ὑποκρισίες

Προτιμῶ τοὺς φιλοεκκλησιαστικοὺς ἀπὸ τοὺς φιλοχριστιανούς.

Οἱ δεύτεροι ἔχουν τὴν ἀπαίτηση νὰ ὁρίζουν αὐτοὶ -ἂν καὶ μὴ Χριστιανοί- τί εἶναι χριστιανικό, πράγμα τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀναίδεια τέτοιων «φίλων». Ἀσχολοῦνται μὲ κάτι τοῦ ὁποίου συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ἀμφισβητοῦν ἀκόμη καὶ τὴν πρωταρχικὴ βάση ἐμφάνισης στὴν ἱστορία: ὅτι ὁ ἱδρυτῆς του ἀπαίτησε τὴν ἔνταξη σὲ μιὰ λατρευτικὴ κοινότητα μέσῳ ἑνὸς συγκεκριμένου τυπικοῦ, κι ὄχι μιὰ ἁπλὴ συμφωνία φιλοσοφικὴ ἢ  περὶ τοῦ κοινωνικὰ πρακτέου. Μήπως δὲν θὰ ἦταν ἐξίσου παράλογο ἕνας μὴ Ἀριστερὸς νὰ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς Ἀριστεροὺς νὰ ἔχουν τὴν δική του ἑρμηνεία τῶν ἀριστερῶν «ἱερῶν κειμένων»; Εἶναι, μάλιστα, ἕνα ζήτημα κατὰ πόσο εἶναι χριστιανοὶ ὅσοι λένε ὅτι πιστεύουν στὸ Χριστὸ ἀλλὰ δὲν ἀποδέχονται (ἔστω στὰ λόγια) ὅσα λέει ἡ Ἐκκλησία γιατὶ «αὐτὰ τὰ λένε οἱ παπάδες».

Οἱ πρῶτοι, ἀντιθέτως, σέβονται τὸ γεγονὸς ὅτι ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ μιὰ Ἐκκλησία μὲ συγκεκριμένο, δεδομένο τρόπο (π.χ. μὲ συγκεκριμένη σχέση πρὸς τὸ Κράτος) -ὁ ὁποῖος μάλιστα τὴν ξεπερνᾶ ἱστορικὰ γιατὶ ἀνάγεται στὴν προνεοτερικὴ ἀντίληψη γιὰ τὶς σχέσεις πολιτείας καὶ θρησκείας-, καὶ δὲν ἀνακατεύονται παραπέρα (γιατὶ δὲν_θέλουν) ἀλλὰ δροῦν σύμφωνα μὲ τὸ «ὅποιος δὲν εἶναι ἐναντίον μας εἶναι μαζί μας».

Τὰ ἐνδοχριστιανικὰ ἢ ἐξωχριστιανικὰ ἀφηγήματα περὶ ἐνδοεκκλησιαστικῆς ὑποκρισίας καὶ Φαρισαίων καὶ τελικὰ ὅλο τὸ φαρισαϊκὸ κυνήγι Φαρισαίων μοῦ θυμίζουν συνεχῶς τὴν διαπίστωση τοῦ Καστοριάδη, ὅτι οἱ Ναζὶ καὶ οἱ Ἀσιάτες Σατράπες δὲν ἦταν ὑποκριτές (Φαρισαίοι) ἀλλὰ ἔκαναν ὅ,τι διακήρυσσαν. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς χριστιανοὺς ὑποκριτές. Βέβαια, ὑπὸ τὸ φῶς τῶν παραπάνω, μόνο ἕνας ἐμμονικὸς θὰ προτιμοῦσε πάνω ἀπ’ ὅλα τὴν «ἀπουσία ὑποκρισίας» ἀνεξαρτήτως περιεχομένου.

Πόσο πρωτότυπο εἶναι τὸ κυνήγι ὑποκριτῶν χριστιανῶν φαίνεται ἀπὸ τὴ στάση ὅσων χριστιανῶν τῆς πρωτοβυζαντινῆς περιόδου κατέστρεφαν ἀρχαῖα μνημεῖα: Συχνά, αὐτοὶ οἱ πραγματικοὶ χριστιανοὶ πίστευαν πὼς ὅταν οἱ λαϊκοὶ χριστιανοί, οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἀρχὲς τοὺς παρεμπόδιζαν νὰ καταστρέφουν ἀρχαίους ναοὺς ἢ ἀδιαφοροῦσαν καὶ δεν συμμετεῖχαν στὶς καταστροφὲς ἢ τοὺς τιμωροῦσαν γιὰ τὶς καταστροφές (οἱ ἀρχές), αὐτὸ ὀφειλόταν στὴν ὑποκριτικὴ καὶ κατ’ ὄνομα μόνο χριστιανικότητα τῶν λαϊκῶν αὐτῶν χριστιανῶν κι ἐπισκόπων ἢ χριστιανῶν ἀρχόντων. Κι ἔτσι, οἱ ἔνθερμοι τὸ φρόνημα χριστιανοὶ κατηγοροῦσαν κάποιους ὡς ὑποκριτές.

Advertisements
This entry was posted in θρησκεία, κοινωνία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s