Ἀπόψεις γιὰ τὸ Βυζάντιο

Μὲ ἀφορμὴ αὐτό ἀλλὰ καὶ αὐτό, δυὸ κείμενα τοῦ Πέτρου Χαριτάτου (στὸ ἑξῆς Π.Χ.).

Ὁ Π. Χ. δηλώνει ἐξαρχῆς ὅτι τοῦ «είναι δύσκολο ακόμα και ως χαλαρά θρησκευόμενος, να γράψει τις σελίδες που ακολουθούν. Νιώθει άσχημα διότι περιγράφει πράξεις που έκανε η Εκκλησία, όχι απο αγάπη αλλά απο πάθος εξουσίας. Όσο δεν είχε εξουσία είχε αρετή. Όταν απέκτησε εξουσία φέρθηκε βάρβαρα, σε Ανατολή και Δύση».

Διαισθάνεται κάποιος μιὰ ἀντιπαράθεση μεταξὺ ἐξουσίας καὶ ἀρετῆς. Ἄλλοι, πιὸ θρησκευόμενοι, θεωροῦν ἰσχυρότερη ἀντιπαράθεση ἐκείνη τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἀρετῆς. Ὅταν ἔχεις τὸ ἕνα δὲν ἔχεις τὸ ἄλλο. Ὅμως, καὶ τὰ δύο ἐμπίπτουν σὲ κοινὲς θεωρήσεις περὶ ἀρετῆς. Ὁπωσδήποτε, ὑπάρχει ἠθικισμὸς στὸ Χριστιανισμό, ἀλλὰ δὲν νοείται ἡ ἀρετὴ ἠθικιστικά.

Ὅπως ἔγραφε ὁ Νίκος Ματσούκας, «Πλείστοι όσοι ηθικιστές –ως θανάσιμη αμαρτία μετά τον έρωτα θεωρούν την εξουσία– υποστηρίζουν ότι η αναγνώριση αυτή σήμαινε και την παρακμή του Χριστιανισμού. Επειδή μήτε μανιχαϊστικά μήτε ηθικιστικά κρίνω την ιστορία, από δω και πέρα βλέπω τη χρυσή εποχή της Χριστιανοσύνης. Και βέβαια στην προκειμένη περίπτωση το ζητούμενο είναι τι έχει παραγάγει ως πνευματικούς καρπούς και πολιτιστικά αγαθά η χαρισματική κοινότητα της Εκκλησίας, και έπειτα ποια εξουσία άσκησε – αν ήταν μπορετό να ασκήσει – και πόση ιστορική κακοήθεια περιέβαλε την πορεία της εκκλησιαστικής ζωής»

Πολίτευμα.

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Τι συμβαίνει όταν τα πράγματα πάνε στραβά [στὸ Βυζάντιο]; Όταν πιέζει η ανάγκη, επεμβαίνει ο βυζαντινός ρεαλισμός που είναι χλιαρός κι απρόθυμος. Θα γίνουν οι ελάχιστες δυνατές αλλαγές, που θεωρούνται ως λιγότερο κακή λύση»

Κρίνοντας ἀπὸ τὴ διάρκεια τοῦ κράτους, ὡστόσο, οἱ ἐλάχιστες δυνατὲς ἀλλαγὲς ἦταν ἀκριβῶς ἡ δέουσες. Ὅπου, ἀντίθετα, ὑπῆρχε μεγαλύτερη καθυστέρηση, μεγαλύτερες καὶ συχνότερες ἀλλαγὲς ἦταν ἡ θεραπεία.

Στὸ Βυζάντιο λ.χ. δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ καταδικαστεῖ ὁ αὐτοκρατορικὸς θεσμός. Ἦταν πετυχημένος στὴν πράξη. Αὐτὸ ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν ζητᾶμε ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς θεσμοὺς τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ Βυζάντιο ὡς κράτος δὲν διατηρήθηκε ὣς σήμερα.

