Ἑλληνισμὸς ἀπὸ Τὸ Πουθενά

Βλέποντας μὲ χαρὰ ἕναν πολέμιο τῆς βυζαντινῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴ σκοπιὰ μιᾶς «ἑλληνικῆς φιλοσοφικῆς» ἀντίληψης, τὸν Νικήτα Σινιόσογλου, νὰ ἑτοιμάζεται νὰ παρουσιάσει ἕνα ἀκόμη σχετικὸ βιβλίο του, δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἀνατρέξω σὲ μιὰ παλιά του συνέντευξη, γιὰ τὸ προηγούμενο βιβλίο του, στὸν Ἐλεύθερο Τύπο.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴ συνέντευξη σταχυολογῶ τὰ ἑξῆς, τὸ ὁποῖο σχολιάζω ἀμέσως μετά:

«Ειδικά τώρα η επιβίωση θεμελιακών στοιχείων της ελληνικής γνωσιολογίας, κοσμολογίας και θεολογίας στο Βυζάντιο οφείλεται στην εναλλαγή τεσσάρων διακριτών καναλιών ανάσυρσης, συντήρησης και συζήτησής τους: το πρώτο είναι βέβαια η κατά μέτωπον σύγκρουση με το νέο ακόμη Χριστιανικό παράδειγμα (Κέλσος, Πορφύριος, Ιεροκλής, Ιουλιανός) κατά την ύστερη αρχαιότητα. Δεύτερο είναι η θρησκευτική προσποίηση, μια πρακτική που συνδέεται με την μετάλλαξη του νεοπλατωνισμού σε υπόγειο ρεύμα από τον έκτο αιώνα και δώθε. Ο Πρόκλος, ο Σιμπλίκιος και ο Δαμάσκιος ομολογούν πως όταν ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος, οφείλει κανείς να λανθάνει μάλλον παρά να συγκρούεται. Εχουμε πια να κάνουμε με φαινόμενα ιδεολογικής και θρησκευτικής προσποίησης που συχνά είναι όντως δύσκολο να ανιχνευθούν. Σήμερα η έρευνα έχει προχωρήσει και σε πείσμα της καθεστωτικής Βυζαντινολογίας διατυπώνεται βάσιμα η άποψη ότι συγγραφείς όπως ο Προκόπιος, ο Ιωάννης Λυδός και ο Μιχαήλ Ατταλειάτης συγκάλυψαν την ελληνίζουσα θρησκευτική και διανοητική τους ταυτότητα γνωρίζοντας πως αυτή δεν θα γινόταν ποτέ ανεκτή από το Ορθόδοξο κατεστημένο. Σε ένα τρίτο επίπεδο, φιλόσοφοι όπως ο Λέων Χοιροσφάκτης, ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Ιταλός, ο Θεόδωρος Μετοχίτης και ο Νικηφόρος Γρηγοράς δηλώνουν Χριστιανοί, όμως οι παραχωρήσεις που κάνουν στην νεοπλατωνική παράδοση οδηγούν στην επιβίωση ενός τρόπου ύπαρξης που είναι ασύμβατος με την Χριστιανική θεολογία. Τούτο ενδέχεται να συμβαίνει απο πρόθεση ή λιγο πολύ ασυνείδητα. Αυτό το τρίτο κανάλι με απασχολεί περισσότερο, γιατί πιστεύω πως το κοσμικό Βυζάντιο απηχεί και σε μεγάλο βαθμό διασώζει τον παγανιστικό πλατωνισμό της ύστερης αρχαιότητας. Αυτό άλλωστε υποστήριζαν οι Βυζαντινοί θεολόγοι που κατηγόρησαν τους φιλόσοφους επ᾽ελληνισμώ, δηλαδή ότι αναβίωναν τον παγανισμό. Φιλοσοφικά μιλώντας είχαν απόλυτο δίκιο. Απόψεις υπέρ το δέον ανθρωποκεντρικές, όσες δηλαδή επενδύουν τόσο στις ανθρώπινες δυνατότητες, ώστε να παρακάμπτουν τον αποκαλυπτικό λόγο και την Ορθοδοξία συλλήβδην επανασύνεδεαν τους Βυζαντινούς με μια συζήτηση που υποτίθεται πως είχε οριστικά κλείσει από τότε που οι Πατέρες της Ύστερης Αρχαιότητας «κατατρόπωναν» τους Εθνικούς. Τέλος, στο βιβλίο επιμένω στην σημασία ενός τέταρτου καναλιού που σπάνια συζητιέται: οι ιδέες πολλές φορές βρίσκουν απρόσμενους ξενιστές στους αντιπάλους τους. Όταν επιτίθεσαι σε μια ιδέα, τότε την συντηρείς κιόλας, την διασώζεις από την λήθη. Είναι αυτό ένα ακόμα σημαντικό κανάλι μέσα από το οποίο η ελληνική φιλοσοφία και κοσμοαντίληψη επιβίωσε στο Βυζάντιο, δηλαδή μέσα από θεολογικές συγκρούσεις (π.χ. ησυχαστική έριδα) που αντιμετώπιζαν τον ελληνισμό ως δυνητική απειλή. […] Και είναι τεράστιο σφάλμα να ταυτίζεται το Βυζάντιο με την Ορθοδοξία. Ναι, υπάρχει βυζαντινή Ορθοδοξία, υπάρχει όμως και ένας συγκρουσιακός βυζαντινός ελληνισμός με φυγόκεντρες διαδρομές, όπως άλλωστε και κοσμικές εκδοχές του Βυζαντίου που αναφαίνονται συχνά πυκνά, και όλα τούτα ζουν, συμπλέκονται και αναπνέουν στον ίδιο χώρο και χρόνο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας από τους απολογητές ως τον Γρηγόριο Παλαμά είναι οι πρώτοι που είδαν στην ελληνική γνωσιολογία, θεολογία και κοσμολογία έναν αυτοπροσδιορισμό και τρόπο ύπαρξης ανταγωνιστικό προς τον χριστιανικό. Αυτό είναι το μοναδικό σημείο που συμφωνούν με τον Ιουλιανό, τον Πρόκλο και τον Πλήθωνα. Μπορεί οι Ορθόδοξοι θεολόγοι του Βυζαντίου να οβελίζουν εξαρχής την ελληνική κοσμοαντίληψη, όμως είναι εξαιρετικοί όταν εντοπίζουν τις διαφορές της από τον Ορθόδοξο χριστιανισμό συμβάλλοντας ακούσια στην διάσωσή της.»

