Ἡ ἰδέα τῆς προόδου στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα

Συχνά, καὶ γιὰ λόγους πολεμικούς, ἰδεολογικούς, ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα παρουσιάζεται νὰ μὴν ἔχει ἀντίληψη γιὰ κάποια πρόοδο στὴν Ἱστορία. Ὁ χρόνος της εἶναι κυκλικός· ζεῖ σὲ ἕνα αἰώνιο παρόν· ὁ Ἄνθρωπος εἶναι πάντα ὁ ἴδιος· ἀκόμη καὶ ὁ Κόσμος, λέγεται, εἶναι ἀδημιούργητος κι αἰώνιος. Ἔτσι, ἀπὸ τὴ μία ἔχουμε τὴν κυκλικὴ ἀντίληψη τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ χρόνου, τὴν ἑλληνική, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔχουμε τὴν ἰουδαιοχριστιανικὴ καὶ νεωτερικὴ ἀντίληψη τῆς Προόδου καὶ τοῦ γραμμικοῦ χρόνου.

Αὐτὰ τὰ περὶ Κύκλου, βέβαια, ἀνήκουν στὴν νεοελληνικὴ μυθολογία, ποὺ ἔχει μιὰ διαφορὰ φάσης (dt) πενήντα μὲ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὴ Δύση. Ἔχουν ἐρευνηθεῖ καὶ ἀνασκευαστεῖ. Ἔτσι, εἶναι κάπως ἀφελὲς νὰ ἀνασκευάζονται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ σὲ ἕνα μικρὸ ἄρθρο. Ἡ καταγραφή, ὅμως, εἶναι χρήσιμη. Προφανῶς, θὰ περιοριστῶ στὶς ἀπαρχὲς τῆς Ἀρχαιότητας.

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἡσίοδο (8ος – 7ος αἰ.), ὑπάρχει μία καθοδικὴ κλιμάκωση τῆς ποιότητας τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς Κοινωνίας, ἀπὸ μιὰ τέλεια, χρυσὴ ἐποχὴ ὣς τὴν ἐποχὴ τῆς σημερινῆς Ἀνθρωπότητας. Ἡ ἐποχὴ τοῦ χρυσοῦ γένους ἀκολουθεῖται ἀπὸ ἄλλες, ὅλο καὶ χειρότερες: Τὸ τελευταῖο, σιδερένιο γένος, στὸ ὁποῖο ἀνήκουμε ὅλοι μας, ἔχει κακὸ τέλος. Εἴτε θὰ τὸ ἀφανίσει ὁ Δίας εἴτε δὲν θὰ ἔχει καμμιὰ θεραπεία γιὰ τὴ δυστυχία του:

Μήτε τὴ μέρα θὰ ἀπολείψουν κάματος καὶ πόνος μήτε τὴ νύχτα ἡ φθορά τους θὰ κοπάσει· τοὺς περιμένουν μέριμνες βαριές, θεόσταλτες, Ὁ Δίας θὰ ἀφανίσει κι αὐτὸ τὸ γένος τῶν βροτῶν[…] Ὅ,τι θὰ μείνει, θά ‘ναι μόνο βάσανα πικρά, κλῆρος γιὰ τοὺς ἀπόκληρους βροτούς, δὲν θὰ ὑπάρξει στὰ δεινά τους σωτηρία καμιά.

Ὁ Ξενοφάνης (570-475) ὁμοίως παραδέχεται τὴν ἰδέα τῆς μετάβασης καὶ τῆς ἀλλαγῆς ἀλλὰ ὄχι ἀρνητικά, ὅπως ὁ Ἡσίοδος (ἀπὸ τὸ Τέλειο στὸν Ἀφανισμό), μὰ θετικά, πρὸς τὸ καλύτερο: Κάνει λόγο γιὰ τὴν σταδιακὴ εὕρεση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῶν πραγμάτων, κι ὄχι γιὰ μιὰ κυκλικὴ-παροντικὴ κατάσταση ὅπου τίποτε νέο δὲν ἀνακαλύφθηκε:

οὔ τοι ἀπ’ ἀρχῆς πάντα θεοὶ θνητοῖσ’ ὑπέδειξαν, ἀλλὰ χρόνῳ ζητοῦντες ἐφευρίσκουσιν ἄμεινον

(ἀπόσπασμα Β 18)

Κυκλικὴ κοσμικὴ ἀντίληψη ἔχει ὁ Ἡράκλειτος, ἀφοῦ ὁ κόσμος «ἀναβοσβήνει» περιοδικά, ἐνῶ εἶναι αἰώνιος (ἀπόσπασμα Β 30· ἀρχὴ καὶ τέλος κύκλου εἶναι κοινά: ἀπόσπασμα Β 103). Εἶναι ἴσως ἡ πρώτη σχετικὴ διατύπωση γιὰ τὸν ἀγέννητο κόσμο-κύκλο.