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«κάθε φορά που κάτι συμβαίνει, δεν είναι απο αλλαγή της τύχης ούτε απο ικανότητα των ανθρώπων, αλλά θείο σχέδιο»

Αὐτὸ ὑποκρύβει τὴν ἄποψη ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ πίστευαν στὸν προκαθορισμὸ τῶν ἀνθρωπίνων ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ὅτι ἔτσι ἐνεργοῦσαν. Ὅμως, ὁ Δαμασκηνὸς ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει ἀπὸ πρὶν τὰ πάντα, δὲν τὰ προκαθορίζει. Συνεργία καὶ ὄχι «θεῖο σχέδιο καὶ ὄχι ἀνθρώπινη ἱκανότητα» εἶναι ἡ βυζαντινὴ ἀντίληψη γιὰ τὶς σχέσεις Θεοῦ-ἀνθρώπων.

Κοσμική και θρησκευτική εξουσία

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Εδώ η κοσμική εξουσία (Αυτοκράτορας) επιδιώκει νομιμοποίηση απο το ιερατείο (Πατριάρχης και μοναστήρια)»

Κι ἐδῶ ἡ λέξη κλειδί εἶναι ἡ συνεργία. Ὁ πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτορας δὲν βαπτίστηκε γιατὶ εἶχε νὰ κερδίσει κάτι π.χ. τὴν νομιμοφροσύνη τῶν χριστιανῶν (κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε τὴν ὀργὴ τοῦ ὑπόλοιπου 90% τοῦ πληθυσμοῦ), ἀλλὰ λόγω προσωπικῶν του βιωμάτων. Αὐτὴ τουλάχιστον εἶναι ἡ πεποίθηση τῶν Βυζαντινῶν, ποὺ ἀναφέρονται στὸ ὅραμα τοῦ Ἐν τοῦτω Νίκα. Τὸ ἴδιο καὶ ἀργότερα, κανεὶς μὴ ὀρθόδοξος ἢ μὴ χριστιανὸς αὐτοκράτορας δὲν χάνει τὴ νομιμοποίησή του ὡς αὐτοκράτορας ἐξαιτίας τῆς ἑτεροδοξίας ἢ ἀλλοδοξίας του. Οὔτε στὸ τυπικό (ἐνθρόνιση) ἔχει ρόλο ἡ ἄποψη τοῦ ἱερατείου γιὰ τὸν ἑπόμενο αὐτοκράτορα. Σύγκλητος, λαός (τῆς Κ/πολης) καὶ στρατὸς εἶναι οἱ συνήθεις ἐκλέκτορες.

Τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας.

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Το βυζαντινό κράτος καταργεί τη θρησκευτική ελευθερία και επιβάλλει τον Χριστιανισμό. Οι οπαδοί των άλλων θρησκειών διώκονται»

Ἀπὸ τὰ βασικότερα σημεῖα. Ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία δὲν καταργήθηκε ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ κράτος, γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο ὅτι στὸ ἀρχαῖο κράτος (ἑλληνικὰ καὶ ρωμαϊκό) πολιτεία καὶ θρησκεία ἦταν ἕνα. Στὴ Ρώμη ὁ ἀνώτατος ἄρχοντας ἦταν ἀνώτατος ἱερέας καὶ θεός. Πέρα, βέβαια, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνυπαρξία θρησκευτικῆς ἐλευθερίας φανερώνεται στοὺς Διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν. Ἀντὶ νὰ δοῦμε λαθεμένα τὶς διώξεις τῶν ὁπαδῶν τῶν μὴ χριστιανικῶν θρησκειῶν (ποὺ ἦταν λίγες) ὡς χριστιανικὴ καινοτομία, μποροῦμε πολὺ ἁπλούστερα νὰ διαπιστώσουμε τὴ συνέχεια τῆς ρωμαϊκῆς καὶ ἐν γένει τῆς ἀρχαίας κρατικῆς πολιτικῆς ὅσον ἀφορᾶ τὴ θρησκεία.

