Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis

γ) Έχουμε θεοκρατία στην Ελλάδα; Αυτή η διάκριση είναι πολύ βασική για την κατανόηση της κατάστασης στην Ελλάδα σήμερα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικού τύπου αναπαραγωγής τσιτάτων του Μπακούνιν αλλά και του νεαρού Μαρξ, τόσο εξέχοντες θεωρητικοί του εγχώριου αναρχομαρξισμού σαν τον Φ. Τερζάκη (που θεωρεί το σημερινό κράτος πολιτική έκφραση του «μονοθεϊσμού»[2]) όσο πολλοί στον […]

via Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis

πηγή: Πρόταγμα

78ba9d7bb966eec6d30e3be2927810bf

Tί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς;

-Τὴν «δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζεις…» διαβεβαίωσή τους πρὸς τὰ ἀναρχικὰ ξαδέρφια τους, κατὰ τοῦ πατριωτισμοῦ (ἀκόμη καὶ τοῦ πολιτικοῦ πατριωτισμοῦ, γιατὶ βέβαια ὁ πολιτιστικὸς ἀνήκει στὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα):

έχουν σχηματίσει την εντύπωση πως μιλάμε με τέτοια συχνότητα ενάντια στον σύγχρονο ισλαμισμό με σκοπό να δικαιώσουμε έμμεσα κάποιον λανθάνοντα πολιτικό ή πολιτιστικό πατριωτισμό.

Σωστά, ὁ πατριωτισμὸς βλάπτει, μόνο ἡ «κοινωνία» (τῆς κοινωνίας, ὧ κοινωνία) ὑπάρχει. Ὅτι ἡ πατρίδα καὶ τὸ ἔθνος-κράτος (κι ὄχι τὰ «κινήματα» ἢ οἱ πρακτοροΜΚΟ) εἶναι, τώρα καὶ θὰ εἶναι γιὰ πολὺ καιρό, τὸ μόνο σταθερὸ στοιχεῖο ἀναφορᾶς στὴν παγκόσμια πολιτικὴ σκηνή, εἶναι τελείως ἀδιάφορο γιὰ ὅποιον ξαπλώνει στὰ σύννεφα τῆς Οὐτοπίας.

-Τὴ μετατροπὴ τῆς «κοινωνικῆς πραγματικότητας» σὲ παζάρι Κράτους-Ἐκκλησίας

Στην Ελλάδα…η κοινωνική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Καταρχάς διότι και από στενά πολιτειακή άποψη να το δει κανείς το θέμα, το μοντέλο που ακολουθείται στην Ελλάδα, σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, είναι αυτό του καισαροπαπισμού: μπορεί μεν το κράτος ν’ αναγνωρίζει την Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του, ωστόσο η εξουσία δεν ασκείται από την Ιεραρχία αλλά από τους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας. Η Εκκλησία απλώς συνιστά το πιο εξέχον και καλοβολεμένο από τα παρασιτικά λόμπι που καρκινοβατούν επί της ελληνικής κοινωνίας, καθώς έχει κατορθώσει να θεωρείται από το κράτος η εγγυήτρια της ιδεολογικής του ταυτότητας.

Ἔτσι, ἁπλά, λέει τὸ παραμύθι τους: Ἕνα Κράτος κάποτε ἔδωσε σὲ μιὰ Ἐκκλησία προνόμια γιατὶ τὴν θεωρεῖ ἐγγυήτρια τῆς ταυτότητάς του (γιατί ἄραγε; ποιὸς ξέρει;…). Χωρὶς τὴ συγκατάθεση τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία στάθηκε ἀνήμπορη νὰ ἀντιδράσει στὰ προνόμια ἢ παρακολουθοῦσε ἄβουλη ἕνα παζάρι ποὺ δὲν τὴν ἀφορᾶ. Ἔτσι νομίζουν ἢ παριστάνουν ὅτι νομίζουν. Ἂς διαβάσουν λίγο Μακρυγιάννη (κι ὄχι μόνο Γεράσιμο Κακλαμάνη).

Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐκπληκτικὸ εἶναι ὁ ξεχειλωμένος ὁρισμὸς τοῦ «καισαροπαπισμοῦ»: «Ὅταν ἡ ἐξουσία δὲν ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία«, λέει. Ἄρα καὶ στὴν Ἀρχαία Ἀθήνα εἶχαν «καισαροπαπισμό», ἀφοῦ τὴν ἐξουσία ἀσκοῦσε ὁ Δῆμος κι ὄχι τὰ ἐνίοτε κληρονομικὰ ἱερατεῖα. Νὰ σκίσουν ὅλοι οἱ βυζαντινολόγοι, καὶ ἱστορικοὶ τῆς ὕστερης Ἀρχαιότητας τὰ πτυχία τους. Τί τὰ χρειαζόμαστε;

Ἂς παραθέσουμε τὶς ἀπόψεις δυὸ ἄχρηστων ἱστορικῶν:

A.Papadakis, Al. Kazhdan, Oxford Dictionary of Byzantium, λήμμα “Caesaropapism”, τ. 1, σσ. 364-5: «Ο όρος έχει απορριφθεί από τους περισσότερους μελετητές ως παραπλανητικός και ανακριβής ερμηνεία της βυζαντινής πολιτικής πραγματικότητας. Πρώτον, ούτε ένας βυζαντινός αυτοκράτορας προσπάθησε να ενεργήσει ως πάπας ή πατριάρχης…. Δεύτερον, η πραγματική σχέση μεταξύ της αυτοκρατορικής και εκκλησιαστικής εξουσίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλή υποταγή της δεύτερης. Αφενός, μερικοί αυτοκράτορες αυτοπροσδιορίστηκαν ως επίσκοποι των εκτός, και πράγματι έλεγχαν τους υλικούς πόρους της εκκλησίας (γη, εισοδήματα, εξαρτώμενοι αγρότες)· απαλλοτρίωσαν ακόμη και ιερή περιουσία σε περιόδους κρίσης. Οι αυτοκράτορες έλεγχαν τη στελέχωση των ανώτερων επιπέδων της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένου του διορισμού και της καθαίρεσης των πατριαρχών κι επισκόπων. Απολάμβαναν περιορισμένα λειτουργικά προνόμια. Η επέμβασή τους στα εσωτερικά εκκλησιαστικά ζητήματα ήταν λιγότερο σημαντική: μόνο λίγοι αυτοκράτορες (Ιουστινιανός Α’, Μανουήλ Α’) προσπάθησαν να επιβάλουν τις θεολογικές αντιλήψεις τους στην Εκκλησία, αν και άλλοι ήταν ενεργοί κατά τις διαμάχες περί της εικονομαχίας ή το διάλογο για την ένωση των Εκκλησιών. Οι αυτοκράτορες ή οι αντιπρόσωποί τους, ωστόσο, συνήθως προέδρευαν των οικουμενικών συνόδων. Από την άλλη, η Εκκλησία προάσπιζε επίμονα την ιδεολογική της ανεξαρτησία και το κανονικό δίκαιο· ανέπτυξε τη θεωρία των δύο συσχετιζόμενων δυνάμων και ακόμη διακήρυξε, σε μερικές εκκλησιολογικές πραγματείες, ότι η δύναμη του επισκόπου είναι ανώτερη ακόμη κι εκείνης του αυτοκράτορα. Σε μερικές περιπτώσεις, η διοίκηση της Εκκλησίας έλεγχε και εκδίκαζε κρατικούς αξιωματούχους. Τέλος, ο κλήρος κι οι μοναχοί κατείχαν τεράστειο οικονομικό πλούτο και ασκούσαν ιδεολογική επίδραση σε ευρεία πληθυσμιακά στρώματα, έτσι ώστε η Εκκλησία να είναι ικανή να παρεμποδίζει τις κυβερνητικές αποφάσεις. Συνοψίζοντας, ο όρος καισαροπαπισμός είναι υπερβολικός για τον πραγματικό βαθμό ελέγχου της εκκλησίας από το κράτος».

Κι ἂς μὴν παραθέσω τὴν Ἑ. Ἀρβελέρ, τὸν Beck, τὴν C. Rapp ἢ τὸν A. Drake, χαμένος κόπος θὰ εἶναι. Καισαροπαπισμὸς (κλασσικὴ περίπτωση) εἶναι ἡ Ἀγγλία τοῦ Ἐρρίκου Η’, ὁ ὁποῖος ἄλλαξε τὸ δόγμα τῶν ὑπηκόων του καὶ ἀναδιαμόρφωσε τὴν Ἐκκλησία τῆς χώρας του ὀργανωτικὰ καὶ δογματικά, ἔγινε ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν ἐξόρισε ἁπλὰ τὸν Α ἐνοχλητικὸ ἐπίσκοπο γιὰ νὰ τοποθετήσει τὸν Β ὑπάκουο.

-Τὶς κοινωνιολογικὲς ἀναλύσεις τῆς ἀναρχικῆς ταβέρνας:

Η πραγματική επιρροή της θρησκείας στην καθημερινή ζωή των ατόμων είναι αμελητέα, καθώς, αφενός μειώνεται σταθερά ο αριθμός των εκκλησιαζομένων και, αφετέρου, ελάχιστοι πλέον τηρούν τις προσταγές της Ορθόδοξης ποιμαντικής στην καθημερινή τους ζωή (απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων, νηστεία κ.λπ.) και αν τηρούν κάποιες από αυτές (κυρίως την τέλεση θρησκευτικού γάμου και βάφτισης και ενίοτε την πασχαλινή νηστεία) το κάνουν είτε από συνήθεια και για ικανοποίηση των γονέων είτε για «αποτοξίνωση».

Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Νεοέλληνες (συμπεριλαμβανoμένων τῶν Κυπρίων) εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ πιστοὺς Εὐρωπαίους, κι ὅτι μεγάλο ποσοστὸ προσεύχονται, πιστεύουν οἱ περισσότεροι (οἱ ἄθεοι εἶναι μικρὴ μειονότητα), εἶναι ἡ «φανταστικὴ ἐπιρροὴ» τῆς θρησκείας κατὰ τὸν ἀρθρογράφο.

Προφανῶς, ὁ ἀρθρογράφος ἔχει κατὰ νοῦ τὴν ἐπιδεικτική, «ἰσλαμικὴ» ἢ δυτικοχριστιανικὴ λατρεία, κι αὐτὴν θεωρεῖ μονο πραγματική. Παίρνει τὸν κατάλογο μὲ τὰ πρέπει καὶ τὰ μή, κοιτᾶ ἂν τὸν τηροῦν οἱ καθ’ ὁμολογία Ὀρθόδοξοι. Πράγματι, πιὸ πολὺ μοιάζει νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ κρίνει ἂν οἱ πιστοὶ κάνουν τὸ «χάτζ» (σὰν τῶν Μουσουλμάνων) παρὰ νὰ ἔχει ἄποψη γιὰ τοὺς χριστιανορθόδοξους κανόνες καὶ τὴ σχέση τους μὲ μιὰ νομικίστικη νοοτροπία.

-Τὴν ἀσχετοσύνη γιὰ τὴ διαχρονικὴ νοοτροπία τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου:

το γεγονός πως στην Ελλάδα ο λαϊκός κλήρος βρίσκεται στην πρωτοπορία του υπαρκτού σουρεαλισμού έχει ακριβώς να κάνει με το γεγονός ότι κανείς πλέον δεν παίρνει στα σοβαρά τη θρησκεία. Έτσι οι παπάδες κι οι μοναχοί απορροφώνται από τις συνήθειες των «κοσμικών»

Ἂς σημειώσω ὅτι στὶς ἀπόκριες στὸ Βυζάντιο ἀκόμη καὶ κληρικοὶ μασκαρεύονταν, ὁ Πτωχοπρόδρομος ἀναφέρεται στοὺς μοναχοὺς ποὺ ὅλο ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ μοναστήρια στὶς πόλεις καὶ τὶς ἀγορές (καὶ στὸν ἱππόδρομο), ἐνῶ στὶς ἐκκλησίες παίζονταν θέατρα (μὴ ζητᾶτε παραπομπές, διαβάστε λίγο) καὶ «ὅλος ὁ βίος ἦταν μιὰ γιορτή», ὅπως γράφει κάποιος Βυζαντινός. Κοντολογίς, αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ κληρικῶν τὴν ὁποία οἱ περιορισμένοι στὴν ἑλληνο-δυτικὴ γυάλα τους βλέπουν ὡς ἐκκοσμίκευση ἢ μεταμοντέρνο ἢ σουρεαλισμό, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐπιβίωση μιᾶς μορφῆς θρησκευτικότητας ποὺ δὲν εἶχε διλήμματα τύπου ἁγίου Ἱερώνυμου («εἶσαι κικερώνειος κι ὄχι χριστιανός» ὀνειρεύτηκε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Θεὸς στὴ Δευτέρα Παρουσία).

-Τοὺς διαφωτιστικοὺς λαϊκισμοὺς περὶ μὴ φορολόγησης τῆς Ἐκκλησίας (ἐκτὸς κι ἂν ἐννοοῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν πληρώνει ΕΝΦΙΑ γιὰ τὴν Ἁγία Σοφία τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὰ συναφὴ κτήρια καὶ μονές, λὲς κι αὐτὰ εἶναι ἕνα τυχαῖο ἀγροτεμάχιο ἢ καμμιὰ παράγκα), ἢ τὰ ψεκασμένα περὶ «ἀστικῶν μύθων» ἢ ἄλλα τὰ ὁποῖα μοιάζουν μὲ τὰ λοῦμπεν-νεοφιλελεύθερα πρὸς τοὺς δημόσιους ὑπαλλήλους στὸ γκισέ: «ἐγὼ σὲ πληρώνω, ρέ»:

Δε γνωρίζουμε το εύρος των περίφημων συσσιτίων και του λοιπού κοινωνικού έργου της Εκκλησίας …παρ’ όλο που το πιθανότερο είναι πως πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για έναν ακόμη αστικό μύθο που προωθεί η Ιεραρχία προκειμένου ν’ αποφύγει τη φορολόγηση. Διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, όποιο και να ‘ναι το εύρος του εν λόγω «κοινωνικού έργου» (ακόμα κι αν παραβλέψουμε, δηλαδή, τη διόλου σπάνια συγχρηματοδότησή του από πλείστους χορηγούς), πληρωμένο από την τσέπη μας είναι.

Κι ἂν ἡ Ἐκκλησία ἔκανε συσσίτια τώρα, ἦταν γιατὶ τώρα τὸ εἶχε ἀνάγκη ἡ κοινωνία (ὄχι ὅτι δὲν ἔκανε καὶ πρίν, βέβαια). Πότε ἔκαναν οἱ Ἀριστεροὶ κι οἱ ἀναρχικοὶ συσσίτιο; Μὰ ὅταν ἦρθαν οἱ πρόσφυγες! Ποτὲ πρίν. Προηγουμένως, τάιζε τοὺς φτωχούς μὲ Οὐτοπία κι Ἐπανάσταση, πού «νά ΄τη, πετιέται! ὅπου νά ‘ναι ἔρχεται».

Τὸν «Ροϊδο-Λασκαρατισμό»: ξεσκέπασμα τῶν ἐγκλημάτων τῆς Ἐκκλησίας ἢ ὑπενθύμισή τους ὡς ἀκαταμάχητο ἀντεπιχείρημα γιὰ τὸν ρόλο της καὶ τὰ συσσίτιά της:

πετύχαινε τη φυλάκιση του Θεόφιλου Καΐρη, καταδίκαζε τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, αφόριζε τον Καζαντζάκη

Πάντα, φυσικά, μὲ τὴν εὐκολία τοῦ «ΕΜΕΙΣ [οἱ ἀναρχικοὶ-καστοριαδικοί κ.λπ.] ΔΕΝ!.. (σφάξαμε, κ.λπ.)». Καθένας χῶρος στὸ μέτρο τῶν δυνατοτήτων του καὶ ἔκαψε καὶ ἔσφαξε καὶ γκρέμισε ἐκκλησίες ἀπὸ Γαλλία καὶ Ἱσπανία ὣς Ρωσία, καὶ ἔφαγε τοὺς «συντρόφους» του, κι ὁ «Χῶρος» ὅπου μπορεῖ κι ὅσο «τὸν παίρνει», τὰ «σπάζει». Κι ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀρθρογράφος βλέπει μαφιόζους ὡς ἀπόδειξη γιὰ τὸν ἐγγενὴ παρασιτισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ὀρθότερο θὰ ἦταν νὰ διαπιστωθεῖ ὅτι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται κάτι τὸ ἠθικὰ ἀνώτερο εἶναι ποὺ κάποιοι θὰ θελήσουν νὰ ἐκμεταλλευτοῦν καὶ νὰ ξελασπώσουν παριστάνοντας τοὺς πιστούς. Ἐκτὸς κι ἂν οἱ Ἱεράρχες ἔχουν πράκτορες ἢ εἶναι κουτσομπόλες στὰ «στέκια», καὶ ξέρουν τί ἔκανε ὁ τάδε κι ὁ δείνα. Δὲν μπορεῖ οἱ Ἀριστεροὶ κι Ἀναρχικοὶ τῆς Μεταπολίτευσης νὰ «διάβαζαν» κάνοντας τὰ στραβὰ μάτια σὲ ὅ,τι γινόταν «ἀλλοῦ» καὶ μετὰ νὰ κατηγοροῦν ὅσους -κακῶς, φυσικά- ἱεράρχες ἐπίσης «διάβαζαν». Πόσα ἐγκλήματα γίνονται στὸ ὄνομα τῆς Ἐλευθερίας. Καὶ πόσοι τὴν πουλᾶνε. Σημαίνει αὐτὸ ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι κακό;

Ἐπαναλαμβάνει, βέβαια, ὁ ἀρθρογράφος τὶς ἀνακρίβειες γιὰ ἀφορισμὸ τοῦ Καζαντζάκη, ἀλλὰ  γιατί νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνει τέτοιους ἀστικοὺς μύθους; Σάματις, μπορεῖ νὰ πεῖ κάτι ἄλλο;

-Τὴν χαρακτηριστικὴ ἀμάθεια γιὰ τὴ μεσαιωνικὴ ἱστορία:

Σε αντίθεση με τον παπισμό, ο οποίος σήκωσε το βάρος της οργάνωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας, για μεγάλο διάστημα μετά την κατάρρευση της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 475 μ.Χ. (και στην πραγματικότητα από πολύ νωρίτερα), και στη συνέχεια συγκρούστηκε επανειλημμένως με την κοσμική εξουσία μέσα στη Δύση (αλλά και στην Ανατολή, όπως συνέβη κατά τη διένεξη του επισκόπου Μεδιολάνων Άγιου Αμβρόσιου με τον Θεοδόσιο τον Μεγάλο), η Ανατολική Εκκλησία είχε ευθύς εξαρχής τη στήριξη του Αυτοκράτορα, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά ή ακόμη και σε καθαρά δογματικό επίπεδο

