Documenta εν Αθήναις: Εικόνες από μια φάρσα

Τοῦ Κ. Κουτσουρέλη

Βέβαια, ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ ἀντίστοιχο τῆς μετατροπῆς τοῦ δημοτικοῦ σὲ ρεμπέτικο καὶ τοῦ ρεμπέτικου σὲ ἰνδικὸ καὶ μετὰ σὲ σκυλάδικο καὶ σκυλο-μπίτ. Ἐπίσης: Ἡ καταγγελία αὐξάνει τὴν κατανάλωση, ἡ ἀδιαφορία τὸ ἴδιο, ὁπότε μόνο ἀπὸ ἀνάγκη γιὰ ἐξομολόγηση ἔχει πρακτικὸ νόημα ἡ καταγγελία. Ὅταν ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὴν κορυφὴ καὶ τὸν πάτο (οἰκονομικὴ καὶ κοινωνική) πολλαπλασιάζεται, καμμία κριτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τίποτε -χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀποτελεῖ ἐπαρκὴ λόγο γιὰ νὰ μὴν δημοσιευτεῖ κάποια κριτική. Παράλληλα, ἡ ἀναγωγὴ τῆς τέχνης στὴν τεχνικὴ ἀφήνει ἐρωτηματικὰ γιὰ τὰ τεχνικὰ κριτήρια (εἶναι διιστορικά; παγκόσμια; δυτικά; ἑλληνικά;), καὶ εἶναι ὑπερβολικὴ ὅσο κι ἂν πρέπει π.χ. νὰ ἀναφέρονται οἱ ὑπερβολὲς τοῦ σουρεαλισμοῦ. Προφανῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἐπαγγελματίες καλλιτέχνες (τροβαδοῦροι, συνθέτες, μουσικοί, ζωγράφοι), δὲν θὰ εἶχαμε στὴ διάθεσή μας αὐτὰ τὰ ἔργα τέχνης ἀπὸ τὸ παρελθόν. Προφανῶς, ἡ ἐξίσωση τῆς τέχνης μὲ τὴ ζωὴ δὲν συνεισέφερε σὲ μιὰ ζωὴ γεμάτη ἀπὸ τέχνη (τὸ πρωὶ ψάρεμα καὶ τὸ ἀπόγευμα ζωγραφική) ἀλλὰ στὴν κατάργηση τῆς τέχνης. Πρὶν ἀπὸ τοὺς μοντέρνους στὴν ἐποχὴ τοῦ Α’ Π.Π., ὁ Μὰρξ ὁραματιζόταν μιὰ κοινωνία ὅπου ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν κριτικὴ δὲν σὲ κάνει κριτικό (ἢ μὲ τὸ βόσκημα δὲν σὲ κάνει βοσκό). Μὲ τὸ στανιὸ ἡ ὁμοιοκαταληξία εἶναι βλαβερή, καὶ δὲν γράφονται δυὸ φορὲς τὰ κοντάκια τοῦ Ρωμανοῦ. Ἐνῶ ἡ συσχέτιση τῆς τέχνης μὲ τὴν (κακιά;) ἐξουσία δὲν εἶναι καινοτομία τῶν μοντέρνων. Γιὰ πολλοὺς λ.χ. ὁ Ἰουστινιανὸς εἶναι ὁ ἀνθρωπόμορφος δαίμονας ἀκριβῶς ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Προκόπιος. Μικρὴ σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν ἀρχιτεκτόνων καὶ τὴν αἰσθητικὴ τῆς Ἁγίας Σοφίας.

Ἀποσπάσματα:

Τι επεδίωξαν, τι οραματίστηκαν, τι επαγγέλθηκαν όσο τίποτε άλλο οι πιο ακραίοι μοντερνιστές; Μα να εξισώσουν την τέχνη με τη ζωή, να καταστήσουν τον κάθε άνθρωπο μέτοχο, κοινωνό της καλλιτεχνικής πράξης. Κοινωνό όχι όμως με την παλιά έννοια της πρόσληψης, της δεξίωσης του έργου από το κοινό. Για τους αντάρτες του 20ού αιώνα, η ίδια η διάκριση μεταξύ δημιουργού και κοινού ήταν ύποπτη. Πίσω της έσερνε μνήμες ιεραρχικές, ταξικές, εξουσιαστικές, από τις οποίες ο καλλιτέχνης, πρόσφατα χειραφετημένος ο ίδιος από τον βραχνά της Κουρίας ή της Αυλής, αποζητούσε να απαλλαγεί. Η απόσταση μεταξύ παραγωγού και αποδέκτη έπρεπε να καταργηθεί διαρρήδην, μέσα στο κάθε άτομο ξεχωριστά έπρεπε να αφυπνιστεί όχι πια ο φιλότεχνος αλλά ο δημιουργός, τα μέχρι πρότινος ανισοϋψή ήταν καιρός να ισοζυγιαστούν.

Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Στην πράξη αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δύσκολο: αδύνατο. Όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι της τέχνης συνηθίζουν να αποδίδουν στο επιτήδευμά τους κοινωνική σημασία υπέρογκη. (Ως επί το πολύ, οι άνθρωποι τα βγάζουν μια χαρά πέρα και δίχως την τέχνη.) Αλλά γιατί η δημιουργικότητα, αλίμονο, πάντα σπανίζει, κοινοκτημοσύνη στο τάλαντο μόνο οι αφελείς προσδοκούν. Έτσι το κοινό, μ’ όλες τις προτροπές και τα ξεσηκωτικά σαλπίσματα, παρ’ όλα τα μαστιγωτικά βρισίδια, παρέμεινε παθητικός καταναλωτής: θεατής βολεμένος στον πάγκο του, μαθητευόμενος αδρανής. Και αφού στάθηκε αδύνατο να ανυψωθεί ο μαθητής ώς την καθέδρα του δασκάλου, ένας ήταν ο τρόπος: να κατρακυλήσει ο δάσκαλος ώς το θρανίο του μαθητή.

 Για να γίνει πράξη το «όραμα», για να εξισωθεί επιτέλους η τέχνη με τη ζωή, ένας τρόπος υπήρχε: να απορροφηθεί, να χωνευτεί, να διαλυθεί μέσα της ώσπου να μην απομείνει ίχνος από δαύτη. Το κάλλος έπρεπε να υποταχθεί στην ασχημία των βιοτικών μέσων όρων (και κάθε βίωμα κοινό, αισθητικά αδιευθέτητο, είναι ά-σχημο), το εξέχον και το εξαιρετικό έπρεπε να υποκύψουν στο τετριμμένο και το σύνηθες. Κάθε προηγούμενο δίδαγμα, κάθε αποθησαυρισμένο σύμβολο, κάθε τεχνοτροπία υποδηλωτική του παρελθόντος έπρεπε να εξοβελιστεί διότι είχε σφραγιστεί ανεξίτηλα από καθηλωτικά επιτεύγματα αιώνων. Η ανθρώπινη μορφή στις εικαστικές τέχνες λ.χ. έπρεπε να εξαλειφθεί διότι ήταν θεμελιωμένη σε μια δεξιοτεχνία απλησίαστη για το σμάρι των νυν καλουμένων καλλιτεχνών· μόνο ποδοπατώντας την η αφαίρεση μπορούσε να βαφτίσει τους πάντες ζωγράφους. Μελωδία, αρμονία, τονικότητα είχαν φτάσει τη μουσική γλώσσα σε ύψη δυσθεώρατα για τους αγχωμένους επιγόνους του Μπαχ ή του Βέρντι· ο σειραϊσμός και ο αλεατορισμός αντίθετα επέτρεπαν στον πάσα ένα να καμαρώνει ως μουσουργός. Οι απαιτήσεις του μέτρου και της ρίμας ήδη με το καλημέρα άφηναν εκτός νυμφώνος το κοπάδι των ποετάστρων· ο ελεύθερος στίχος όμως σε συνδυασμό με τα ντανταϊστικά και τα υπερρεαλιστικά τραυλίσματα έκανε και τον αναλφάβητο μαιτρ.

Μια τυπική παρεξήγηση για το πώς παίρνει στροφές η σημερινή art maschine αποδίδει στον καλλιτέχνη ρόλο δημόσιο, προθέσεις μάλιστα πολιτικές, καταγγελτικές των κακών κειμένων κ.ο.κ., κ.ο.κ… Κουταμάρες! Όταν έχεις κάμποσες χιλιάδες «εικαστικούς» αυτής της λογής, εκατό πολυμήχανους μάνατζερ (τους curators, τα πραγματικά αφεντικά των παραπάνω), δυο-τρεις σχολές και δέκα κρατικά μουσεία, δεν έχεις ανάγκη το κοινό ούτε τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα. Το μόνο που σου χρειάζεται είναι ο έλεγχος των καλλιτεχνικών θεσμών, οι πρόθυμοι προβολείς των media και η πρόσβαση στον κρατικό κορβανά – ελληνικό ή γερμανικό, δεν έχει εδώ σημασία. Σ’  αυτόν πάλι συνεισφέρει ο καθείς μας, έτσι ώστε στο όνομα της θεραπείας των τεχνών να έχουμε μια τερατώδη αναδιανομή αντίθετη προς κάθε αρχή του κοινωνικού κράτους: από τους μη έχοντες (τον μέσο φορολογούμενο) προς τους έχοντες (γιατί τέτοιοι είναι συνήθως όσοι συχνάζουν και διασκεδάζουν σ’ αυτού του είδους τα πανηγύρια, «ένα εστέτ κοινό 2000 πολυεκατομμυριούχων ή εικαστικών αργόσχολων»

Advertisements
This entry was posted in τἐχνη, Αναδημοσιεύσεις and tagged , , . Bookmark the permalink.

One Response to Documenta εν Αθήναις: Εικόνες από μια φάρσα

  1. Παράθεμα: Dokumenta ξανά | Χρονογραφίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s