Καὶ συνεχίζει:

«Όταν η θρησκεία γίνεται κρατική, τότε η αίρεση δεν είναι μόνο αμαρτία (απέναντι στη θρησκεία) αλλά και έγκλημα (απέναντι στο κράτος)»

Κρατικὴ ἦταν ἡ θρησκεία καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Θεοδόσιο. Γιὰ παράδειγμα ὅλοι οἱ αὐτοκράτορες ὣς τὸν Γρατιανὸ ἔφεραν τὸν παγανιστικὸ θρησκευτικὸ τίτλο τοῦ Ποντίφικα ἐπειδὴ ἦταν αὐτοκράτορες. Ἂν ἡ αἵρεση ἦταν κρατικὸ ἔγκλημα, στὴν «πολυθεϊστικὴ» (ὁ ὅρος εἶναι ἐξίσου λανθασμένος ὅπως καὶ τὰ «ἐθνική», «ἀρχαία» ἢ «παγανιστικὴ» καὶ «εἰδωλολατρική») θρησκεία καὶ κοινωνία ἔγκλημα ἀπέναντι στὸ κράτος ἦταν ἡ ἑτεροπραξία (μὴ ὀρθοπραξία) καὶ ἡ ἀτομικὴ εἰσαγωγὴ ξένων λατρειῶν.

Ἡ θέση τῆς θρησκείας

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Στον κόσμο των ιδεών, αλλάζουν τα αυτονόητα. Θριαμβεύει η πλατωνική άποψη
– πως υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα,
– και πως η αλήθεια προέρχεται μόνο απο τους εκπροσώπους του Θεού.»

Τὰ παραπάνω αὐτονόητα ἀλλάζουν ἀπὸ μὴ χριστιανοὺς (Πλωτίνος) ἢ ἀντιχριστιανούς (Πορφύριος) πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστιανισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἕπεται, ἀφοῦ ἔχει ἄλλη ἀντίληψη γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ σὲ σχέση μὲ τοὺς Νεοπλατωνικούς. Μιὰ σύγκριση τοῦ Κέλσου, τοῦ Πλωτίνου μὲ τὸν Χρυσόστομο ἢ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ ἀρκεῖ ἐπὶ τούτου.

καὶ συνεχίζει:

«Το δόγμα της εκκλησίας είναι μια οργανωμένη ιδεολογία, κάτι που δεν υπήρχε στις προηγούμενες θρησκείες. Αυτή η ιδεολογία ανεβάζει ψηλά τον πήχυ που αφορά τις αξίες όπως αγάπη, ταπεινότητα, υπακοή, φιλανθρωπία, παρθενία, πίστη και αλήθεια. Είναι στόχοι τόσο υψηλοί, που ανοίγουν τη διχάλα ανάμεσα στις αξίες όπως διακηρύσσονται και τις αξίες όπως εφαρμόζονται στην πράξη. Ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Η τέχνη της υποκρισίας παίρνει νεες διαστάσεις.»

Ἡ  συνέπεια ἔργων καὶ λόγων (ἡ ἔλλειψη ὑποκρισίας) δὲν εἶναι αὐτονόητα καλή. Ὅπως λέει ὁ Καστοριάδης (βλέπε ἐδῶ, τὴν κριτική μου), οἱ Ναζὶ καὶ οἱ Ἀσιάτες Δεσπότες ἔκαναν ὅ,τι ἔλεγαν. Ἦταν, λοιπόν, ἀνώτεροι ἢ ἐνάρετοι; Ἀντιστρέφοντας τὸν Καστοριάδη (ποὺ κι αὐτὸς διακηρύσσει πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα μόνο ὡς ὑποκριτὴ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν χαρακτηρίσει κάποιος, ἀφοῦ αὐτὰ παρατηρήθηκαν πάρα πολὺ λίγες φορὲς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία), καλύτερα στὸ βασίλειο τῆς ὑποκρισίας παρὰ Μήλιος στὸν κόσμο τῆς ὠμῆς εἰλικρίνειας.

Ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Η φύση του ανθρώπου είναι κακή, αμαρτωλή. Αυτό τον οδηγεί στην Κόλαση εκτός αν βαπτιστεί και ενταχθεί.»

Δὲν ὑπάρχει τέτοια ἄποψη στὸ Χριστιανισμό. Τέτοιες ἀπόψεις, ἀντίθετα, ἀνιχνεύονται στοὺς Πυθαγόρειους καὶ τοὺς Νεοπλατωνικούς. Σ’ αὐτούς, ἡ κόλαση εἶναι ἡ διαρκὴς μετενσάρκωση, δηλαδὴ παραμονὴ τῆς ψυχῆς (ποὺ εἶναι «ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος» -ὄχι τὸ σῶμα) στὸν ὑλικὸ κόσμο.

Η μορφή της ιστορίας: κύκλος ή βέλος;

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Ήταν αυτονόητο, στην Αρχαϊκή και την Κλασική Ελλάδα, πως η ιστορία κινείται ως κύκλος. Πάντα επανέρχονται οι ίδιες καταστάσεις, με μοχλό πάντα τα ίδια πάθη. Αντιθέτως ο Χριστιανισμός διδάσκει πως η ιστορία προχωρά σε ίσια γραμμή διότι την κινεί ένας μεγάλος σκοπός»

Ἡ ἱδέα τῆς προόδου ὑπῆρχε στὴν Ἀρχαιότητα. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Ξενοφάνης λέει ὅτι ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ ἁπλὰ πράγματα καὶ δημιουργοῦσαν ὅλο καὶ περισσότερα καὶ πολυπλοκότερα οἱ ἄνθρωποι. Ταυτόχρονα, ὑπῆρχε καὶ ἡ ἔννοια τῆς πτώσης: Ἡ σημερινὴ γενιὰ τῶν ἀνθρώπων, λέει ὁ Ἡσίοδος, πρόκειται νὰ καταστραφεῖ.

Δέχομαι ὅτι δὲν ὑπῆρχε κοινὰ ἀποδεκτὸς σκοπὸς τοῦ κόσμου στὴν Ἀρχαιότητα, ἡ ὁποία ἄλλωστε μόνο γιὰ συμβατικοὺς λόγους μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἰδεολογικῶς ἑνιαία, εἰδικὰ κατὰ τὴν χρονικὴ πορεία. Ἐπὶ μέρους, ὅμως, φιλόσοφοι, ὅπως ὁ Πυθαγόρας καὶ ὁ Πλάτων, διακήρυσσαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννιέται γιὰ νὰ λατρεύει τοὺς θεοὺς κι ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία τους.

Θέση τῆς κριτικῆς σκέψης

Γράφει ὁ Π.Χ.:

«Στο Βυζάντιο κυριαρχούσε το δόγμα και περιόριζε την κριτική σκέψη. Ο φόβος των αιρέσεων έκανε πέρα την αναζήτηση και τον συλλογισμό. Το πνευματικό έργο του Βυζαντίου είναι εντυπωσιακά ασύμμετρο. Αυτό που ονομάστηκε «Βυζαντινή Αναγέννηση» αφορούσε τη θρησκεία: υπέροχες εικόνες και μωσαϊκά, επιβλητικοί ναοί, βαθυστόχαστα κείμενα απο τους Πατέρες της Εκκλησίας. Τι υπήρχε πέρα απο τη θρησκεία; Η αντιγραφή αρχαίων κειμένων που επέτρεψε τη διάσωσή τους. Οι σχολιαστές αυτών των κειμένων, δίχως παραγωγή νεας σκέψης. Ο ιστορικός Μιχαήλ Ψελλός. Ο Πλήθων Γεμιστός με τις «ειδωλολατρικές» καινοτομίες του. Και στο χώρο του λαϊκού πολιτισμού ο «Διγενής Ακρίτας» και ο «Ερωτόκριτος». Αλλού βρισκόταν «η δόξα του Βυζαντίου».»

