Ταξὶ τοῦ ἀπολλυμένου

Στὴ σειρά μου περιμένω, μιὰ φοιτήτρια φαινόταν νὰ περίμενε, τὴν ρωτῶ ἂν περίμενε, ἀπαντᾶ ἀρνητικά. Μπαίνω στὸ ταξὶ ἑνὸς πιθηκανθρώπου, ἐννοῶ: πενῆντα-φεύγα λοῦμπεν, ἄσπρο μαλλὶ μπὴτλς σὰν βγαλμένος ἀπὸ σκυλάδικο-κολάδικο ἢ γήπεδο. Ζουρνάδες σὲ σκυλάδικο τὸ ράδιο. Μόλις μπαίνω, προορισμός. Ἐκείνη τὴν στιγμή, ἡ κοπέλα ἀρχίζει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν πιάτσα, μὲ τὴν βαλίτσα ταξιδιοῦ της (εἶχε ρόδες), περπατώντας στὸ πεζοδρόμιο. Ὁ γέρος, μὲ μάτι ποὺ γυαλίζει, τὴν κοιτᾶ, καὶ λέει γκαντεμιασμένος «τί χάσαμε!». Ἀντὶ γιὰ μένα, θὰ μποροῦσε νὰ μπεῖ ἡ γκομενίτσα. Δηλαδή; Θὰ τὴνε βίαζες ἢ μᾶλλον θὰ τὴν ἔψηνες γιὰ χαλαρὸ καφέ; Ἀπαντῶ φωναχτὰ κοιτώντας «ναί, τί χάσαμε, μεγάλο κακό», ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶχε συνέχεια. Πάντα, οἱ ἰδέες μοῦ ἔρχονται ἀργά. Θὰ μποροῦσα νὰ τοῦ πῶ «περίμενε», νὰ βγῶ καὶ νὰ μιλήσω στὴν φοιτήτρια ἢ κάτι ἀντίστοιχο ποὺ θὰ τὴν ἔμπαζε στὸ ταξί του.

Πογκρόμ; Ὄχι: Ὁ ἀνθρωποτύπος ἦταν ταιριαστὸς μὲ τοὺς Μουσουλμάνους ἔποικους, ποὺ εἶδα νωρίτερα: 20-20 ἀρσενικὰ ἦταν ἔξω ἀπὸ μιὰ εἴσοδο πολυκατοικίας καὶ χαχάνιζαν (κατατρεγμένα, ἐννοεῖται, ἀφοῦ τοὺς ἔσφαζε ὁ Ἄσαντ), «ἀστειεύονταν» μὲ τὰ δικά τους δεδομένα, ἐγὼ θὰ τὸ ἔλεγα σὲ ὁριακὴ κατάσταση, ἀφοῦ ἀλληλοσπρωχνόντουσαν. Μετά, βγῆκαν καὶ μαντιλοφόρες. Παράνομος χῶρος λατρείας, παλιότερα, ἄκουσα. Νόμιζα ὅτι ἦταν ἁπλὰ σορικὴ Κολλεχτίβα, ξέρετε, ἢ ἀναρχικὴ μπουτὶκ τέχνης, χοροῦ καὶ ποίησης καὶ «προσφορᾶς», ἀπὸ αὐτὲς ποὺ θαυμάζουν οἱ «μορφωμένοι». Σαράντα χρόνια τώρα, ἡ ἀριστερὰ καὶ τὸ σκυλάδικο ἔκαναν τὴ δουλειά τους πολὺ καλά. Πιὸ καλὰ κι ἀπὸ ὅσο φανταζοταν ὁ δημιουργός τους.

Ἕνα μεγάλο Εἴτε Εἴτε πλανᾶται πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴ χώρα. Εἴτε θὰ γυρίσουμε χωρὶς ἐπιστροφή (στὴν Τουρκοκρατία εἶχε ἐπιστροφή) στὸν πλανήτη τῶν πιθήκων, στὸν ὁποῖο θὰ εἶναι «δικός τους» κι ὁ σουνετεμένος ταξιτζής. Εἴτε θὰ γυρίσουν ὅλοι αὐτοί, μέσα ἀπὸ τὰ μικρὰ χάσματα καὶ τρύπες τοῦ ἐδάφους, στὴν πραγματικὴ πατρίδα τους.

Τὸ ράδιο-Ἀπόπατος τοῦ ταξιτζῆ συνέχιζε χωρὶς πρόβλημα, μόνο ποὺ διακοπτόταν χωρὶς λόγο κάθε τόσο, καὶ τὸ ἔφτιαχνε ὁ ταξιτζής, κάθε φορά. Ὅταν κατέβηκα, ἔπαιζε τὸ «ἀπολύομαι, μωρό μου». Ἄκουσα καὶ τοὺς στίχους γιὰ πρώτη φορά. Κάτι ἔμαθα. Δὲν ἦταν οὔτε τὸ «ἀπολλύω» οὔτε τὸ «ἀπόλλυμαι».

Advertisements
This entry was posted in Ελλάδα, ανθρώπινα, κοινωνία and tagged , . Bookmark the permalink.

One Response to Ταξὶ τοῦ ἀπολλυμένου

  1. Ο/Η Herr K. λέει:

    Είτε θα συνεχίσουμε, συνηθίζοντας

    Αρέσει σε 2 άτομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s