Συζήτηση μὲ τὸν Ἀριστερισμὸ γιὰ τὸ 1940

Νομίζω ὅτι ἡ συζήτηση διεξάγεται μὲ λάθος ὅρους, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε κἂν νὰ γίνεται.

Γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀνάγκη ποὺ νοιώθουν μερικοὶ «πατριωτικὰ σκεφτόμενοι Ἀριστεροὶ» νὰ πείσουν τοὺς ἄλλους Μαρξιστὲς ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλες ἀντιθέσεις στὸν πλανήτη πέρα ἀπὸ τὶς ταξικές, καὶ μάλιστα ὅτι αὐτὲς οἱ ἀντιθέσεις εἶναι συχνὰ σημαντικότερες τῶν ταξικῶν δὲν βγάζει πουθενά. Ἔχουν χαθεῖ ὅλες οἱ γεωπολιτικὲς σκοπιμότητες καὶ προϋποθέσεις (ὕπαρξη ΕΣΣΔ καὶ στρατηγικῶν ἀναγκῶν της) ποὺ θὰ ἔκαναν ἕναν Μαρξιστὴ νὰ κάνει τὶς παραχωρήσεις του στὸν «ἀστικὸ ἐθνικισμό». Εἶναι γνωστὸ ὅτι «ἀλήθεια εἶναι ὅ,τι συμφέρει τὸ Κόμμα» (ὁποιοδήποτε κόμμα καὶ ὁμάδα), κι ἑπομένως ἡ ἀποτίμηση διάφορων ἱστορικῶν γεγονότων ἀπὸ τοὺς πολιτικοποιημένους καὶ Ἀριστεροὺς ἀλλάζει τόσο συχνὰ ὅσο τὰ ἐσώρουχα, χωρὶς σοβαρὴ ἔγνοια γιὰ κάποια «ἐπιστημονικὰ προσεγγίσιμη» Ἀλήθεια.

Περισσότερο γόνιμο εἶναι π.χ. νὰ καταδειχθεῖ ἡ ἱστορικότητα καὶ (στὴν περίπτωσή του) ἡ μερικότητα τῆς ἀνάλυσης μὲ βάση τὸν «ταξικισμὸ» τοῦ Μάρξ, ὡς σύμπτωμα τῆς ἐποχῆς του (σημαντικότερη ἢ μόνη ἀντίθεση ἡ ταξική, κεφάλαιο-ἐργάτες, ἐκμεταλλευτές-ἐκμεταλλευόμενοι). Λὲς καὶ δὲν ἔχει ἄπειρες περιπτώσεις ἡ Ἱστορία ὅπου οἱ ἐκμεταλλευόμενοι ἐνήργησαν πολιτικὰ στὴ βάση κριτηρίων διαφορετικῶν ἀπὸ τὴν ταξική τους καταπίεση. Ἢ νὰ καταδειχθεῖ ὅτι ὁ ἀντι«εθνικὸς» ἀντιμιλιταρισμὸς τῶν ἑλλήνων Μαρξιστῶν ἀντιτίθεται τελείως στὸν «ἐπιλεκτικὸ μιλιταρισμὸ» τῶν Μὰρξ-Ἔνγκελς, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν ἐπεκτατικοὺς κι ἀποικιοκρατικοὺς πολέμους καὶ κατακτήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων μόνο καὶ μόνο γιατὶ τοὺς φαινόταν ὅτι οἱ πόλεμοι καὶ οἱ κατακτήσεις αὐτὲς συμβάλλουν στὴν πρόοδο τῆς Ἀνθρωπότητας καὶ τὴν ταχύτερη ἔλευση τῆς Ἐπανάστασης. Πόσο δικαίωμα -φιλοσοφικά, τουλάχιστον- ἄραγε ἔχει νὰ προβάλλει στὴν Ἑλλάδα τοῦ 2016 ἕνας Ἀριστερός, ἢ ἀναρχοκομμουνιστὴς κ.λπ., ἕναν φιλειρηνισμὸ τοῦ τύπου «ἐθνικιστὲς Ἕλληνες, θὰ σᾶς σπάσουμε τὰ νεῦρα» ἢ «μὴ μιλᾶτε γιὰ πολέμους καὶ αἵματα, μὴν γιορτάζετε τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου» ἐνῶ οἱ Πατέρες του θεωροῦσαν θεμιτὸ ἀκόμη καὶ τὸν ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο, ἂν αὐτὸς βοηθοῦσε στὴν Ἐπανάσταση;

Τὸ ἠθικὸ πλεονέκτημα τῆς Ἀριστερᾶς εἶναι ἀνύπαρκτο, γιατὶ δὲν μιλᾶ εὐαγγελιζόμενη τὴ μὴ διακρατικὴ βία.

Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ὕστερα, ὁ μονόλογος κουφῶν Δεξιᾶς κι Ἀριστερᾶς δὲν ἔχει νόημα νὰ διακοπεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ διακοπεῖ. Ἡ Ἀριστερὰ δὲν μπορεῖ (θὰ τρελαθεῖ ἂν τὸ κάνει) νὰ παραδεχτεῖ ὅτι ἂν τὸ 1940 ἐπιτίθετο ἡ ΕΣΣΔ κι ὄχι ὁ Ἄξονας τότε οἱ Ἀριστεροὶ θὰ εἶχαν γίνει «γερμανοτσολιάδες» σοβιετοτσολιάδες κι ὄχι Ἀντιστασιακοί. Οὔτε οἱ Ἀπάτριδες Ἀριστεροὶ τοῦ Ἀρχειομαρξισμοῦ μποροῦν νὰ παραδεχτοῦν ὅτι τὸ «Γερμανοὶ στρατιῶτες, ἀδέρφια μας» τὸ ὁποῖο προπαγάνδιζαν δὲν θὰ ἔφερνε τίποτα ἄλλο παρὰ τὴν γερμανικὴ ἐπικράτηση. Ἡ Δεξιὰ δὲν μπορεῖ νὰ παραδεχτεῖ ὅτι ἕνα μεγάλο μέρος τῶν πατεράδων της ἀνέχτηκαν καὶ ὑποστήριξαν τοῦς συνεργάτες τῶν Γερμανῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς ὅσο καὶ μετά. Γιὰ ποιὰ πατρίδα νὰ κάνεις ἔπειτα λόγο ὅταν ἀναγνωρίσεις ὅτι εἶσαι καταρχὴν περισσότερο ἀντικομμουνιστὴς καὶ λιγότερο ἐθνικιστής; Δὲν μποροῦν λ.χ. οἱ θαυμαστὲς τοῦ Μεταξᾶ νὰ παραδεχτοῦν ὅτι ἂν ὁ βασιλιὰς ἦταν Γερμανόφιλος τότε ὁ Μεταξᾶς τοῦ 3,5% (ἐκλογικὸ ποσοστό) θὰ ἐπέλεγε ὅπως στὸν Α’ Π.Π. τοὺς Γερμανούς. Ἐὰν οἱ παραπάνω ὑποθέσεις φαίνονται σὲ ὁρισμένους ὡς «ἂν ἡ γιαγιά μου εἶχε καρούλια θὰ ἦταν πατίνι», εἶναι ἀκριβῶς ποὺ ἐπιβεβαιώνεται περισσότερο τὸ περιγραφὲν ὑπόβαθρο τῆς στάσης ποὺ εἶχαν Δεξιοὶ κι Ἀριστεροὶ ἐπὶ Κατοχῆς: Γιατὶ θεωροῦν ὅτι σὲ κάθε περίπτωση ἡ στάση τους θὰ ἦταν πατριωτικὰ κι ἐθνικὰ ἀπαράλλαχτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι.

Δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ κανεὶς ὡς σφήνα ἀνάμεσα σὲ τέτοιες τοποθετήσεις, γιατὶ ἡ ἑλκυστικότητά τους ἔγκειται στὴ δραματικὴ ἀποκορύφωση τοῦ «Εἴτε-Εἴτε» ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Κονδυλικὰ μιλώντας, ἡ «ὑπαρξιακὴ ἔνταση» τῆς προσχώρησης σὲ καθένα ἀπὸ τὰ στρατόπεδα εἶναι, γιὰ τοὺς περισσότερους, τόσο ἰσχυρὴ ὥστε ἡ ἀπάρνηση τῆς ἔντασης αὐτῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ αὐτοκτονία. Παρὰ τὰ ὅσα λέγονται, ἕνα 90% ἀπὸ τὸ 30% τῆς Ἀριστερᾶς καὶ ἕνα 60-70% ἀπὸ τὸ 25% τῆς Ἀκροδεξιᾶς καὶ συντηρητικῆς Δεξιᾶς δὲν ἔχει διόλου ξεπεράσει τέτοια διλλήματα κι ἀναμνήσεις. Οὔτε ὁ χρόνος γιατρεύει ἀπαραίτητα τὰ πάντα. Αὐτὰ τὰ «οἱ Ἕλληνες ἔχουν ξεπεράσει τὸν Ἐμφύλιο» τοῦ 1915-1922 καὶ 1945-1949 τὰ ἀκούω βερεσέ. Προφανῶς, ἡ διαμάχη δὲν εἶναι ὁρατή, καὶ κανεὶς δὲν συζητᾶ στὴν καθημερινότητά του γιἀ αὐτήν, ἡ οὐλὴ-χώρισμα ὅμως ὑπάρχει, καὶ ὅσο πιὸ πίσω πηγαίνει ἡ ἐπιχειρηματολογία, τόσο ὅλοι ἀνατρέχουν σὲ αὐτήν. Ἀντὶ νὰ εἶμαι μὲ ὅλους καὶ ὅλα ἑνωτικός, προσωπικὰ βρίσκω περισσότερο ἐποικοδομητικὸ νὰ είμαι διχαστικὸς ὄχι μὲ τὴν ἔννοια «ξεχᾶστε τὰ παλιά» ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντιθετη: «ἐσεῖς φταῖτε».

Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δὲν θὰ λυπόμουν πάρα πολὺ ἂν αὔριο τὸ πρωὶ ξυπνώντας διαπίστωνα ὅτι λείπει θαυματουργικὰ (ἢ μὲ μαζικὴ μετανάστευση δίχως αἰτία πόλεμο ἢ πείνα) ἀπὸ τὴ χώρα αὐτὸ τὸ προαναφερθὲν 40% τοῦ πληθυσμοῦ της. Ὄχι ὅτι τὸ περιμένω ὡς πιθανὸ οὔτε ὅτι προωθῶ κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ ὅτι ἡ γιατρειὰ εἶναι τόσο ἀδύνατη.

Advertisements
This entry was posted in Αριστερά, Ακροδεξιά, Ελλάδα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s