Κι ὅμως. Τὸ Βυζάντιο προηγεῖτο στὴν τεχνικὴ καὶ τὴν τεχνολογία ὣς τὸν 11ο αἰ. Ἔγιναν πρόοδοι στὰ μαθηματικά, τὴν ἰατρική, τὴ στρατιωτικὴ τέχνη κ.ἄ. Ἀκριβῶς (ἢ μᾶλλον, τουλάχιστον) γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν οἱ αἱρέσεις χρειαζόταν ὁ συλλογισμός. Ἡ βυζαντινὴ ἱστοριογραφία πληροῖ ὅλα τὰ κριτήρια ἑνὸς ἀξιοσέβαστου ἔργου, ὅπως ἡ ἀρχαία. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπετράπη μόνο ἡ ἐπιβίωση τῆς θρησκείας τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τοὺς κατακτητές του θὰ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν προκατάληψη περὶ ἀσυμμετρίας. Ἡ ἴδια ἡ βυζαντινὴ λογοτεχνία δὲν εἶναι οὔτε κυρίως οὔτε ἀποκλειστικὰ θεολογική. Τὰ περισσότερα σχόλια στὸν Ἀριστοτέλη ὄχι ἁπλῶς γράφηκαν στὴν πρώιμη βυζαντινὴ περίοδο, ἀλλὰ διαβάζονταν καὶ ἀντιγράφονταν. Εἶναι οἱ κριτικὲς ἐκδόσεις τῶν βυζαντινῶν λογίων (Τρικλίνιος κ.ἄ.) αὐτὲς ποὺ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὰ ἀρχαῖα κείμενα (τραγωδίες κ.ἄ.), δηλαδὴ δὲν στέκει ἡ ἄποψη ὅτι τὰ Ἀρχαῖα «ἁπλῶς ἀντιγράφονταν καὶ διασώζονταν».

Ἐπιπλέον, ἡ θεολογικὴ σκέψη ἦταν κυρίαρχη στὴ φιλοσοφικὴ ἐξωχριστιανικὴ σκέψη τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας, ὅπως καὶ ἡ θρησκευτικὴ πρακτική (θεουργία).

Ἔπειτα, δὲν μπορῶ νὰ συμμεριστῶ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς θρησκείας ὡς «ἁπλὰ ἡ θρησκεία». Κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ προκατάληψη. Τὴν προκατάληψη, γιὰ παράδειγμα ὅτι ἡ θεολογία δὲν συνιστᾶ καὶ φιλοσοφία, ἐνῶ γιὰ βυζαντινὴ φιλοσοφία ἔχει γίνει καὶ γίνεται  λόγος. «Το μπόλιασμα λοιπόν της φιλοσοφικής γλώσσας στο περιεχόμενο της εκκλησιαστικής εμπειρίας αποτελεί μια από τις ρωμαλεότερες πνευματικές συνθέσεις της ιστορίας. Αξιόλογη πνευματική ζωή και αναγέννηση των γραμμάτων δεν είναι, καταπώς ισχυρίζονται πλείστοι όσοι ερευνητές, μόνο η Α ή Β ενασχόληση με ελληνικά έργα και με σχετικούς σχολιασμούς, αλλά κυρίως και κατεξοχήν η δημιουργική αφομοίωση της ελληνικής γλώσσας και η μετάπλαση των τεχνικών και θεολογικών όρων«, ὅπως πάλι ὁ Ν. Ματσούκας γράφει.

Γιατί «ΑΘΗΝΑ Ἢ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ;»;

Πράγματι, ἀπορῶ γιατί προβάλλεται τόσο συχνὰ τὸ δίλημμα ποὺ ἔθεσε ὁ Τερτυλλιανός, ἕνας Μονταντιστής, αἱρετικὸς Λατίνος ἀπὸ τὴν Καρχηδόνα. Τέτοιο δίλημμα δὲν ἔθεσαν οἱ ἀνατολικοὶ Χριστιανοί. Ἀκόμη κι ἂν δὲν λάβουμε ὑπόψη μας οτι κανεὶς δὲν ἤξερε λατινικὰ στὸ Βυζάντιο, καὶ μόνη ἡ γνώση τῶν Βυζαντινῶν ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸ ἔθεσε ἦταν αἱρετικός, θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ μὴν ἀσχοληθοῦν μαζί του.