Διαβάζοντας τὸ παραπάνω, ἔχει τὴν ἐντύπωση κάποιος ὅτι λίγο-πολὺ ὁ νεωτερικὸς χωρισμὸς Ἐκκλησίας-Κράτους ὡς προϊστορία ἔχει τὴ διαμάχη Πάπα-γερμανοῦ Αὐτοκράτορα. Ὅμως, ὁ Πάπας ἔφτιαξε κανονικὸ κράτος ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 8ου αἰ., ὄχι «γιὰ νὰ σηκώσει τὸ βάρος μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας» ἀλλὰ γιατὶ ἁπλὰ υἱοθέτησε τὴ νοοτροπία τοῦ Ρωμαίου Αὐτοκράτορα. Μήπως θὰ προτιμοῦσε τέτοια ἐξέλιξη καὶ στὴν Ἀνατολὴ ὁ ἀρθρογράφος; Ὁ Κοραῆς, πάντως, τὴν ἀπευχόταν καὶ παίνευε σχετικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Πραγματικά, εἶναι γελοῖο: Ἐκεῖνο τὸ πράγμα (τὴν πολιτικὴ κυριαρχία τῆς Ἐκκλησίας στὴν δυτικὴ κοινωνία) στὸ ὁποῖο ἐναντιώθηκαν οἱ ἰδεολογικοὶ πρόγονοι τοῦ ἀρθρογράφου στὴ Δύση εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἔμμεσα ἐπαινεῖ ὁ ἀρθρογράφος («τὰ ἔβγαλε μόνος του πέρα ὁ Παπισμός, χωρὶς νὰ φορτωθεῖ στὸ Κράτος»). Τελικά, ποιὸ θεωρεῖ καλύτερο, τὸ παπικὸ Κράτος ἢ τὸ «Τσακίστε τὴν Ἄτιμη», δὲν λέει. Μᾶς λέει ὅμως ὁ ἀρθρογράφος ὅτι δὲν καταλαβαίνει τίποτα ἀπὸ τὴ διαμάχη Πάπα-Αὐτοκράτορα, ἡ ὁποία ἦταν διαμάχη γιὰ κοσμικὴ ἐξουσία (ἀφοῦ ὁ Πάπας ἦταν ἀρχηγὸς Κράτους), δηλαδὴ γιὰ τὸ ποιὸς θὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο στὴν πολιτική στὴ Δύση, κι ὄχι ἀφορμὴ ἔστω κι ἀσυνείδητα, γιὰ τὸ «εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἐκκοσμίκευσης», ποὺ ἀκολούθησε πολὺ ἀργότερα.

Ἀντίθετα, στὴ Ρωμανία οἱ Ἱεράρχες συγκρούστηκαν μὲ τὸν Αὐτοκράτορα (ὅποτε ὁ τελευταῖος τὸ προκαλοῦσε) γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ἰδεολογικὴ αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας (καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς κοινωνίας) καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀνηθικότητα τῆς ἐξουσίας, σύγκρουση πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ σύγκρουση σχετικὰ μὲ τὸ ποιὸς θὰ προστάζει τοὺς βασιλιάδες καὶ φεουδάρχες τῆς Δύσης -ὅπως ἔκανε ὁ Παπισμός.

-Τὶς ἀνακριβεῖς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν πολιτικὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας;

Από τη στιγμή που εκλείπει …μια πανίσχυρη μορφή κοσμικής εξουσίας που την είχε υπό την απόλυτη κυριαρχία της …η Εκκλησία προσπαθεί σταθερά να ‘χει λόγο στις δημόσιες υποθέσεις του κράτους στο βαθμό που οι αδυναμίες της κοσμικής εξουσίας της το επιτρέπουν. Όποτε, αντίθετα, υπήρξε κάποιο ισχυρό δικτατορικό καθεστώς, πάντοτε έσπευσε να τεθεί υπό την προστασία του, ευλογώντας το και στηρίζοντάς το ιδεολογικά. […] ο κεντρικός ρόλος της ελληνορθοδοξίας ως κυρίαρχης λογικής του νεοελληνικού κρατιδίου, τούτης της ιδεολογίας που στήριξε και δικαίωσε διάφορες τρισένδοξες στιγμές του Έθνους όπως η 4η Αυγούστου κι η 21η Απριλίου μεταξύ άλλων.

Νὰ ἐννοεῖ ὁ ἀρθρογράφος τὴ στήριξη τῆς ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὴν ΕΣΣΔ ἢ τῆς γαλλικῆς μετεπαναστατικῆς Ἐκκλησίας στὸ ἐπαναστατικὸ καθεστώς; Χλωμὸ τὸ βρίσκω, ἀφοῦ ἡ βία σὲ βάρος τῆς Ἐκκλησίας συνήθως δὲν βρίσκει ἀντίθετους ὅλους αὐτούς. Κι ὁ Καστοριάδης ὀδυρόταν γιὰ τὴν καταπίεση στὴν ΕΣΣΔ ἀλλὰ γιὰ ὄχι γιὰ τὴν κατάσταση τῆς σοβιετικῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στὸ ζήτημα τοῦτο ὅλοι  οἱ καλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἀδέρφια. Στὴν πραγματικότητα, ἡ δημοκρατία ἕως τὸ 1964 στὴν Ἑλλάδα ἦταν πολὺ εὔθραστη ὥστε νὰ τὴν ἐμπιστεύεται κανείς. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς μεσοπολεμικῆς Ἑλλάδας εἶναι γεμάτη ἀπὸ «δημοκρατικὰ πραξικοπήματα» (βενιζελικῶν, ἂς ἀφήσω τὸ 1946-1949) πέρα ἀπὸ τὸ φασιστικὸ τοῦ 1936, καὶ τὰ δημοκρατικὰ πραξικοπήματα ἁπλὰ δείχνουν ὅτι κανεὶς δὲν εἶχε ἐμπιστοσύνη τότε ἀκόμα στὴ δημοκρατία. Ὅποιος θέλει νὰ ἀγνοεῖ τὸ συμπέρασμα αὐτό, μπερδεύει τὸ εὐχολόγιο μὲ τὴν πολιτικὴ πραγματικότητα. Ἂν μόνο ἡ Ἐκκλησία ἐπιβεβαίωσε τὸν κανόνα, τότε ὁ ρόλος της εἶναι πράγματι κακός. Ἂν ὅμως ἀπὸ τὴν τοτινὴ πάγκοινη ἔμπρακτη ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης σὲ συστήματα ποὺ δὲν ἔχουν τὸν Ἀρχηγό (βασιλιά, Βενιζέλο ἢ Στάλιν) ξεχωρίσει ἐξεπίτηδες κάποιος τὴν Ἐκκλησία, τότε πρόκειται περὶ ἀνιστόρητης ἢ κακόβουλης ἀντίληψης. Ὅπως ἔχω γράψει, καλὸ εἶναι μερικοὶ

νὰ ψάξουν ποιοὶ ἀκριβῶς λόγοι ὤθησαν τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας νὰ διάκειται ἀρνητικὰ πρὸς τὴν ἑλληνικὴ Ἀριστερά, μεσοπολεμικὴ καὶ μετεμφυλιακή. Ἦταν ἁπλὰ καὶ μόνο ὁ ἀθεϊσμός; Πολὺ ἀμφιβάλλω. Μήπως ἦταν ἡ μανία τῆς ἑλληνικῆς Ἀριστερᾶς, μεσοπολεμικῆς καὶ μετεμφυλιακῆς, νὰ ταυτίζει τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴ Ρ/Καθολικὴ Ἐκκλησία, μὲ φεουδαλισμοὺς κ.λπ.; Μήπως φταῖνε τὰ ζωντανὰ μεσοπολεμικὰ παραδείγματα διώξεων τῆς Ἐκκλησίας σὲ κομμουνιστικὲς χῶρες καὶ ἡ μὴ καταδίκη τους ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες μεσοπολεμικοὺς καὶ μετεμφυλιακοὺς κομμουνιστές; Μήπως ὅτι οἱ μὴ ἐκκλησιομάχοι κομμουνιστὲς σὰν τὸν Βελουχιώτη ἦταν ἡ μύγα μέσα στὸ γάλα; Ποιὸς δημιούργησε ὅλη αὐτὴν τὴν προϊστορία μίσους καὶ ἀπειλῶν ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ σιωπᾶ γιὰ τὶς διώξεις τῶν ὑποψήφιων διωκτῶν της;

Μὴ ζητᾶμε καὶ τὰ ρέστα, λοιπόν.

-Τὴν ἀσχετοσύνη σχετικὰ μὲ τὴν σχέση Ὀρθοδοξίας-Νεοελλήνων:

…την προπαγάνδιση και επεξεργασία αντίστοιχων θέσεων από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο και τους υπόλοιπους ρωσόφιλους στα μέσα του 19ου αιώνα και από την καθιέρωση του Ευαγγελισμού (25 Μαρτίου) σε Εθνική Εορτή ως την αποκατάσταση της φήμης του Γρηγορίου του Ε’ διά της μετακομιδής των οστών του στην Αθήνα και της ανέγερσης της προτομής του μπροστά από το κτήριο της Ακαδημίας, το 1864. Κατά τη διαδρομή αυτή, και για τους δικούς τους κάθε φορά λόγους, τόσο η Εκκλησία όσο και το νεοελληνικό κράτος, θεώρησαν ότι η Ορθοδοξία θα έπρεπε ν’ αποτελέσει το ιδεολογικό στήριγμα της νεόκοπης κρατικής εξουσίας –της οποίας ο εθνικός χαρακτήρας, άλλωστε, οριζόταν, ευθύς εξ’ αρχής όπως μαρτυρούν τα επαναστατικά Συντάγματα, βάσει της Ορθόδοξης ομολογίας των κατοίκων της.

Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ κάτι πολὺ ἁπλό: ἡ 25η Μαρτίου ἐπιλέχθηκε γιατὶ ἦταν ἡ πιὸ γνωστὴ προεπιλεγμένη ἡμερομηνία ἔναρξης τῆς Ἐπανάστασης, καὶ σὲ ὁρισμένα μέρη ἴσως ἤδη γιορταζόταν κατὰ τὴν Ἐπανάσταση, ἦταν γνώριμη ἐπέτειος. Δηλαδή, ἡ νομοθέτηση δὲν ἦταν ἕνα παζάρι Ἐκκλησίας-Κράτους ἐρήμην τῆς κοινωνίας καὶ χάρη στὶς προσπάθειες διάφορων «ἑλληνορθόδοξων λόμπι». Περιττὸ θὰ ἦταν νὰ ποῦμε ὅτι ἡ συνωμοσιολογία καὶ ἡ σαχλαμάρα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐξηγητικὸ μοντέλο γιὰ τὴ σημερινὴ θεσμικὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τρίχρονου παιδιοῦ.

Ἂν ὁ ἀρθρογράφος ἀγνοεῖ τὴν ἄποψη τοῦ Διονύσιου Σολωμοῦ (διόλου «βυζαντινολάγνου») γιὰ τὸν Γρηγόριο Ε’, δὲν τοῦ φταίει κανείς, ἀνάγνωση γνωρίζει.

Ἂν ὁ ἀρθρογράφος δὲν ἔχει ἰδέα γιὰ τὴ μεγάλη συμμετοχὴ κληρικῶν καὶ ἱεραρχῶν στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ στὴν Ἐπανάσταση, ἢ δὲν ἔχει τὴν διάθεση νὰ ἀναγνωρίσει ὅπως ὁ -ἄθεος- Π. Κονδύλης ὅτι (Ὁ νεοελληνικὸς διαφωτισμός, σ. 91)

Ἐνῶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία κινεῖται ὡς δύναμη ὑπερεθνικὴ στὰ ὅρια ἐθνικῶν κρατῶν, τὰ ὁποῖα ὄφειλαν τὴν ἐθνική τους ὁμοιογένεια σὲ παράγοντες κοινωνικοπολιτικοὺς καὶ γεωγραφικοὺς καὶ ὄχι θρησκευτικούς, ἡ Ἐκκλησία ἡ ὀρθόδοξη λειτουργεῖ ἀκριβῶς ἀντίστροφα: μέσα στὴν τεράστια και πολυεθνικὴ περιοχή, ὅπου ἁπλώνεται ὁ μητροπολιτικὸς καὶ παροικιακὸς Ἑλληνισμός, ἀποτελεῖ, ἀντικειμενικὰ τουλάχιστον, δύναμη ἐθνικῆς συνοχῆς ἐνάντια σ’ ἕναν ἀλλόθρησκο κατακτητή.

ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία ἦταν τόσο δεμένη μὲ τὸ ἔθνος στὴ συνείδηση τοῦ τελευταίου ὥστε ἡ μετεπαναστατικὴ σύνδεσή της μὲ τὸ Κράτος δὲν ἦταν προϊὸν καινοφανοῦς ἐκδυτικισμοῦ οὔτε παρασκηνιακοῦ παζαριοῦ Ἐξουσίας-Ἱεραρχίας, τότε δὲν τοῦ φταίει κάποιος.

Ἁπλά, οἱ τοῦ Προτάγματος δὲν ἀνέχονται νὰ ὑπάρχει ἔθνος ποὺ ἔχει διαφορετικὴ δομὴ καὶ προέλευση ἀπὸ τὰ δυτικά. Δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἀντέξουν. Ἐπειδὴ δὲν ἀνέχονται τὴν πραγματικότητα, τὴν ὑποτιμοῦν, τὴν σπιλώνουν ὅσο μποροῦν.

Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι «Η κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτη θρησκεία«. Συνεχίζει, πολὺ ἁπλά, σὲ χριστιανικὸ πλαίσιο, ὅ,τι γινόταν μὲ τὴν ἀρχαία, κλασσική, προχριστιανικὴ θρησκεία τῆς Πόλης-Κράτους χωρὶς ὅμως τὴν ἀνάγκη τῆς ἀρχαίας θρησκείας νὰ ὑπάρχει ὁπωσδήποτε σὲ συμμαχία μὲ τὸ Κράτος (βλ. Τουρκοκρατία). Ἀλίμονο ὅμως ἂν τολμήσει κανεὶς νὰ πεῖ τίποτα κατὰ τῆς ἀρχαίας θρησκείας ὅσον ἀφορᾶ τὸν πολιτικό της (μὴ) ρόλο. Τὴν ἀρχαία θρησκεία ἔχει σχετικὰ ἐπαινέσει (μὲ ἄπειρα ψέματα ἢ ἀνακρίβειες) ὁ Καστοριάδης, ἄλλωστε, ὅπως κι ὁ Φωτόπουλος μετά.

Φυσικά, ὅταν κάποιος παραβλέπει ὅτι τὸ Ἰσλὰμ δὲν εἶναι ἁπλῶς (μαζὶ μὲ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ θρησκεία) ἡ κατεξοχὴν κρατικοδίαιτη θρησκεία ἀλλὰ ἡ θρησκεία ποὺ γίνεται καὶ θέλει νὰ γίνεται Κράτος, νὰ εἶναι τὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μαζί του, τότε ἡ τάχα ἀντικειμενικὴ ἐναντίωση τοῦ ἀρθρογράφου στὶς αἰτιάσεις τῶν ψεκασμένων τοῦ «Χώρου» (ποὺ λένε ««Θρησκεία» είναι γι’ αυτούς το Ισλαμικό Κράτος, θρησκεία οι χριστιανοί «φονταμενταλιστές» στις ΗΠΑ, «θρησκεία» και η Ορθοδοξία στην Ελλάδα. Κι έτσι έχουμε και στην Ελλάδα «ταλιμπάν» και «μονοθεϊσμό» κατά τον ίδιο τρόπο που έχουν, ας πούμε, στο Ιράν και στα εδάφη του Ισλαμικού Κράτους ή σε περιοχές του Αφγανιστάν. Προφανώς και κάτι τέτοιο δεν ισχύει«) δὲν σημαίνει αὐτὸ ποὺ φαίνεται πὼς σημαίνει (ἔκκληση γιὰ ψύχραιμη κατηγοριοποίηση διάφορων τύπων θρησκείας) ἀλλὰ πολὺ ἁπλὰ σημαίνει: «Δὲν εἶναι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἴδιες καὶ μὴ τὶς τσουβαλιάζετε ὅλες, γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι σαφῶς ἡ χειρότερη«. (σχετίζεται περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι ἄλλες μὲ τὸ κακὸ Κράτος, βέβαια, καὶ δὲν ἐκσυγχρονίζεται).

– Τὶς ΟΑΚΚΕδικὲς σοφίες:

Εν προκειμένω ο νεοελληνικός εθνικισμός προσπαθεί να πλασαριστεί ως εγγενώς οικουμενικός, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος κατά τη σύγκρουσή του, αφενός, με τη Δύση και, αφετέρου, με τους υπόλοιπους βαλκάνιους εθνικισμούς, ενεργώντας, παράλληλα, ως πράκτορας του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Βέβαια, αὐτὰ εἶναι ἡ αὐθεντικὴ μαρξικὴ ἀντίληψη: Ὁ Μὰρξ ὡς (γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐπανάστασης· ἀλίμονο) ἀντιρῶσος, συνεπῶς ὡς κατανάγκην πολιτικὰ φιλότουρκος (ἔστω, «προσωρινά»), συνεπῶς ὡς κατανάγκην πολιτικά (ἔστω, «προσωρινά…») «ἀνθέλληνας» (κι «ἀντιβαλκάνιος»).

Εἶναι ἡ «πρόοδος τῆς κοινωνίας [ὄχι τὴς πατρίδας]» ἀπὸ τὰ βαρίδια, τὴν ὁποία μᾶς ὑπόσχονταν καὶ μᾶς ὑπόσχονται.

Υ.Γ. Τὰ μπουρδολογήματα, βέβαια, τοῦ τύπου «ἐνῶ εἶστε ἐθνικιστὲς παρουσιάζεστε ὡς ἐγγενῶς οἰκουμενικοί», λὲς καὶ ὑφίσταται κάποια ἐγγενὴς ἀντίθεση μεταξὺ οἰκουμενικότητας καὶ ἐθνισμοῦ, εἶναι κλασσικὲς σοφιστεῖες. Κάθε ἰδεολογία καὶ κοσμοθεώρηση μπορεῖ νὰ καταστεῖ οἰκουμενική. Ἀκόμη κι ἡ ἐθνική (βλ. μπλουζάκια μὲ ἀγγλικὴ σημαία ἢ τὰ «ἀμερικανάκια», καὶ τὰ ἑλληνικὰ στὸ Ζάγρο). Αὐτὸ πάντα γίνεται. Τὸ πρόβλημα εἶναι στὸ ποιὸς ἐλέγχει καὶ ἑρμηνεύει δεσμευτικὰ γιὰ τὴν Οἰκουμένη τὴν οἰκουμενικὴ πλέον ταυτότητα καὶ κοσμοθεώρηση: ὁ ἀρχικὸς κάτοχος τῆς ταυτότητας ἢ ἄλλοι;

– Τί «Ἀντι-ἱστοριογραφικὰ» φληναφήματα:

Ενάντια σε κάθε ιστοριογραφική λογική, η βυζαντινολατρεία, δηλαδή η υποστήριξη μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που ήθελε εαυτήν «απείκασμα» της βασιλείας του Θεού επί της γης και η οποία, ως τέτοια, υπήρξε απότοκο του ρωμαϊκού οικουμενισμού

Τὸ ἀστεῖο εἶναι ὅτι παραθέτει σχεδὸν αὐτούσιο στὸ πνεῦμα του ἕνα κείμενο «κατὰ πασῶν τῶν βυζαντινισμῶν» τοῦ Σ. Μάνγκο, ὁ ὁποῖος βέβαια εἶναι ἱστορικός. Ἀναμιγνύει λίγο ρωμαϊκό (δεσποτισμός, ἔτσι;), λίγο «οἰκουμενισμό» (πολτός), κι ἐντάξει. Τὸ τί (δὲν) σήμαινε ὁ ὅρος Ρωμαῖος στὸ Βυζάντιο εἶναι κάτι ποὺ οὔτε τὸ σκέφτονται ὅσοι ἔχουν τέτοιες ἀπόψεις. Οἱ βυζαντινολόγοι τοῦ ποδαριοῦ δὲν ἔχουν ὑπόψη τους καθόλου τὶς ρητὲς ἀπόψεις τῶν Βυζαντινῶν γιὰ τοὺς ὁμόδοξούς τους Βαλκάνιους, ἀπόψεις ποὺ καμμία σχέση μὲ ὑπερεθνικὸ χριστιανικὸ οἰκουμενισμὸ δὲν ἔχουν: Εἶναι βάρβαροι, ὅσο κι ἂν εἶναι ὁμόδοξοί μας (δὲν δίνω παραπομπή, διαβάστε λίγο).