Ἔχω πολλὰ νὰ πῶ, καὶ θὰ τὰ πῶ.

Καταρχάς, ὁ Ν. Σ. ἂν καὶ εἶναι πολέμιος τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποδέχεται τὴν εἰκόνα ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς καὶ εἰδικὰ ἡ Ὀρθοδοξία προβάλλει στοὺς παγανιστὲς ἀντιπάλους της γιὰ τὸν ἑαυτό τους: τοῦ Ἕλληνα. Εἶναι λογικό, βέβαια, ὅτι στὸν ἀγώνα του κατὰ μιᾶς κοσμοθεωρίας ὁ ἀντίπαλος ἐν τέλει θεωρεῖ τιμή του τὸν χαρακτηρισμὸ ποὺ τοῦ ἀποδίδει ἡ κοσμοθεωρία αὐτή (π.χ. ἄλλοι, ἀντίστοιχα λένε: «ἔ, ναί, λοιπόν, εἴμαστε φασίστες»). Ὅμως, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἕλληνας καθιερώθηκε ἀπὸ θεουργοὺς Ἀσιάτες καὶ λάτρεις τῶν ἀσιατικῶν θεοτήτων καὶ δὲν εἶχε πολλὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα. Ὁ Ἰάμβλιχος πίστευε ὅτι οἱ ἱερὲς ἐπικλήσεις ἐπιδροῦν αὐτομάτως στὴ διάθεση τῶν θεῶν (Περὶ Μυστηρίων, Β’, 11). Πόσο ἄτοπο εἶναι νὰ υἱοθετεῖται, ἔστω γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἔρευνας, ὡς περιγραφικὸ κριτήριο ἡ αὐτοσυνειδησία τῶν «τελευταίων Ἐθνικῶν»φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρῶτος -κατὰ πᾶσα πιθανότητα- Ἐθνικὸς ποὺ αὐτοπροσδιορίστηκε ὡς Ἕλληνας, ὁ Ἰάμβλιχος, ἦταν ἀκριβῶς αὐτὸς ποὺ καθύβριζε τοὺς Ἕλληνες (τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος) ὡς αἴτιους γιὰ τὴν παρακμὴ τῆς ἀρχαίας λατρείας.