Ἔπειτα, ὁ Αἰσχύλος ἐκφράζει τὶς ἀπόψεις του γιὰ μιὰ ἀνάδυση τῆς Ἀνθρωπότητας ἀπὸ μιὰ κατάσταση ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἦταν σὰν μωρά, χωρὶς μυαλό, ποὺ δὲν εἶχαν ἀντίληψη τοῦ χρόνου, καὶ ὅλα τοὺς φαίνονταν σὰν σὲ ὄνειρο, σὲ μιὰ κατάσταση πολιτισμοῦ. Αὐτὰ τὰ λέει μέσῳ τοῦ Προμηθέα (Προμηθέας Δεσμώτης, στ. 442-506). Συμμερίζεται, δηλαδή, τὴν ἄποψη γιὰ ἀνοδικὴ πορεία, κι ὄχι καθοδικὴ πορεία ἀπὸ τὴν Τελειότητα. Ὡστόσο, δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποιο τέρμα τοῦ πολιτισμοῦ.

Ὁ Πρωταγόρας (ἢ ἴσως ὅ,τι ὁ Πλάτων νόμιζε πὼς πίστευε ὁ Πρωταγόρας) στὸ ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Πλάτωνα, 322a-d, περιγράφει ἐπίσης μιὰ σταδιακὴ ἀνοδικὴ πορεία ἀπὸ τὴν ἐφεύρεση τῆς γλώσσας, τῶν ρούχων κ.ἄ. Ὡστόσο, ἐνῶ κλέβει τὶς τέχνες τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοῦ Ἥφαιστου, ἡ πολιτικὴ τέχνη (ἢ ὑποκατάστατά της) τοῦ δίνεται ἀπὸ τὸν Δία –σὲ ἀντίθεση πρὸς ὅ,τι λέει ὁ Ξενοφάνης.

Τὸ ἴδιο σύγγραμμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτο, ἀφοῦ οἱ θέσεις τῶν δυὸ βασικῶν ἀντιπάλων ἀντιστρέφονται ὡς πρὸς τὸ ἂν ἡ Ἄρετὴ εἶναι διδακτή. Σὲ κάθε περίπτωση, ὑπάρχει ἕνας ποὺ πιστεύει ὅτι εἶναι, πράγμα ποὺ συνεπάγεται ἔλλειψη πολιτισμικῆς καὶ ἠθικῆς στασιμότητας, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὅτι δὲν εἶναι, πράγμα ποὺ συνεπάγεται ἄλλη ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅτι δὲν ἀλλάζει.

Ἡ πίστη στὴν ἱατρικὴ ἢ καλλιτεχνικὴ πρόοδο εἶναι ἀνιχνεύσιμη σὲ πραματεῖες ἱατρικὲς τοῦ 5ου αἰ. ἢ στὸν πλατωνικὸ Ἱππία Μείζονα 281d.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑπῆρχαν οἱ ἀπόψεις ἀνθρώπων ὅπως ὁ Θουκυδίδης, ποὺ συνοψίζονται στὴν φράση ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἴδιος (μὲ κάποια ἐπιφύλαξη: «…γιὰ ὅσο καιρὸ παραμένει ἴδιος»). Αὐτὴ δὲν εἶναι κυκλικὴ ἀντίληψη δημιουργίας-καταστροφῆς-δημιουργίας, ἀλλὰ παραδοχὴ τῆς μόνιμης παρουσίας ἑνὸς καταστροφικοῦ-ἔνστικτώδους ἢ ἐγωιστικοῦ στοιχείου μέσα στὸν καθένα καὶ στὴν κοινωνία.

Ὁ Πλάτων παραδέχεται μιὰ καθαρὰ κυκλικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ πολιτεύματα ἔρχονται καὶ παρέρχονται (τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο), ἐνῶ ἀκόμη καὶ τὸ καλύτερο πολίτευμα ἀναγκαστικά, σὺν τῷ χρόνῳ, θὰ ἐμφανιστεῖ ἀλλὰ καὶ θὰ καταρρεύσει κάποτε. Ἡ Γνώση εἶναι Ἀνάμνηση, οἱ ψυχὲς μετενσαρκώνονται διαρκῶς. Ὡστόσο, οἱ καλοὶ γλιτώνουν τὶς αἰώνιες μετενσαρκώσεις καὶ συναντοῦν τοὺς θεούς. Αὐτὴ εἶναι ἰδέα τῶν Πυθαγόρειων. Ἐνῶ ὑφίσταται μιὰ Πτώση τῆς ψυχῆς στὸν ὑλικὸ κόσμο.