-Τὸ ἡρωικὸ παραλήρημα περὶ Τιτάνειας Ἀντίθεσης Ἑλλάδας-Βυζαντίου:

δύο εντελώς αντιθετικές, από την άποψη των θεμελιωδών προσανατολισμών τους, κοινωνικοϊστορικές δημιουργίες: έναν πολιτισμό της ελευθερίας, σαν τον αρχαιοελληνικό, με έναν πολιτισμό της δουλοπρέπειας και της ελέω Θεού μοναρχίας, όπως υπήρξαν ο υστερορωμαϊκός και βυζαντινός πολιτισμός αλλά ακόμη και ο μακεδονικός πολιτισμός

Ἐμένα αὐτὸ μοῦ θύμισε τὴν ἀγριεμένη Τέτα Παπαδοπούλου, ποὺ μὲ φρίκη σχολίασε κάποτε στὴν Ἐλευθεροτυπία τὴν λέξη «παζάρ» ἑνὸς ἰρανοῦ ἐπίσημου, τὴν ὁποία αὐτὸς χρησιμοποίησε ἐπισκεπτόμενος τὰ ἀρχαῖα ἐρείπια: Εἶναι ἈΓΟΡΑ, πεῖτε το τὸ κυρίου, ὄχι ΠΑΖΑΡΙ.

Ἱερὴ ἀγανάκτηση, μιλᾶμε.

(κι ἂς εἶχε, καὶ στὰ ἀρχαῖα κλασσικὰ χρόνια ἡ λ. ἀγορὰ καὶ τὴ σημερινὴ σημασία της)

Ἔτσι, λοιπόν. Ἡρωικὴ ἀγανάκτηση κατὰ τῆς μετακλασικῆς ἐποχῆς: Ποὺ ἀποκρύβει ἢ καὶ δικαιολογεῖ τὶς διώξεις τῶν φιλοσόφων καὶ πολιτῶν ἀπὸ ἕναν «πολιτισμὸ τῆς ἐλευθερίας» ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶχαν πεῖ ὅτι ὁ ἥλιος καὶ τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς δὲν εἶναι θεοί, ἢ ἐπειδὴ τόλμησαν νὰ λατρέψουν κάποιες θεότητες χωρὶς τὴν ἔγκριση τοῦ Δήμου· Ἱερὴ Ἀγανάκτηση, ποὺ κουκουλώνει ὡς δῆθεν «ἐξαίρεση» τὴν πολιτικὴ ἀνελευθερία τῶν περισσότερων καθεστώτων τῶν πόλεων, ξεστομίζοντας ἀποενοχοποιητικὲς μαλακίες περὶ «Ἀρχαίας Ἑλλάδας ὡς σπέρματος» (τὸ ὁποῖο ἔλεγε ὁ Καστοριάδης τάχα ὡς ἀντίθεση πρὸς τοὺς «ἀρχαιολάτρες»)· Ἱερὴ Ἀγανάκτηση, ποὺ καταπίνει ἀμάσητη ὅλη τὴν παραμυθολογία τῆς Ἀναγέννησης γιὰ τὴν κλασσικὴ Ἀρχαιότητα.

-Ἰδεολογικοποίηση τοῦ παντός, ἀφοῦ ὁ Διάβολος τοῦ ἔθνους καὶ τῆς θρησκείας κρύβεται πίσω ἀκόμη κι ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά:

η διδασκαλία των Αρχαίων στην Ελλάδα είναι πρώτα και κύρια ζήτημα ιδεολογικό, και γι’ αυτό οι υποστηρικτές της μιλούν πολύ συχνά πέραν κάθε παιδαγωγικής λογικής, αδιαφορώντας στην πραγματικότητα για το αν τα παιδιά μαθαίνουν πράγματι να μιλούν στοιχειωδώς σωστά Νέα Ελληνικά ή όχι (κάτι που, παρεμπιπτόντως, είχαν παραβλέψει μη δεξιοί πολέμιοι του μονοτονικού, όπως ο Βρεττάκος ή ο Καστοριάδης

Τὴν ἐκπαιδευτικὴ πολιτικὴ Φίλη συνιστᾶ ὁ λαϊκισμός τῆς ἐλάχιστης προσπάθειας κι ὄχι ἁπλὰ τὸ ὑπαρκτὸ μίσος πρὸς κάθε μορφὴ ἐθνικῆς συνέχειας. Τὸ πρῶτο διαπιστώνεται μὲ τὴν κατάργηση τῶν ἐξετάσεων στὸ τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς σὲ διάφορα μαθήματα θετικῶν ἐπιστημῶν, ἐνῶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἑλληνικὴ συνέχεια συνυπάρχει ὁ λαϊκισμὸς μὲ τὸ μίσος.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ Πρόταγμα ὑπερασπίζεται ἕναν ἄνθρωπο σὰν τὸν Φίλη καταφεύγοντας σὲ ἕνα κενοῦ περιεχομένου ἐπιχείρημα, αὐτὸ τῆς «ἰδεολογικοποίησης». Ἡ στήριξη (ἔμμεση ἢ ἄμεση) δείχνει κάτι πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὸ Πρόταγμα καὶ ὄλη τὴ συνομοταξία του: Ἕνας ὑπουργὸς ποὺ δὲν κατάφερε τίποτε ἄλλο στὴ ζωή του, οὔτε ἕνα πτυχίο ΑΕΙ νὰ ἀποκτήσει, πέρα ἀπὸ τὸ νὰ χειρίζεται τὰ σταλινοειδὴ κυκλώματα καὶ νὰ γράφει σὲ μιὰ κομματικὴ (δηλ. σιχαμερή) ἐφημερίδα, αὐτὸς περισώζει κατὰ τὸ Πρόταγμα «την όποια τιμή της σημερινής Κυβέρνησης«.

Οἱ πολιτικὰ / ἱστορικὰ ἀποτυχημένοι καὶ μὲ ἱστορικὸ βάθος λιγότερο ἀπὸ 200 χρόνια Ἀριστεροί -καὶ τὰ παραμάγαζά τους- νομίζουν πὼς εἶναι σὲ θέση νὰ ἀπορρίψουν (μερικῶς ἢ πλήρως) μιὰ διδασκαλία χιλιετιῶν μὲ ἀστεῖα ἐπιχειρήματα καὶ σκόπιμη (ἀλλὰ ἀνύπαρκτη) ἀντιπαράθεση μεταξὺ Νέων καὶ Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Ποιοὶ μιλᾶνε γιὰ τὴν ἀνάγκη σωστῆς ἐκμάθησης τῶν Νέων Ἑλληνικῶν; -οἱ Ἀριστεροί, ποὺ σταδιακὰ κατάργησαν ἢ περιόρισαν στὸ ἐλάχιστο τὴ διδασκαλία τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ συντακτικοῦ τῶν Νέων Ἑλληνικῶν. Αὐτοὶ ποὺ θὰ ἔκαναν καὶ τὸν Ψυχάρη νὰ φαντάζει καθαρευουσιάνος μὲ τὴ βλαχομπαρὸκ γερμανορώσικη γλώσσα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ὅλοι τους ὣς τὸ ’80. Ξεχνᾶνε ὅτι οἱ πατέρες τῆς Δημοτικῆς μπόρεσαν νὰ γράψουν τὴ δημοτικὴ ποὺ ξέρουμε μὲ τὸ ἐπίπεδό της γιατὶ διδάχτηκαν τὰ Ἀρχαῖα.

-Τὴν ἔμμεση ἄφεση ἁμαρτιῶν γιὰ τὶς ξένες ἐπεμβάσεις τοῦ ’90 στὰ Βαλκάνια καὶ τὴν ἐσκεμμένη λήθη τῆς πολυπλοκότητας τῶν προβλημάτων τῆς περιοχῆς

Είναι οι ίδιοι που διαδήλωναν υπέρ των σφαγέων Μιλόσεβιτς και Κάρατζιτς παρουσιάζοντας τους «Ορθόδοξους αδερφούς» μας ως αθώα θύματα των Αμερικανών

Ὥστε ἄρχισαν ξαφνικὰ νὰ «σφάζουν» οἱ «σφαγεῖς» Κάρατζιτς-Μιλόσεβιτς. Πιὸ πρίν, ὅλα ἦταν μέλι-γάλα. Καὶ ἔτσι, εἶναι δικαιολογημένοι οἱ βομβαρδισμοὶ τῆς Δύσης (ἢ δὲν εἶναι;; ) , ἡ ὁποία ἐντελῶς τυχαῖα δὲν βομβάρδισε οὔτε τὸ Ἰσραὴλ γιὰ παραβάσεις ἀποφάσεων τοῦ ΟΗΕ οὔτε τὴν Τουρκία γιὰ γενοκτονίες ποὺ διέπραξε. Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ σφαγεῖς χωρὶς αἰτία (οἱ ἀντίπαλοί τους δὲν ἔσφαζαν κι ἄρα δὲν βομβαρδίζονταν), κάθε ἐνέργεια ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἦταν δικαιολογημένη.

Τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Κροατία τοῦ 1991 ἔβγαιναν ἀπὸ τοὺς βόθρους τους ὅλοι οἱ φιλοναζὶ μεταμφιεσμένοι ὡς «ἀντικομμουνιστὲς» καὶ στὴν Βοσνία ὁ πρόεδρός της εἶχε γράψει τὸ «Ἰσλαμικὸ Μανιφέστο», αὐτὰ εἶναι ἐλάχιστης σημασίας μικροπράγματα ἀκόμη κι ἂν αὐτὰ προστεθοῦν στὶς γενοκτονίες ποὺ οἱ πρόγονοι τῶν Κροατῶν καὶ Βοσνίων ὄντως διέπραξαν κατὰ τῶν Σέρβων (ὡς σύμμαχοι τῶν κατακτητῶν) στὸν Β’ Π.Π. Κατὰ τὴ γνώμη τῶν σερβοφάγων τῆς Ἑλλάδας, οἱ Σέρβοι ἔπρεπε νὰ ἀποδεχτοῦν μιὰ ἐπανάληψη καὶ παραλλαγὴ τῆς κατὰ τὸν Β’ Π.Π. ξενικῆς διαίρεσης τῆς χώρας ἡ ὁποία θὰ ἄφηνε στὸ ἔλεος τῶν Βόσνιων καὶ Κροατῶν τὶς συμπαγεῖς σερβικὲς κοινότητες –μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔτσι γούσταρε νὰ χαράξει τὰ ἐσωτερικὰ σύνορα τῆς Γιουγκοσλαβίας ὁ Τίτο, ἀφήνοντας ἐκτὸς Σερβίας πολλοὺς Σέρβους.

 

-Τὴν ἀπέραντη, ἀπέραντα ἀπέραντη δυτικοδουλεία:

 την εθνική απελευθέρωση (η οποία και επετεύχθη χάρις στη σωτήρια παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων το 1827 στο Ναυαρίνο)

Ἀκόμη κι ὁ Ἔνγκελς ἔγραφε ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδας ἐπιτεύχθηκε χάρη στὴ ρωσικὴ νίκη κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἡ νίκη αὐτὴ ἔκανε τοὺς Δυτικοὺς νὰ παρέμβουν, γράφει (κακῶς, κατὰ τὸν τοτινὸ ρωσοκτόνο Μάρξ –βέβαια!) καὶ ἔτσι νὰ συρθοῦν ξανὰ πίσω ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Οἱ ἐδῶ ρωσοφοβικοί τὰ ξέρουν καλύτερα.

– Τὰ ἑτοιμασμένα στὴ Δύση πακέτα σκέψης καὶ ἀπαξίωσης τῆς ἑλληνικῆς ἀντίληψης γιὰ τοὺς Δυτικούς:

το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας συνιστά απλώς και μόνον παρηγοριά στον άρρωστο: του πουλά ένδοξα εθνικά παρελθόντα («όταν εμείς χτίζαμε παρθενώνες, οι κουτόφραγκοι ήταν πάνω στα δέντρα ροκανίζοντας βελανίδια»), του πουλά εθνικό ναρκισσισμό («είμαστε Ορθόδοξοι Ρωμιοί, όχι υλόφρωνες και αποπνευματοποιημένοι κουτόφραγκοι, δούλοι του Μαμωνά»), του εκλογικεύει την αδυναμία στοιχειώδους αυτοθέσμισης

Θὰ ἀρκοῦσε μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Μακρυγιάννη, πάλι, γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ πόσα ἔτη φωτὸς ἀπέχουν οἱ ἀποικιοκρατικὲς ἀναλύσεις τοῦ τύπου «οἱ ἰθαγενεῖς μᾶς μισοῦν γιατὶ εἴμαστε ἀνώτεροι καὶ χαμογελαστοί», μιὰ ποὺ ὁ ἑλληνορθόδοξος Μακρυγιάννης ὄχι λίγες φορὲς ἀναφέρεται στὰ κακὰ τοῦ τόπου καὶ τῶν διάφορων νοοτροπιῶν του, χωρὶς νὰ παραχωρεῖ ὡστόσο σπιθαμὴ σὲ ζητήματα ἰδεολογικὰ στοὺς Δυτικούς. Ἱστορικά, λοιπόν, ἔχει ὑπάρξει τέτοια ἑλληνορθόδοξη σύνθεση. Δὲν πῆρε τὸ πάνω χέρι, ἀφοῦ οἱ σωτῆρες μας οἱ Μεγάλες Δυνάμεις δὲν εἶχαν καμμία διάθεση γιὰ κάτι τέτοιο.

-Τὴν ἔμπρακτη ἀποσιώπηση τῆς ἀποικιοκρατίας, τῆς Φραγκοκρατίας κ.λπ. ὡς μικρῆς σημασίας, ὥστε νὰ κατηγορηθοῦν οἱ Νεοέλληνες ποὺ κατηγοροῦν τοὺς ξένους:

Πάντοτε φταίνε οι Άλλοι, όπως μας διδάσκει το Άξιον Εστί, οι κακοί άλλοι, οι εχθροί που έρχονται ντυμένοι φίλοι με σκοπό να μας υπονομεύσουν

Γιὰ τὸν ἀρθρογράφο ἴσως δὲν ὑπῆρξαν 4-6 αἰῶνες δυτικῆς ἀποικιοκρατίας (Κρήτη-Ἑπτάνησα), ἀλλὰ οἱ «Ἄλλοι» ἦρθαν ὡς φίλοι -Ἐμεῖς τοὺς παρεξηγήσαμε ὅταν λεηλατοῦσαν τὴν Κωνσταντινούπολη κι ἐπέβαλλαν καθεστὼς ἀποικιοκρατίας καὶ πολιτισμικοῦ διωγμοῦ στὶς χῶρες ποὺ κατεῖχαν. Ὅπως ἀκριβῶς οἱ ἀπολογητὲς τῆς Τουρκοκρατίας μᾶς λένε ὅτι «δὲν ἦταν τόσο ἄσχημα, καὶ ἦταν Ὀθωμανικὴ Περίοδος (κι ὄχι Τουρκοκρατία)», ἔτσι καὶ ὁ ἀρθρογράφος τοῦ Προτάγματος μᾶς λέει:

είναι οι δυτικοί αυτοί που μας έμαθαν όχι μόνο να μελετάμε το ίδιο το «δικό μας» παρελθόν (καθώς όχι μόνον όλοι οι μεγάλοι ελληνιστές αλλά ακόμη κι οι βυζαντινολόγοι υπήρξαν Δυτικοί!)

Ἀφοῦ μᾶς λεηλάτησαν τὰ χειρόγραφα, σήμερα κάνουν «κριτικὲς ἐκδόσεις» καὶ μᾶς «διδάσκουν τὸ δῆθεν δικό μας παρελθόν». Ἀπόψεις ποὺ θὰ ἀνέμενε κανεὶς ὅτι μόνο στὰ ξιπασμένα μυαλὰ τῶν Δυτικῶν τοῦ 18ου καὶ 19ου θὰ εἶχαν θέση.

Ἐνδεικτικά, γιατὶ καὶ ἡ καφρίλα τῆς ἀμάθειας ἔχει κι αὐτὴ τὰ ὅριά της, οἱ ἀρχαῖες τραγωδίες, ὅπως διαβάζονται σήμερα, «ἐκδόθηκαν» κριτικὰ ἀπὸ τὸν Δημήτριο Τρικλίνιο στὴ βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη, καὶ ἡ ἔκδοσή τους εἶναι τόσο ἀξιέπαινη ὥστε οἱ Hunger καῖ Wilamowitz λένε γι’ αὐτὸν ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος φιλόλογος-κριτικὸς ἐκδότης ἀρχαίων κειμένων ποὺ νὰ ἀξίζει νὰ καλεῖται μοντέρνος φιλόλογος, τῶν Νέων Χρόνων. Γιὰ τὸν ἀρθρογράφο, ὅμως, οἱ Δυτικοὶ μᾶς ἔμαθαν νὰ μελετᾶμε τὸ παρελθόν μας.

Βέβαια, οἱ μεγάλοι βυζαντινολόγοι / ἰνδιανολόγοι / ἀφρικανολόγοι εἶναι Δυτικοί. Ποτὲ Νεοέλληνες, Ἰνδιάνοι, Ἀφρικανοί. Σίγουρα. Πάντα, ὅμως, προϋπόθεση γιὰ τὸ «μεγαλεῖο» τῆς κατάστασης αὐτῆς εἶναι οἱ Δυτικοὶ νὰ ξεχαρβαλώσουν τὸ Βυζάντιο, τὴν Ἀμερική, τὴν Ἀφρική.

Ἀλλιῶς, δὲν θὰ γινόταν.

Ἔτσι εἶναι οἱ πτωματολόγοι. Σκοτώνουν γιὰ νὰ μελετήσουν καλὰ τὸ θύμα τους.