Ἔχει ἐπίσης παρατηρηθεῖ ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ μετέτρεψαν τοὺς ἐθνικοὺς σὲ ὁμάδα. Στὴν πραγματικότητα, δὲν ὑπῆρχαν «Ἕλληνες», ἦταν ἕνα  non-group: Ὁ Ἰάμβλιχος χαρακτήριζε λ.χ. ἀσυναρτησίες τὶς ἀπόψεις τοῦ Πορφύριου (Περὶ Μυστηρίων, Γ’, 25). Οἱ προχριστιανοὶ φιλόσοφοι (πρὸ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ μετὰ Χριστόν) χαρακτήριζαν, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀγροίκους, ἀπαίδευτους, τυφλούς, ἀγύρτες, ἀνόητους, προαγωγούς, πόρνους, ποταπούς, ξεδιάντροπους, κόλακες, ἄσωτους, φλύαρους ἀλῆτες, φαφλατάδες, βλάκες, ἀμαθεῖς, ἀπατεῶνες, φιλόδοξους, παράλογους, ἀξιοθρήνητους, ἐπηρμένους, ὀψιμαθεῖς, ξερόλες, γερο-λαίμαργους, μωρολόγους, συμφεροντολόγους, διψασμένους γιὰ δόξα, ἀχρείους, ἀλαζόνες, ἀσυνάρτητους, λογοκλόπους καὶ ἄλλα πολλά, ἐνῶ συνιστοῦσαν ἢ ἐπιχειροῦσαν τὸ κάψιμο βιβλίων (Πλάτωνας, Ἰουλιανός, Ἰσίδωρος, Μαρίνος -τί σύμπτωση, ὅλοι τοῦ Πλάτωνα).

Ἡ ἴδια ἡ λέξη Ἕλληνας καταλήγει νὰ σημαίνει τὰ πάντα καὶ τίποτα. Σημαίνει τὸν Πλούταρχο, ποὺ ἐξελληνίζει τὴν αἰγυπτιακὴ θρησκεία, ἀλλὰ σημαίνει καὶ τὸν Ἰάμβλιχο, ποὺ κατηγορεῖ τοὺς Ἕλληνες ὡς διαστρεβλωτὲς καὶ καταστροφείς τῆς προχριστιανικῆς ἑλληνικῆς, αἰγυπτιακῆς, συριακῆς κ.ἄ. θρησκείας (Περὶ Μυστηρίων, Ζ’, 5). Σημαίνει τὸν Ἰουλιανό, ποὺ καυχᾶται γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς κοσμοαντίληψής του χαιρόμενος ποὺ τὰ γραπτὰ τοῦ Ἐπίκουρου καταστράφηκαν «ἀπὸ τοὺς θεούς» (δηλ. τοὺς λάτρεις τους). Ὁ Ν.Σ. ἀποδεχόμενος αὐτὴ τὴν ἀοριστολογία (μόνο καὶ μόνο γιατὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς τὴν υἱοθέτησαν) κάνει τὴν λογικὰ ἐσφαλμένη ἐξίσωση Ἑλληνικό=μὴ χριστιανικό. Ἔτσι, οἱ σημερινοὶ «Ὑπερασπιστὲς τῶν Ἐθνικῶν» (φιλοσοφικά, θρησκευτικά) πέφτουν σὲ τρομερὰ προβλήματα καὶ ἀντιφάσεις, χειρότερες ἐκείνων τοῦ Ἰάμβλιχου.

