ἐπιστολὲς τοῦ Ἰωάννη Γ’. Τὰ λόγια τοῦ Κολοκοτρώνη εἶναι ἡ ἀπόδειξη γιὰ τὸ ἀβάσιμο τῶν ἀπόψεων περὶ «ἐπινοημένης Παράδοσης».

Ἂς παρατεθεῖ καὶ ἡ προκήρυξη τοῦ Ἄνθιμου Γαζῆ (στό: Γ. Κορδᾶτος, στορία τῆς ἐπαρχίας Βόλου καὶ Ἀγιᾶς) στὶς 7 Μαΐου 1821, γὶα τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης στὸ Πήλιο:

«Ἡ Κωνσταντινούπολις δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνη ἑλληνικὴ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν θὰ στηθῆ πάλιν ὁ Σταυρός».

Ἀλλὰ καὶ τῶν συνταγμάτων τῆς Ἐπανάστασης, στὰ ὁποῖα οἱ Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες ἀποκαλοῦνται ἐπανειλλημμένα «χριστιανοὶ αὐτοκράτορες τῆς Ἑλλάδος», «ἀείμνηστοι ἡμέτεροι βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες» κ.λπ.

Οἱ Ἕλληνες ὡστόσο, ἀργότερα ἀποδέχτηκαν τὴν ἄποψη (*) ὅτι

«Εἶναι λαὸς ἀρκετὰ ξύπνιος γιὰ νὰ μὴν πιστεύει σὲ μιὰ τέτοια ὀνειροφαντασία»

 

ἢ τὴν ἄποψη (**) ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη θὰ ἦταν «ὄχι θησαυρὸς ἀλλὰ βάρος κι ἔφιάλτης γιὰ τοὺς Ἕλληνες» (καὶ εὐτυχῶς ποὺ τὴν ἔχασαν, τὸ 1453 ἢ τὸ 1922)

 

ἢ τὴν ἄποψη (***) ὅτι «δὲν τὰ περνάγαμε καὶ ἄσχημα μὲ τοὺς Ὀθωμανούς»,

 

καὶ παῖξαν τὰ λεφτά τους (σχεδόν) ὅλα στὴ Δύση.

Τώρα, ποὺ ἀποδείχτηκε ἂν ἦταν ἢ δὲν ἦταν παγίδα γιὰ ἀφελεῖς κι ὄχι γιὰ ἔξυπνους ἡ δυτικὴ ἰδέα, μποροῦμε εὐκολότερα νὰ συγκρίνουμε τί ἦταν «πιὸ εὔκολο» καὶ τὶ πιὸ «ἔξυπνο». Καὶ τί πιὸ «ἀβάστακτο» ἱστορικὸ-ἐθνικὸ καθῆκον:

Νὰ «γίνουμε Εὐρωπαῖοι», δηλαδὴ ἰσοδύναμοι μὲ αὐτοὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ θεωρηθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς ἰσότιμοι μαζί τους καλύπτοντας ἀπόσταση 800 χρόνων καὶ ἀπαλείφοντας τὶς προκαταλήψεις τους ποὺ ἔχουν διάρκεια 1.200 χρόνια;

Ἢ νὰ σπάζαμε τὸ 1921 τὴν τρίτη γραμμὴ τῆς τουρκικῆς ἄμυνας στὸ Πολατλὶ στέλνοντας στρατεύματα κι ὅπλα στὸν Πόντο, καὶ ἔχοντας ψηφίσει ἀλλιώτικα -σωστά- στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1920 ἢ ὀχυρώνοντας τὴ «Ζώνη τῆς Σμύρνης» πρὸ τοῦ Αὔγουστου τοῦ 1922 ἢ κρατώντας μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη μετὰ τὸν Αὔγουστο τοῦ ’22;

Ἀλλὰ ὅπως λένε κι οἱ Τοῦρκοι:

«Τοῦ γκιαούρη ἡ γνώση ἔρχεται μετά. Ὅταν δραπετεύει ἢ ὅταν ἀφοδεύει» (Gâvurun aklı sonradan gelir; ya kaçarken, ya sıçarken)

Ὅταν, λοιπόν, μιλᾶμε γιὰ ἀνολοκλήρωτη ἐπανάσταση τοῦ 1821 -εἴτε εἶναι ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα ἀνολοκλήρωτη εἴτε ὄχι- πρέπει νὰ ξέρουμε τί σημαίνει αὐτό. Ἡ Ἀρβελὲρ τὸ εἶπε: δὲν ἀπελευθερώσαμε τὴν πρωτεύουσά μας.