 -Τὴν ἀναισθησία καὶ εἰρωνία μπροστὰ στὶς ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ Νεώτερου Ἑλληνισμοῦ:

Μπορεί όμως να πάει μπροστά ένα έθνος που έχει ως καμάρι του το γεγονός πως μπορεί να πάσχει συνεχώς, ν’ αντέχει τα χτυπήματα που δε σταματούν ποτέ, όπως οι περίφημες γάτες του Άι Νικόλα απ’ το ομώνυμο -τελευταίο- ποίημα του Σεφέρη κι όπως ο Λευτέρης απ’ το Άξιον Εστί που ‘ναι «σα να ‘χει πάρει επάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης»; Προφανώς και όχι, καθώς σε αυτά τα ιδεολογικά σχήματα εκφράζονται τα ενοχικά σύνδρομα και η ταυτοτική περιδίνηση των δυτικοθρεμμένων αντιδυτικιστών διανοούμενων. Ο λαός μπορεί να μην τα πήρε όλα αυτά ποτέ τόσο στα σοβαρά, ωστόσο βολεύεται με αυτά τα σχήματα για ν’ αποποιείται των ευθυνών του, βαυκαλιζόμενος, παράλληλα, με τον παιδικό νακρισσισμό της «ελληνικής ψυχής» και του περίφημου «τράχηλού» μας που ζυγό δεν υπομένει, αλλά δε μας έχει αποτρέψει κιόλας από το να είμαστε, από τον 13ο αιώνα κι εδώθε, αιώνιοι καρπαζοεισπράκτορες

Ἂν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν 13ο αἰ. καὶ μετὰ μεταβλήθηκαν ἀπὸ μιὰ ἀνεξάρτητη καὶ εὐημεροῦσα (σχετικά) αὐτοκρατορία σὲ «καρπαζοεισπράκτορες» δὲν ὀφείλεται στὸ ὅτι «αὐτοθαυμάζονται» ἐπειδὴ «δὲν πεθαίνουν ἀλλὰ ἀντέχουν». Ὀφείλεται σὲ συγκεκριμένες ἱστορικὲς συγκυρίες καὶ συνθῆκες, καὶ συγκεκριμένα στὴν ταυτόχρονη ἀνάδυση μιᾶς ἐπιθετικῆς Δύσης καὶ ἑνὸς τουρανικοῦ Ἰσλάμ, ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. Ἀπέναντι σὲ δυὸ ταυτόχρονες ἐπιθέσεις καὶ ἡ παραμικρὴ χαλάρωση θὰ ἦταν θανάσιμη πολυτέλεια, πόσο μᾶλλον ἡ σημαντικὴ χαλάρωση μετὰ τὰ μέσα τοῦ 11ου αι. Τὸ νὰ ἐκτιμᾶ ὁ λαὸς τὴν ἀντοχή του δὲν εἶναι γιατρικὸ γιὰ κάθε ἀρρώστια, εἶναι ὅμως τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴ γιατρειά, πάλι ὑπὸ ὁρισμένες ἱστορικὲς προϋποθέσεις. Καὶ σίγουρα δὲν εἶναι βῆμα γιὰ τὴ γιατρειὰ ἡ περιφρόνηση τῆς ἐξαιρετικῆς ἀντοχῆς ποὺ ἀνέπτυξε τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Αὐτὴ ἡ περιφρόνηση συνιστᾶ ἀπαξίωση τῶν δυνάμεών του.

Ἀπὸ τὰ γραφεῖα τους οἱ φιλοδυτικοὶ τὰ ἔχουν ὅλα λύσει: «Θὰ κάνατε τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ θὰ εἴχατε ἀπελευθερωθεῖ» (κι ἂς εἶναι γεγονὸς ὅτι οὐδόλως ἐπηρεαζόταν ἡ ἀπροθυμία τῶν Δυτικῶν νὰ ἐκδιώξουν τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τῶν Ἀνθενωτικῶν. Ἐμπορικοὺς σταθμοὺς ἤθελαν, ἁπλά), «θὰ φτιάχνατε δυτικὸ κράτος καὶ θὰ πήγαιναν ὅλα καλά» (κι ἂς ἦταν τελείως διαφορετικὲς οἱ συνθῆκες ἵδρυσης τοῦ σύγχρονου δυτικοῦ κράτους μὲ τὶς βαλκανικές) καὶ ἄλλα τέτοια συνταγολόγια. Διδακτορικὲς διατριβές, κυριολεκτικά.

Ἀλλά, ἂς σοβαρευτοῦμε κάποτε στὴ χώρα αὐτή: Πιστεύει κανεὶς πὼς ἐπὶ 190 χρόνια ὑπῆρξε μιὰ «βυζαντινὴ Ἀνατολὴ», ἕνα κράτος-ἀντίπαλο δέος τῆς Δύσης ποὺ παρεμπόδιζε σὲ ἱκανοποιητικὸ βαθμὸ τοὺς δυτικόπληκτους διανοουμένους, καλλιτέχνες καὶ δυτικόδουλους πολιτικοὺς νὰ ἐφαρμόζουν τὸ ἐκδυτικιστικὸ πρόγραμμά τους; Ποῦ βρισκόταν αὐτή; Γιατί, ἡ Ρωσία ἐλάχιστη ἐπιρροὴ εἶχε πάντα, καὶ πάντοτε ἦταν ἡ περιθωριοποιημένη ἀντιπολίτευση (τὸν 19ο αἰ. ἀλλὰ καὶ εἰδικὰ μετεμφυλιακά, ἐνῶ γιὰ δεκαετίες –μεσοπολεμικά– ἀδιαφοροῦσε τελείως). Ἂν Στρατός, Κράτος, Οἰκονομία, «μυαλά», ὅλα ἦταν ταγμένα στὴ δοξολογία τῆς Δύσης, τότε ἡ σημερινὴ ἀποτυχία τοῦ κράτους εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δική τους. Τῶν φιλοδυτικῶν. Δὲν γράφει κι ὁ ἀρθρογράφος ὅτι στὴν Ἑλλάδα «ὄχι ἡ Ἱεραρχία ἀλλὰ ἡ κοσμικὴ ἐξουσία κυβερνᾶ», κι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἁπλὰ ἀρκοῦνταν στὰ ὀφίκιά της;

Τὸ πιὸ πρόσφατο παράδειγμα τῆς ἀθλιότητας κι ἔλλειψης αὐτοκριτικῆς τοῦ φιλοδυτικοῦ μπλόκ εἶναι ἡ εἴσοδος στὴν ΕΟΚ καὶ ἡ -ἀναμενόμενη- ἀποτυχία. Τί ἀπαντᾶν γι’ αὐτὸ οἱ φιλοδυτικοὶ κόλακες; Ὄχι ὅτι «ἦταν λάθος νὰ μποῦμε ὡς μικρομεσαία Ἑλλάδα σὲ μιὰ ἕνωση ἀδίστακτων Γιγάντων καὶ νὰ σπαταλήσουμε τὴ ζωτικότητα τῆς χώρας σὲ τέτοιες αἰτήσεις ἀπὸ τὸ 1960»· ὄχι ὅτι «ἦταν λάθος ποὺ ὁ ἐπαρχιώτικος κοσμοπολιτισμός μας ἐπέβαλε τὴν Ἀθήνα2004»· ὄχι ὅτι «ἦταν ἀναμενόμενο πὼς ποτὲ ἡ Δύση δὲν θὰ ἔβλεπε ἰσότιμα μιὰ ὁποιαδήποτε πρώην ἀποικία της». Ἀλλὰ ὅτι «φταίει ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια» (καὶ συνεπῶς «οἱ οἰκογενειακὲς ἐπιχειρήσεις» – τὸ ἔχουμε ἀκούσει κι αὐτό), «ἡ ἑλληνικὴ νοοτροπία», καὶ βέβαια ἡ Ἐκκλησία.

Τί Ράμφος (ὁ φιλοδυτικός, τὸν ξέχασε ὁ ἀρθρογράφος, μᾶλλον ἐπειδὴ μοιάζουν ὅσα λέει μὲ τὰ δικά του, καὶ τὸν ἀναφέρει συνεχῶς, πόσο ἀστεῖο), τί ΟΑΚΕΕ, τί Πρόταγμα.

-Τὸ ἰδεολόγημα τῆς Προόδου (μὲ τὴν τόσο πολὺ αὐτονόητη καταδίκη του, ποὺ τελικὰ συνιστᾶ αὐτονόητη σιωπηρὴ ἀποδοχή του);

υπερασπίζονται μια σειρά ταριχευμένων και σκοροφαγωμένων πρακτικών και ιδεολογημάτων που μόνο βαρίδια συνιστούν για την οποιαδήποτε πνευματική ανάπτυξη της νεοελληνικής κοινωνίας

Τὴν «ὑπεράσπιση τῆς ἐλευθερίας τῆς ἔκφρασης»

μεθοδεύουν την καταδίκη του σατυρικού μπλόγκερ «Παστίτσιου» κι επιτυγχάνουν την απαγόρευση κυκλοφορίας έργων τέχνης και άλλων πολιτιστικών προϊόντων που ενοχλούν τα ελληνοχριστιανικά τους ήθη

Μὰ βέβαια, δὲν ἔχει κανεὶς δικαίωμα νὰ ἐνοχλεῖται. Μόνο μὲ τὴν ἄδειά τους θὰ ἐνοχλούμαστε, κι ὅποιος τὸ δείχνει εἶναι -ἔτσι νομίζουν- ἀπαραίτητα  «ἀκροδεξιός, φασίστας», καὶ συμμερίζεται (!) τὶς ἀπόψεις τῆς ΧΑ καὶ τῶν δεξιῶν μητροπολιτῶν γιὰ τὴν πρόσφατη πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδας. Πολιτιστικὰ «προϊόντα», διάλεξαν τὴ σωστὴ λέξη.