Ἔπειτα, μποροῦμε νὰ ἐξετάσουμε τὰ τέσσερα διακριτὰ «κανάλια ἀνάσυρσης, συντήρησης καὶ συζήτησης» τῶν θεμελιακῶν στοιχείων τῆς Ἑλληνικῆς γνωσιολογίας, κοσμολογίας καὶ θεολογίας στὸ Βυζάντιο.

Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ κατὰ μέτωπον σύγκρουση. Ὁ Ν. Σ. ἀναφέρει τρεῖς ἐνδιαφέρουσες περιπτώσεις. Ὁ Πορφύριος, σύμφωνα μὲ γνωστοὺς ἱστορικοὺς ὅπως ὁ T. D. Barnes (Scholarship or propaganda? Porphyry Against the Christians and its historical setting, BICS 39 (1994)) ἦταν ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν διώξεων ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, συγγράφοντας τὸ Κατὰ Χριστιανῶν πολὺ κοντὰ χρονικὰ στὸν Μεγάλο Διωγμό. Ὁ Ἱεροκλῆς δὲν σταμάτησε ἐκεῖ, ἀλλὰ συμμετεῖχε ὡς ἀξιωματοῦχος / διοικητὴς ἐπαρχιῶν σὲ δύο μέρη τῆς Αὐτοκρατορίας -Βιθυνία καὶ Ἀλεξάνδρεια- στὶς διώξεις καὶ θανατώσεις τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἰουλιανός, ἐν τέλει ὁδηγήθηκε κι αὐτὸς σὲ ἔμπρακτα ἀντιχριστιανικὰ μέτρα. Βλέπουμε ὅτι τὸ πρῶτο «κανάλι» συνίσταται κυρίως ἀπὸ ἐγκληματίες ἢ ἠθικοὺς αὐτουργοὺς σὲ ἐγκλήματα, ἄτομα ποὺ δὲν σταματοῦσαν στὴ διατύπωση ἐκλεπτυσμένων τάχα ἐπιχειρημάτων ἀλλὰ καὶ ποὺ χωρὶς ἐνδοιασμὸ συμμετεῖχαν ἢ ἐνέκριναν ἐκτελέσεις καὶ ἄλλες φρικτὲς τιμωρίες.

Τὸ δεύτερο «κανάλι» ποὺ ὁ Ν.Σ. θεωρεῖ πὼς ὑπάρχει εἶναι πραγματικὰ περίεργο. Ἐνῶ ὁ Ν.Σ. δὲν κρύβει τὴν περιφρόνησή του γιὰ τοὺς βυζαντινολόγους (ἔνδειξη ἐπιστημονικῆς μειονεξίας;), υἱοθετεῖ -βάσει τῆς γνωστῆς μόδας, τῶν «αιρετικών ἀπόψεων»- ἀπὸψεις ὅπως π.χ. τοῦ Ἀ. Καλδέλλη, ὁ ὁποῖος φυσικὰ εἶναι βυζαντινολόγος (!), πὼς ὁ Προκόπιος κι ὁ Ἀγαθίας εἶναι κρυπτοεθνικοί. Περιττὸ νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ἡ «ἔρευνα» εἶναι οἱ γνωστὲς εἰκασίες. Παλιότερα, γιὰ παράδειγμα, ἡ ὕπαρξη ἰδιωτικῶν καλλιτεχνικῶν συλλογῶν μὲ μυθολογικὰ θέματα θεωροῦταν ἀπὸ τὴν «ἔρευνα» ἐσφαλμένα ἀπόδειξη γιὰ τὴν κρυφὴ παγανιστικὴ θρησκευτικότητα τοῦ ἰδιοκτήτη τους ἐνῶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ἐπιφανεῖς ἀριστοκράτες καὶ ἄτομα ποὺ ἦταν πέραν πάσης ἀμφιβολίας Χριστιανοὶ κατεῖχαν καὶ παρήγγειλαν κλασικῆς τεχνοτροπίας ἔργα τέχνης, γιατὶ ἁπλούστατα ἡ κλασικὴ καὶ προχριστιανικὴ τέχνη ἔθελγε -χωρὶς τὴν παγανιστικὴ νοηματοδότησή της- καὶ Χριστιανούς, σὲ ὅλη τὴ βυζαντινὴ χιλιετία. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τοὺς Προκόπιο κ.ἄ. ποὺ ἀναφέρει ὁ Ν.Σ.: ἀκόμη καὶ ἡ ὕπαρξη παγανιστικῶν τάσεων ἢ ὕφους δὲν συνεπάγεται κρυπτοπαγανισμό. Θὰ ἦταν τόσο λάθος νὰ νομίζαμε ὅτι συνεπάγεται ὅσο τὸ νὰ θεωρήσουμε, σήμερα, Χριστιανὸ ἕναν ἄθεο ὁ ὁποῖος διαβολοστέλνει τὸ γείτονά του, ἐπειδὴ νομίζουμε πὼς παραδέχεται τὴν ὕπαρξη τοῦ διαβόλου.