Κάθε ἀναφορὰ στὴ Φύση –σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ Νόμο– εἶναι στὶς ἔσχατες συνέπειές της εἴτε μηδενισμὸς-ἀμοραλισμός εἴτε ἀναπόληση τῆς ἐποχῆς ὅπου ὁ ἄνθρωπος ζεῖ κατὰ φύσιν: Εἶναι ἡ χρυσὴ ἐποχὴ τοῦ Κρόνου, ἁπλὰ μὲ ἄλλα λόγια. Εἴτε ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ Στωικοὺς εἴτε μὲ Κυνικοὺς ποὺ αὐνανίζονταν στὴν ἀγορὰ εἴτε μὲ τὸν Ἐπίκουρο ποὺ κατατάσσει τὶς ἐπιθυμίες σὲ φυσικές (καὶ μή) καὶ ἀναγκαῖες (καὶ μή). Ἕνας ξεπεσμὸς ποὺ πρέπει νὰ θεραπευτεῖ, ἀσφαλῶς, μὲ φάρμακο τὶς ἀπόψεις ὅλων αὐτῶν περὶ Φύσης.

Εἰδικὰ γιὰ τὴν ἀτομικὴ μοίρα, βρίσκει κανεὶς ποικίλες ἀπόψεις: Ἀπὸ τὴ διαρκὴ μετενσάρκωση ὥσπου νὰ πάει στοὺς τόπους τῶν θεῶν ἡ ψυχή, ὣς τὴν αἰώνια παραμονὴ στὸν Ἅδη εἴτε μὲ τὴν γνωστὴ στατικότητα (ὁμηρικὴ θρησκεία) εἴτε μὲ διάφορες τιμωρίες κι ἀνταμοιβές, γενικὰ μὲ ἐλπίδα καὶ φόβο (Μυστήρια, Ἡράκλειτος κ.λπ.).

Ἔτσι, μπορεῖ νὰ συμπεράνει κάποιος τὰ ἑξῆς:

Ἡ κυκλικότητα ἦταν μία μόνο ἀντίληψη περὶ κόσμου καὶ ἀνθρώπων μεταξὺ τῶν φιλοσόφων στὴν προχριστιανικὴ Ἀρχαιότητα. Ἡ τεχνικὴ πρόοδος γινόταν ἀποδεκτὴ σὲ γενικὲς γραμμές, καὶ διακηρυσσόταν εἰδικὰ ἀπὸ ἐπιστήμονες (γιατρούς, ἀστρονόμους κ.λπ.). Ἡ κοινωνικὴ καὶ γενικὰ ἀνθρώπινη πρόοδος ὡς ἰδέα ὑπῆρχε (εἴτε στὴ θετικὴ μορφή της –Ξενοφάνης– εἴτε στὴν ἀρνητική -Ἡσίοδος), ἐνῶ ὑπῆρχαν ἐπίσης οἱ ἰδέες τῆς παντοτινὰ παροῦσας κακίας τοῦ ἀνθρώπου καθὼς καὶ τῆς κυκλικότητας. Ἡ πίστη στὴν ἠθικὴ πρόοδο μετριάστηκε σημαντικὰ μετὰ τὸν 5ο αἰ. καὶ τὸν Πελοποννησιακὸ Πόλεμο.

