Νηστικό (χριστιανικὲς ὑποκρισίες ii)

Μέρες ποὺ ἔρχονται, κι ἀφοῦ ὅλοι θὰ πνιγοῦν στὸ κρέας τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, τὴν Τρίτη καὶ μέχρι τὸ Μεγάλο Σάββατο, θὰ βρεθοῦν καὶ μερικοὶ νὰ τονίσουν τὸν σωστὸ τρόπο τῆς νηστείας. Ὅτι γιατί κάνεις  νηστεία ἂν δὲν κάνεις καὶ καλὰ ἔργα καὶ δὲν ἀγαπᾶς, δὲν συμπονᾶς; Τὰ γνωστά. Καράβια χάνονται, βαρκοῦλες ἁρμενίζουν. Εἶναι ἄλλη ὁμάδα-στόχος: Οἱ τυπολάτρες ἀλλὰ χριστιανοὶ κι ὄχι οἱ «κι ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι, ἀλλὰ αὐτὰ [=νὰ νηστεύετε] τὰ λένε οἱ παπάδες κι ὄχι ὁ Χριστός, καὶ δὲν τὰ πιστεύω ἐγὼ αὐτά». Ἀφήνουμε τὴν κατηγορία τοῦ 95% καὶ κατηγοροῦμε τὴν ὑποκατηγορία τοῦ 1%. Σοφὴ τακτική.

Αὐτὴ ἡ ἐνδοχριστιανικὴ ἀπαξίωση τῆς νηστείας ἐπειδὴ κινδυνεύει ἡ νηστεία νὰ γίνεται αὐτοσκοπὸς καὶ ἐγωιστικὴ θὰ εἶχε κάποια σημασία σὲ παλιότερες ἐποχὲς καὶ αἰῶνες. Σήμερα, ἡ ἀπαξίωση δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποσπᾶ καὶ νὰ προκαλεῖ τὸν (αὐτο)ἔπαινο, τὴν κοινωνικὴ ἀναπαραγωγὴ κι αὐτεπιβεβαίωση τῶν σαρκοβόρων τῆς Σαρακοστῆς, ποὺ σοῦ λένε συνεχῶς μὲ ἕνα ὕφος χιλίων καρδιναλίων «αὐτὰ τὰ λένε οἱ παπάδες καὶ δὲν τὰ πιστεύω». Καὶ νά, βγαίνουν ἀπὸ τὸ χρονοντούλαπο οἱ Μεγάλοι Σταυροί, καὶ νά ἡ πεθαμένη θεία του / της ἡ κακιὰ ποὺ ὅμως νήστευε. Φτάνει. Δὲν δίνουμε πάτημα στὰ σαρκοβόρα νὰ τὸ παίξουν καὶ κάτοχοι ἀνώτερης κοσμοθεωρίας. Ὅταν θεσπιστεῖ ἡ Ἑβδομάδα Δημόσιων Ὀργίων (κατὰ τὴν ὁποία θὰ πηδιόμαστε στὴ μέση τοῦ δρόμου, μέρα μεσημέρι -καὶ ὑποχρεωτικά), ἡ γνώμη τους θὰ εἶναι σημαντική. Προτιμότεροι εἶναι ὅσοι λένε ὅτι πιστεύουν ἀλλὰ ἁπλὰ δὲν μποροῦν νὰ  νηστέψουν, καὶ λυποῦνται.

Καί, φυσικά, γιὰ νὰ πείσεις τὸν ἄλλον νὰ νηστέψει, θὰ τοῦ πεῖς καὶ γιὰ τὸ ἀδυνάτισμα καὶ γιὰ τὴν ἀποτοξίνωση καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ παρεπόμενα. Ἀπὸ τὰ εὔκολα. Ἂν τὸν φλομώσεις στὰ «μὴ νηστεύεις ὑποκριτικά» καὶ τὶς σαπουνόφουσκες τῆς Νεορθοδοξίας, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι ἀπευθύνεται σὲ καλόγερους τοῦ 4ου αἰ., χαιρέτα μου τὸν πλάτανο, θὰ σοῦ μείνει σαρκοβόρο.

Ναὶ μέν, τὰ γεροντικὰ καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα κατακρίνουν τὴν τήρηση τῆς νηστείας σὲ μοναστικὰ περιβάλλοντα ὅταν δειπνοῦσες μὲ ξένους (μὴ μοναχούς) ἐπισκέπτες, ἀλλὰ τὰ κείμενα αὐτὰ γράφηκαν τὸν 4ο αἰ. σὲ μιὰ ἐποχὴ ἄκρως χριστιανική (καὶ ἀφοροῦσαν μοναχούς), ὅπου ἡ δημόσια διακήρυξη κάποιου ὅτι νηστεύει τὸν καθιστοῦσε σεβαστὸ στὰ μάτια τῶν ὑπολοίπων (ἄρα, τοῦ προκαλοῦσε λογισμοὺς ἐγωισμοῦ), καὶ ὄχι περίεργοβλάκα ὅπως σήμερα. Βέβαια, ἡ καταγγελία τοῦ Χριστιανισμοῦ γιὰ ὑποκρισία καὶ ματαιότητα ἔχει καὶ τὴν ἄλλη ὄψη της. Ὄχι ἐκείνη ποὺ προτιμᾶται ἡ οὐσία ἀπὸ τὸν τύπο, ἀλλὰ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν ταυτίζονται ἡ ἀγάπη μὲ τὰ καλὰ ἔργα:

καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι

Τί; ὄχι; Τόσοι αἰῶνες προτεσταντικῆς ἀγαθοεργίας τζάμπα;

Τέλος πάντων, νὰ εἴμαστε καλὰ νὰ ὑποκρινόμαστε, ἀκόμα καὶ στὸ κυνήγι τῆς ὑποκρισίας.

Οἱ ὑπόλοιποι, ἀφοῦ δὲν ἤθελαν νὰ νηστέψουν ἠθελημένα ἐπὶ παχιῶν ἀγελάδων, θὰ νηστέψουν στανικῶς μὲ τὶς ἰσχνές, καὶ σὲ λίγο μὲ τοὺς Σαλαφιστές.

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, θρησκεία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s