Τὸ τρίτο «κανάλι» εἶναι ἀπὸ μόνο του πολὺ ἀνίσχυρο. Ὁ Ν.Σ. κάνει λόγο γιὰ τὶς «παραχωρήσεις που [οἱ Μετοχίτης, Ψελλὸς κ.λπ.] κάνουν στην νεοπλατωνική παράδοση οδηγούν στην επιβίωση ενός τρόπου ύπαρξης που είναι ασύμβατος με την Χριστιανική θεολογία. Τούτο ενδέχεται να συμβαίνει απο πρόθεση ή λιγο πολύ ασυνείδητα«. Καὶ ποῦ βασίζει ὁ Ν.Σ. τὴν ἄποψή του ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνα τρίτο «κανάλι»; Στὸ ὅτι «Αυτό άλλωστε υποστήριζαν οι Βυζαντινοί θεολόγοι που κατηγόρησαν τους φιλόσοφους επ᾽ελληνισμώ, δηλαδή ότι αναβίωναν τον παγανισμό. Φιλοσοφικά μιλώντας είχαν απόλυτο δίκιο«. Ἂν πιστεύαμε τοὺς Πατέρες, ποὺ ἤθελαν τὸν ἀπόλυτο ἐκχριστιανισμό, τότε πλήθη ὁλόκληρα καὶ περιοχὲς τεράστιες ἦταν παγανιστικὲς σὲ ἐποχὲς πολὺ πιὸ κατοπινὲς ἀπὸ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία παύει κάθε εἴδος λατρείας, κρυφῆς καὶ φανερῆς. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι γνωστὸ σὲ ἐρευνητὲς ὅπως λ.χ. ὁ D. Frankfurter, ποὺ δὲν εἶναι χριστιανοὶ οὔτε ἀπολογητὲς τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ, ἀλλὰ ξέρουν ὅτι πρόκειται περὶ ρητορικῆς (π.χ. «φορᾶ τὸ Μάρτη ἄρα λατρεύει τοὺς θεούς») κι ὄχι πραγματικότητας. Τὸ ὅτι ὁ Ψελλὸς κατηγορήθηκε ὡς ἐθνικὸς δὲν σημαίνει ὅτι φιλοσοφικὰ ἦταν τέτοιος. Εἶχε, ἁπλῶς, ἐνδιαφέρον γιὰ μὴ χριστιανικὰ πράγματα. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε καὶ τὶς μηχανορραφίες. Καὶ φυσικά, δὲν περίμενε κάποιος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Ἰταλὸ τὴν διάδοση τῶν προχριστιανικῶν ἀντιλήψεων: Τὶς βρῆκε ἕτοιμες, διδασκόμενες ἀπὸ Χριστιανούς.