Λογικά, πάντως, δὲν εἶναι ἀπαραίτητη καμμία συσχέτιση ἀνάμεσα στὴν ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴν ἀποδοχὴ τῶν ταγματασφαλιτικῶν καὶ μεταξικῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν 4η Αὐγούστου καὶ τὴν Κατοχή. Μπορεῖ κάποιος νὰ ὑπερασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξία ἀλλὰ νὰ ἀποστρέφεται τὴν 4η Αὐγούστου, τὰ ΤΑ καὶ τοὺς Χίτες ἢ τοὺς βασιλόφρονες.

-Τὴν «πρόσκληση γιὰ αὐτοκριτική»

 Αντί, λοιπόν, οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας να κάθονται και να βαυκαλίζονται με γελοία ζητήματα όπως η διατήρηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία, καλύτερο θα ήταν ν’ ασχοληθούν λιγάκι και με τα του οίκου τους και να σκεφτούν ποιες υπήρξαν οι συνέπειες τόσων αιώνων υποταγής της Εκκλησίας στον «κόσμο» για το ήθος και την ποιότητα των κηρυγμάτων της σε ό,τι αφορά στην πνευματικότητά της…..έχουν μετατρέψει μια πανανθρώπινη θρησκεία σε ιδεολογία ενός περιούσιου και μαρτυρικού Έθνους

Αὐτὰ μοῦ θυμίζουν τὰ «ἐμεῖς οἱ ἄθεοι εἴμαστε καλύτεροι χριστιανοί». Μοῦ θυμίζουν καὶ τὸ καπέλωμα τοῦ Πρωτοχριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἀριστερὰ τοῦ 19ου αἰ. Φρέσκα ἐπιχειρήματα. Σὲ λίγο θὰ μᾶς ποῦν καὶ γιὰ τὰ δόγματα -ἢ, μᾶλλον, κι αὐτὸ μᾶς τὸ λέει στὸ ἴδιο ἄρθρο τὸ Πρόταγμα ὅταν ἐκπλήσσεται ποὺ θεωρούμε τὸν Πάπα αἱρετικό (ἔχει κι ἄποψη, δηλαδή). Λὲς καὶ ἀσχοληθήκαμε ἐμεῖς μὲ τὸ ποιὰ ἐκδοχὴ «Ἀπελευθέρωσης» καὶ ποιὰ ἑρμηνεία ἦταν ἡ καλύτερη.

Λοιπόν, δὲν εἶναι οἱ καλύτεροι, εἶναι οἱ χειρότεροι. Οἱ μεγαλύτεροι ἐγκληματίες τοῦ 20οῦ αἰ. ἦταν ἀντιχριστιανοί (Χίτλερ, Μουσουλίνι, κομμουνιστές), ἄθεοι καὶ ἄθρησκοι. Γελάστε ὅσο θέλετε, μεγαλύτερη ἐξόντωση ἀνθρώπων δὲν ἔχει ξαναγίνει στὴν δυτικὴ ἱστορία καὶ στὴν Εὐρώπη (ἡ παπικὴ Ἱερὰ Ἐξέταση βαριὰ νὰ προκάλεσε 50.000 θανάτους σὲ 600 χρόνια) ἀπὸ ἐκείνη ποὺ διέπραξαν οἱ «εἴμαστε καλύτεροι χριστιανοὶ / ἄνθρωποι, γιατὶ οἱ κατ’ ὄνομα Χριστιανοὶ κοιτᾶνε μόνο τὰ λεφτά».

Υ.Γ. ὅπως εἶχα γράψει παλιότερα:

Καὶ χαλὶ νὰ τὸν πατήσει ὁ πρόσφυγας νὰ  γινόταν ὁ χριστιανὸς (ὅλοι οἱ χριστιανοί), ἡ θεμελιακὴ θέση τοῦ ἀριστεροῦ ἄθεου-ἀντιχριστιανοῦ εἶναι ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι μιὰ ψευδὴς συνείδηση, ἕνα ψέμα καὶ μιὰ αὐταπάτη, ποὺ πρέπει νὰ καταργηθεῖ καὶ θὰ καταργηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν παρηγοριὰ ποὺ δίνει ἢ τὸ καλὸ (φιλανθρωπία) ποὺ προσφέρει. Ἕνα ψέμα εἶναι ψέμα («ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει, ὁ Ἰησοὺς δὲν ἦταν θεὸς καὶ δὲν ἀναστήθηκε»), ὅσο καλὸ κι ἂν εἶναι…..θὰ ὑπάρχουν ἄθεοι ποὺ ἔχουν ἄλλη ἀντίληψη περὶ καλοσύνης καὶ ἀνθρωπιᾶς. Θέλουν π.χ., μὲ τὸ στανιὸ ὁ Χριστιανισμὸς νὰ ἔχει ἱέρειες ἢ νὰ δέχεται τὸν ὁμόφυλο γάμο κ.ο.κ. Καὶ θὰ κατηγοροῦν τὸ Χριστιανισμὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κοσμικιστικοῦ μαξιμαλισμοῦ τους.

Ὅπως φαίνεται, εἶχα δίκαιο στὰ παραπάνω: Ὁ ἀρθρογράφος τοῦ Προτάγματος ἔκανε λόγο γιὰ χειροτονία γυναικῶν («γιατί δὲν κάνετε / δοκιμάζετε κι ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι γυναικεία χειροτονία;;»), δηλαδὴ ἐπιδιώκει τὸν «κοσμικιστικὸ μαξιμαλισμό» του, ἀλλὰ ἔχει ἄποψη καὶ γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι «αἱρετικὸς» ἢ ὄχι καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἂν ἔχουν οἱ Χριστιανοὶ δικαίωμα νὰ θεωροῦν αἱρετικὴ μιὰ ἄλλη χριστιανικὴ ὁμάδα στὴ βάση τῶν δογμάτων της. Πάλι καλά, ποὺ δὲν μᾶς λέει καὶ πῶς νὰ ζοῦμε ἢ τί νὰ σκεφτόμαστε.

Ὁ ἐκσυγχρονιστικὸς μαξιμαλισμὸς γιὰ τὸν ὁποῖο κάνω λόγο («αὐτοὶ τὸ συζητᾶνε , ἐνῶ ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι») θυμίζει κάτι κοινωνικὲς ἀντιλήψεις τοῦ τύπου «ἐσεῖς ἀκόμα ἀσπρόμαυρη τηλεόραση ἔχετε;»

 «Ἀντιεξουσιασμός», σοῦ λέει μετά.

ΥΓ2

Γράφει ὁ ἀρθρογράφος:

το ιδεολόγημα της ελληνορθοδοξίας που διόλου δεν ανέκυψε με τρόπο αυθόρμητο από την έως τότε ιστορία αλλά, αντιθέτως, έτυχε συνειδητής και σταδιακής επεξεργασίας: από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, συνεργάτη του Μαυροκορδάτου από τον καιρό της Πίζας, ο οποίος προσπάθησε να δουλέψει, σε θεωρητικό επίπεδο, το ζήτημα της μετάβασης από το (Ορθόδοξο) Γένος στο (νεοελληνικό) Έθνος

Πράγματι, τὸ Πρόταγμα συνδυάζει ἀμορφωσιὰ καὶ θράσος, ὅταν ἀνακατεύονται μὲ πράγματα ποὺ ἀγνοοῦν. Ὁ ἀρθρογράφος ξέμεινε στὸν Ἰγνάτιο Οὐγγροβλαχίας. (1765–1828). Γιατὶ περὶ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀκοῦμε νὰ κάνουν λόγο σημαίνοντες ἱεράρχες ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μετὰ τὴν Ἅλωση. Πιὸ ἐπίσημα, ἀκόμη, μιὰ Ὀρθόδοξη Σύνοδος στὰ 1716:

«Πάλαι μὲν Ἑλλήνων, νῦν δὲ Γραικῶν καὶ Νέων Ρωμαίων διὰ τὴν Νέαν Ρώμην καλουμένων» γράφουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες, καὶ πιὸ κάτω κάνουν λόγο περί «Γραικῶν, Ρωσσῶν, Ἰβήρων, Ἀράβων, Βουλγάρων, Ἀλβανῶν, Βλάχων, Μολδαβῶν» Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, καθὼς καὶ περί «εὐγενεστάτων περιδόξων γενῶν, Ἄγγλων τε καὶ Ἑλλήνων». Τὰ ἔθνη ὑπάρχουν, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν συνεπάγεται ἄγνοια ἢ ἀποσιώπηση τῶν ἐθνικῶν ἰδιαιτεροτήτων.

(Ἰ. Ν. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ τὰ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας , τόμ. 2, σσ. 789, 816-817).

Ὅ,τι καὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ἀφήγηση περὶ νεοελληνισμοῦ τῶν ἀναρχοαυτόνομων, λίγο θὰ εἶναι.

Υ.Γ. 3

Βρῆκα ἕνα κείμενο ἑνὸς Ἕλληνα Σοσιαλιστῆ τοῦ 19ου αἰ., τὸ ὁποῖο εἶχα ἀναρτήσει. Διαβάστε το, καὶ δεῖτε τὶς τεράστιες διαφορές. Μπορεῖ κανεὶς χριστιανὸς νὰ ἀντιταχθεῖ σὲ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἀμπελικόπουλος;

Γιὰ ἐμᾶς, Χριστιανισμὸς καὶ Ἐκκλησία εἶναι τὸ ἴδιο. Ὅποιος «ἀποδέχεται τὸ Χριστιανισμὸ ἀλλὰ ἀντιτάσσεται στὴν Ἐκκλησία ὡς θεσμὸ κ.λπ.» δὲν μᾶς ξεγελᾶ: χτυπώντας τὸ β’ χτυπάει καὶ τὸ α’.

Advertisements
This entry was posted in 1821, Δύση, Ελλάδα, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Θρησκεία, εκκοσμίκευση, Ορθοδοξία. Ορισμένες σκέψεις με αφορμή τις ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας — manolisgvardis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s