Ἔχουμε, βέβαια, στὴν Ἀνατολὴ κι ἄλλες περιπτώσεις ὅπου τίθεται μὲ ἄλλους ὅρους τὸ ἴδιο δίλημμα. Μόνο ποὺ αὐτὲς ἀφοροῦν παγανιστές, καὶ ὄχι χριστιανούς. Τὸν Ἰουλιανὸ καὶ τὸν Πορφύριο. Ὄχι τὸν Γρηγόριο Θεολόγο οὔτε τὸν Κλήμη Ἀλεξανδρέα οὔτε τὸν Ἰουστίνο. Πάλι, δὲν ἀφορᾶ ἄμεσα τοὺς χριστιανούς, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν εἶχαν οὔτε ἔνοιωθαν τὸν διχασμὸ ποὺ αὐτὸ ὑποδηλώνει. Ὅποτε οἱ ἐθνικοὶ τοὺς προκαλοῦσαν μὲ τέτοια ἐρωτήματα, ἡ ἀπάντηση ἦταν ἐνάντια στὸ δίλημμα. Τουλάχιστον γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς σημαντικούς χριστιανούς.

Μάλιστα, ἡ Ἀθήνα δὲν ἦταν κάποιο ἱερὸ κέντρο τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ὁ Παρθενώνας δὲν εἶχε ἀπολύτως καμμία σημασία ὡς διεθνὲς λατρευτικὸ κέντρο τῶν ἐθνικῶν ὅλης τῆς Αὐτοκρατορίας (ἔστω ὡς ναὸς τῆς πολιούχου θεότητας – ἦταν ἡ Ἀθηνὰ Πολιάδα κι ὄχι ἡ Ἀθηνὰ Παρθένος) ἢ ἔστω ὡς μνημεῖο τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Φιλοσοφίας (βλ. σχετικά). Ἐθνικοὶ δροῦσαν τόσο ἐκεῖ ὅσο καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια κ.ἀ. Θεωρῶ αὐτονόητο ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος γιὰ Ὀρθολογισμὸ στὴν Ἀθήνα τοῦ 4ου μ.Χ. αἰ., δηλαδή ὅτι ἡ σύγκριση (Ἀθήνα τοῦ 5ου π.Χ. αἰ. μὲ διαχρονικὴ Ἱερουσαλήμ) εἶναι ἀνιστορική.

Δηλαδή, ἔχουμε ἕνα κατασκευασμένο ἐκ τῶν ὑστέρων, νεοτερικό, μεταχριστιανικό, δίλημμα, τὸ ὁποῖο πιστεύουμε πὼς ἀπασχολοῦσε τοὺς μεσαιωνικοὺς χριστιανοὺς ἤ, ἔστω, ὅτι κατηύθυνε ἀσυναίσθητα τὶς πράξεις τους.

Ὅμως, καλύτερη ἀπάντηση εἶναι ὁ τρόπος ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Βυζαντινοὶ ἔβλεπαν τὴν Κωνσταντινούπολη. Γι’ αὐτούς, ἡ Πόλη ἦταν καὶ Νέα Ρώμη καὶ Νέα Ἱερουσαλήμ καὶ Δεύτερη ἢ Χρυσὴ Ἀθήνα. Ὅσα ἰδεατὰ πρότυπα τῆς Ἀθήνας κι ἂν φτιάξουμε χάριν τῆς ἔρευνας, ἡ ἱστορία λέει ἄλλα.

Advertisements
This entry was posted in Αρχαιότητα, Αναδημοσιεύσεις, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Ἀπόψεις γιὰ τὸ Βυζάντιο

  1. Ο/Η Petros Haritatos λέει:

    Εκτιμώ τον ήρεμο και ουσιαστικό αντίλογό σας.
    Ευχαριστώ!

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s