Ἡ ταύτιση, βέβαια, τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ μὲ τὸν Ἑλληνισμὸ εἶναι πραγματικὰ ἕνας «Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸ Πουθενά». Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν ἦταν ἀνθρωποκεντρικοί, δὲν ἦταν σκεπτικιστὲς καὶ ἀνηθικιστές, δὲν ἦταν «ἀνθρωπιστές», δὲν ἦταν «φιλόσοφοι». Οἱ διώξεις φιλοσόφων εἶναι διαχρονικὸ ἑλληνικὸ φαινόμενο ἀπὸ τὸν Πυθαγόρα ὣς τοὺς Ἐπικούρειους. Πόσο Ἕλληνας ἦταν ὁ Ἡράκλειτος ἢ ὁ Σωκράτης / Πλάτων, ποὺ πίστευε ὅτι «ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμμία» (Πλάτων, Ἀπολογία Σωκράτους, 23a); Ὁ Πορφύριος κάποτε ἐξεδίωξε ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ ἕνα λουτρό, αὐτὸ ὅμως δὲν παύει νὰ τὸν καθιστᾶ ὁπαδὸ ἀνθρωποκεντρικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Πρόκλος ἦταν θεουργός, ὅπως κι ὁ Ιάμβλιχος, θεράπευε μὲ προσευχές. Γιὰ τὸν Ἰάμβλιχο «τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι ἄθλιο, μηδαμινὸ παιχνίδι συγκρινόμενο μὲ τὸ θεῖο» (Περὶ Μυστηρίων, Γ’, 19). Ἂν συχνὰ ἐπικεντρώνομαι στὸν Ἰάμβλιχο εἶναι γιατὶ ὁ Ἰουλιανὸς τὸν θεωροῦσε ἀνώτερο ὅλων ἐκτὸς τοῦ Πυθαγόρα καὶ τοῦ Πλάτωνα.

Τὸ τέταρτο κανάλι, τέλος, εἶναι τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον: «οι ιδέες πολλές φορές βρίσκουν απρόσμενους ξενιστές στους αντιπάλους τους. Όταν επιτίθεσαι σε μια ιδέα, τότε την συντηρείς κιόλας, την διασώζεις από την λήθη. Είναι αυτό ένα ακόμα σημαντικό κανάλι μέσα από το οποίο η ελληνική φιλοσοφία και κοσμοαντίληψη επιβίωσε στο Βυζάντιο, δηλαδή μέσα από θεολογικές συγκρούσεις (π.χ. ησυχαστική έριδα) που αντιμετώπιζαν τον ελληνισμό ως δυνητική απειλή«. Αὐτὸ θὰ ἦταν σωστὸ ἂν οἱ χριστιανοὶ (κι ὄχι ἁπλῶς οἱ Πατέρες) εἶχαν ἀπορρίψει τελείως τὴν προχριστιανικὴ ἐπιστήμη, τέχνη, διοίκηση κι ἁπλῶς ἀντέγραφαν τὰ σχετικὰ κείμενα προκειμένου νὰ τὰ χλευάζουν ἢ νὰ τὰ καταγγέλουν (φαίνεται πόσο ἀβάσιμη εἶναι καὶ μόνο ἡ ἰδέα). Κάτι τέτοιο δὲν συνέβη στὸ Βυζάντιο. Ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος γράφει: «οὕτω καὶ τούτων [τῶν πρὸ Χριστοῦ] τὸ μὲν ἐξεταστικόν τε καὶ θεωρητικὸν ἐδεξάμεθα, ὅσον δὲ εἰς δαίμονας φέρει καὶ πλάνην καὶ ἀπωλείας βυθὸν διεπτύσαμεν«. Ἡ θέση τοῦ Ν.Σ. θὰ ἦταν, ἐπίσης, σωστὴ ἂν στὰ πατερικὰ καὶ ἄλλα χριστιανικὰ κείμενα βρίσκαμε μόνο πολεμικὴ κατὰ τῶν προχριστιανικῶν («ἑλληνικῶν») ἀπόψεων κι ὄχι καὶ ἔπαινο -ὁμοίως, ἂν στὰ προχριστιανικὰ καὶ μὴ χριστιανικὰ κείμενα ἀπουσίαζε ἡ ἠθικολογία καὶ ἡ κοινωνικὴ δεοντολογία (π.χ. ὁ Δαμάσκιος ἐξυμνεῖ τὴν Ὑπατία ἐπειδὴ ἦταν παρθένα). Κάτι τέτοιο δὲν συνέβη στὸ Βυζάντιο ἢ τοὺς μὴ χριστιανοὺς ὣς τὸν 5ο μ.Χ. αἰ. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν Ἰουλιανὸ ὑπάρχουν θετικὲς ἀποτιμήσεις ἐκ μέρους χριστιανῶν Βυζαντινῶν. Ὁ «Ἑλληνισμὸς» ἦταν ἕνα τόσο τεράστιο πατερικὸ τσουβάλι, ποὺ σήμαινε τὰ πάντα καὶ τίποτε. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ποιότητες τοῦ Ἑλληνισμοῦ γίνονται ἀποδεκτὲς ἀπὸ Χριστιανοὺς καταπέφτει κάθε ὑποψία γιὰ διατήρηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέσω (μόνο) τῆς ἐπίθεσης σὲ αὐτόν.