Τὸ ἁπλὸ γεγονός, λοιπόν, ὅτι ἡ αὐτεκπληρούμενη προφητεία ποὺ ἔκαναν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν παραπάνω [(*), (**), (***)] ἀπόψεων -καὶ τῶν συναφῶν τους, πρὸ τοῦ 1922- πέτυχε, ἐκπληρώθηκε, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τὴν συνειδητοποιήσουμε ὡς κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Γιατὶ, δὲν ἦταν ἡ «σωστὴ ἀνάλυση τῆς πραγματικότητας» ἀλλὰ μιὰ αὐτοεκπληρούμενη προφητεία, ποὺ σκοπὸ εἶχε νὰ παραλύσει, ἀνασχετική· κι ὡς κακόβουλους τοὺς ἐκπροσώπους καὶ φίλους της, ὅσους ἀπὸ δαύτους λένε: «Εἴδατε;» κι ὅσους χρησιμοποιοῦν τὸ «ἐπιχείρημα τῆς Πραγματικότητας» τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ -οἱ ἴδιοι- διακηρύσσουν ὅτι «ἡ Ἱστορία γράφεται (ἐννοοῦν: κακῶς γράφεται) ἀπὸ τοὺς νικητές».

Μπορεῖ ὁ χρόνος καὶ οἱ εὐκαιρίες νὰ μὴ γυρίζουν πίσω οὔτε νὰ ξαναδίνονται (ὅποιος δὲν τὸ καταλαβαίνει, εἶναι ἀφελὴς ἢ ἐθνικὰ ἐπικίνδυνος), ἀλλὰ ἡ συνειδητοποίηση γιὰ τὶς παραπάνω «προφητεῖες» εἶναι πολύτιμη.

Τὸ σίγουρο εἶναι ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν βλέπουν τὴν Κωνσταντινούπολη ὅπως τὴ Μασσαλία ἢ κάποια ἀλεξανδρινὴ ἀποικία στὴν Ἀσία, ὅσο κι ἂν γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅτι ὁ χρόνος καὶ οἱ εὐκαιρίες δὲν γυρίζουν πίσω οὔτε ξαναδίνονται.

Τὰ ὑπόλοιπα ἀνήκουν στὴ σφαίρα τοῦ μέλλοντος, τοῦ ἀνείπωτου, τοῦ θαύματος· καὶ δὲν συνιστοῦν πολιτικὲς προτεραιότητες -μόνο ὑπόσχεση:

Ἂν δὲν πεθάνει καὶ θαφτεῖ ὁ σπόρος, δὲν θὰ ἀνθίσει. Καὶ ἡ σιωπὴ δὲν σημαίνει καμμία ἐσωτερίκευση ἢ ἀποδοχὴ ὅσων λένε ἢ προέτρεπαν τότε οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ἐννοήσει καὶ νὰ ἀποδεχτεῖ κάποιος αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ μὴν ὑποκύπτει στὴν πολιτικοποίηση τῶν πάντων.

Πρὸς τὸ παρόν, ἐπαναναρτῶ, πλάι-πλάι, τὴ σημαία τῶν Ρωμιῶν στὶς ἐπάλξεις τῆς Κ/πολης (ἀπὸ δυτικὸ μεσαιωνικὸ χειρόγραφο) μαζὶ μὲ τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1843 γιὰ Σύνταγμα καὶ Δημοκρατία. Γιὰ νὰ δεῖ καθένας πόσο ἡ ὁμοιότητά τους ἀντιστοιχεῖ στὴν ὁμοιότητα τῶν λόγων τοῦ Κολοκοτρώνη πρὸς τὰ λόγια τοῦ Ἰωάννη Γ’ Βατάτζη.

 

 

 

 

(*) τοῦ Μὰρξ (ἄρθρο, 29-3-1854)

(**) Τοῦ Τόυνμπη (Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ κληρονομιές τους)

(***) νεώτερων ξένων ἱστορικῶν καὶ ἑνὸς περίεργου μείγματος Νεοελλήνων

Advertisements
This entry was posted in 1453, Ρωμανία, Τούρκοι, ιστορία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s