Ἀπὸ ποῦ πηγάζει τὸ τσουβάλιασμα τῆς Ἀρχαιότητας ὅσον ἀφορᾶ καὶ τὴν ἀντίληψη περὶ προόδου εἶναι εὔκολο νὰ τὸ φανταστοῦμε: Ἀπὸ τὸν ἀστὸ-ἔμπορα, ποὺ ἤθελε νὰ ἀντιπαραθέσει στὴν Παπικὴ Ἐκκλησία τὴν ἱδανικὴ Ἀρχαιότητα. Ἂν ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία ἔλεγε «ἄσπρο», ὁ ἀστὸς μὲ τοὺς διανοούμενους-σιτιζόμενα ἀπὸ αὐτὸν φερέφωνά του ἔπρεπε νὰ διακηρύσσει τὸ «μαῦρο» -γιὰ νὰ τῆς πάει κόντρα, καί (πηγαίνοντάς της κόντρα) νὰ διεκδικήσει τὴν κοινωνικὴ ἐξουσία καὶ νομιμοποίηση. Ἔτσι, ἀντιπαρατέθηκε σὲ μιὰ «εὐθύγραμμη πορεία» τῆς Ἀνθρωπότητας -ποὺ διακήρυξαν Ἑβραῖοι καὶ Χριστιανοί- μιὰ «κυκλικὰ αὐτοκατανοούμενη» Ἀρχαιότητα, ὅπου ὁ κόσμος ἦταν αἰώνιος-ἀγέννητος (πράγμα ἀνακριβὲς ἤδη ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο -ἀδημιούργητη ἦταν μόνο ἡ πρώτη ὕλη, ἀλλὰ αὐτὸ διατυπώθηκε ἀργότερα). Προσθέστε καὶ τὴν προτίμηση τῶν Μαρξιστῶν γιὰ τὸν Ἡράκλειτο, κι ἔχετε μιὰ Ἀρχαιότητα-Καρικατούρα, ὅπως τὴν ἤθελαν οἱ ἀντικληρικαλιστὲς ἐπαναστάτες τοῦ 19ου αἰ. Δημιουργώντας μιὰ Ἀρχαιότητα μὲ χαρακτηριστικὰ τελείως ἄσχετα ἐκείνων τῆς χριστιανικῆς κοσμοαντίληψης φτιάχνεις ἕνα ἀντίπαλο δέος, ἕνα φάντασμα. Ἔπρεπε νὰ κρυφτεῖ καὶ νὰ κουκουλωθεῖ κάθε ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς χριστιανικῆς καὶ τῆς προχριστιανικῆς ἐποχῆς.

Τὰ Ὑπόλοπα εἶναι εὔκολα νὰ συναχθοῦν: Ἡ κακιὰ ἑβραιοχριστιανικὴ καινοτομία περὶ εὐθύγραμμης Ἱστορίας ἐγκλώβισε στὸν Ὁλοκληρωτισμὸ τὴν κοινωνία, τὴν ἐγκλώβισε στὸν Μεσσιανισμό, τὴν ὁδήγησε στὴν οἰκολογικὴ καταστροφὴ καὶ στὰ τρία κακὰ τῆς μοίρας της. Προσέξτε: Κακό, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτήν, ἦταν ὄχι ἡ ἐκκοσμίκευση χριστιανικῶν μοτίβων ἀπὸ μὴ χριστιανούς [ἀ(ντι)χριστιανούς], δηλ. Μαρξιστὲς τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰ. ἢ Φιλελεύθερους Καπιταλιστὲς τοῦ 19ου αἰ. (χωρὶς τὴν ἄδεια καὶ συγκατάθεση τῶν Χριστιανῶν, φυσικά), ἐκκοσμίκευση ποὺ -ἐννοεῖται- συνιστᾶ παραποίηση καὶ κακὴ ἑρμηνεία τῶν χριστιανικῶν μοτίβων (σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Χριστιανοὶ τὰ ἑρμήνευαν πάντοτε), ἀλλὰ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ χριστιανικὰ μοτίβα. Καὶ κερατὰς καὶ δαρμένος, ποὺ λένε. Τὸ ὅτι οἱ μαθητευόμενοι μάγοι τῆς ἐκκοσμίκευσης χρησιμοποίησαν ἔννοιες τῶν ὁποίων τὴ σημασία, τὸ πλαίσιο καὶ τὸ σκοπὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν εἶναι -κατὰ τὴν ἀντίληψη περὶ κακῆς εὐθύγραμμης Ἱστορίας- ἀδιάφορο. Τὸ γεγονὸς λ.χ. ὅτι οἰκολογικὲς καθημερινὲς πρακτικὲς ἀλλὰ καὶ προτροπές (μετρημένη καὶ λιτὴ ζωή, προτροπὴ τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀδὰμ νὰ φυλάγει -ἀπὸ ποιόν;- τὸν Παράδεισο, κ.ἄ.) ἦταν ἐνσωματωμένες στὴ χριστιανικὴ μεσαιωνικὴ κοινωνία καὶ κοσμοαντίληψη, ἐπίσης δὲν συνεκτιμᾶται ὅταν ἐξετάζεται ἡ σχέση τοῦ χριστιανικοῦ «γραμμικοῦ χρόνου» μὲ τὴν μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος.

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες, Αρχαιότητα, θρησκεία and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s