Εἶπα παραπάνω ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Ἕλληνας» ἔγινε ἀπὸ κομπλεξικοὺς -ἀφοῦ παράλληλα καθύβριζαν τοὺς Ἕλληνες- καὶ βάρβαρους λάτρεις τῶν θεῶν (Ἰάμβλιχος) προκειμένου νὰ δικαιολογηθοῦν στὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν βαρβαρικότητα τῆς λατρείας τους. «Μπορεῖ», ἔλεγαν οὐσιαστικά, «νὰ λατρεύουμε τοὺς θεοὺς τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν -κατεξοχὴν ἐχθρῶν τῶν Ἑλλήνων- τῶν Περσῶν ἀλλὰ εἴμαστε βέροι Ἕλληνες». Ἀναμφίβολα, ἀνώτερη αἴγλη ἀποκτοῦσαν οἱ θυσίες στὸ Μίθρα καὶ στὰ Χαλδαϊκὰ Λόγια ἂν αὐτὲς συνδέονταν (ἔστω καὶ σὲ ἐπίπεδο ὀνόματος) μὲ τὴν «ἑλληνικότητα». Ἦταν ἀπολύτως ἀναμενόμενο ὅτι τέτοια (καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη, βεβαίως) «σημαία» τῶν τελευταίων Ἐθνικῶν θὰ καταπολεμᾶτο ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἐθνικῆς θρησκείας (τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας). Ὄχι ἁπλῶς ὡς περιεχόμενο (λατρεία θεῶν κ.λπ.) ἀλλὰ καὶ ὡς σύμβολο-«Ἑλληνισμός». Οἱ Ἐθνικοὶ τοῦ 4ου μ.Χ. αἰ. ὀνόμαζαν «Ἕλληνες» τοὺς ἑαυτούς τους προκειμένου νὰ ἀποδείξουν ὅτι τὰ Χαλδαϊκὰ Λόγια καὶ ἡ θεουργία ἦταν ἡ ἐπιτομὴ τῆς ἑλληνικότητας. Νὰ ἀποδείξουν -σὲ μιὰ ἐποχὴ στὴν ὁποία οἱ μορφωμένοι Ἐθνικοὶ ὅπως ὁ Ἀμμιανὸς Μαρκελλίνος ἀδιαφοροῦσαν γιὰ τὶς θυσίες, καὶ έβλεπαν ὡς περίεργον τὸν Ἰουλιανό- ὅτι τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦταν ἡ τέλεση θυσίας.

Ὁ Ν.Σ. ἐκλεπτύνει τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀπέναντι πλευρᾶς. Αὐτὸ εἶναι καλό, γιατὶ κι ἐμεῖς ἐκλεπτύνουμε τὰ δικά μας. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅμως, ὅτι σὲ ἐποχὲς παρακμῆς ἀναβιώνουν τὰ πιὸ παρακμιακὰ χαρακτηριστικὰ τοὺ προχριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ (λατρεία θεῶν καὶ νεοπλατωνισμός) καὶ κάποιοι ἐφευρίσκουν ψευδοϊστορίες «ἀντίστασης τῶν Ἐθνικῶν» (ὅπως μὲ τὴ Στάση τοῦ Νίκα). Εἶναι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ Τὸ Πουθενά, ποὺ ὁδεύει πρὸς τὸ Πουθενά.

Advertisements
This entry was posted in Ύστερη Αρχαιότητα, Αρχαιότητα, Ρωμανία, θρησκεία and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s