Ἰω. Ζηζιούλας, Ν. Ματσούκας: Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμός

Ἰωάννης Περγάμου, Ἑλληνισμός – Χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων

Ἀποσπάσματα:

…ἐκεῖνοι ποὺ ἔκαναν τὴν πρώτη αὐτὴ προσπάθεια ἐκχριστιανισμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦταν οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἐκχριστιανισμὸς αὐτὸς δὲν ἦταν μία ἄρνηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἦταν μία μεταμόρφωση, στὴν ὁποία τὰ βασικὰ ἐρωτήματα καὶ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος ἱκανοποιήθηκαν μὲ ἀπαντήσεις ποὺ δὲν ἦταν πιὰ «ἑλληνικές». Ἔτσι ἡ μεγάλη αὐτὴ μεταμόρφωση ἀπέδειξε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς μπόρεσε νὰ κάνῃ μία βαθιὰ διάκριση ἀνάμεσα στὰ ἐρωτήματα καὶ στὶς ἀπαντήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Γιατὶ ὑπῆρχαν πραγματικὰ ἐρωτήματα ὄχι μόνο βέβαια διανοητικά, ἀλλὰ κυρίως ὑπαρξιακὰ ποὺ μόνον οἱ Ἕλληνες μὲ τὸν τρόπο τῆς σκέψεώς τους ἦταν σὲ θέση νὰ προβάλουν. Μερικὰ ἀπὸ αὐτά, ὅπως τὸ κοσμολογικό, τὸ Ὀντολογικὸ κλπ. Ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ ὅτι τέτοια ἐρωτήματα καὶ ἀγωνίες τυπικά, καὶ ἀποκλειστικά, ἑλληνικές, βρῆκαν ἱκανοποίηση σὲ μία κοσμοθεωρία ποὺ στὴ βάση της τὴν ἰουδαϊκὴ δὲν ἔθετε ποτὲ τέτοιου εἴδους ἐρωτήματα, αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσαν οἱ Ἕλληνες Πατέρες.

Γιὰ νὰ καταλάβῃ ἕνας Ἕλληνας, σύμφωνα μὲ ὅσα εἴπαμε παραπάνω, τὸ κήρυγμα περὶ Χριστοῦ, ἔπρεπε πρῶτα νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα: τί εἶναι ὁ Χριστός. Γιὰ τὸν Ἰουδαῖο ποὺ γινόταν Χριστιανὸς τέτοιο ἐρώτημα ἢ δὲν ὑπῆρχε ἢ ἔπαιρνε τὴν ἀπάντησή του ἀπὸ τὴν Ἱστορία: ὁ Χριστὸς ἀντιπροσωπεύει μία ὁρισμένη ἐπέμβαση καὶ πράξη τοῦ Θεοῦ στὸν Κόσμο αὐτὸ εἶναι τὸ Εἶναι του, δηλαδὴ μία θεία πράξη καὶ συνεπῶς ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος. Ἔτσι τὸ πρόβλημα τῆς ἑρμηνείας μεταβαλλόταν σὲ θέμα ἀλλαγῆς νοοτροπίας. Ὁ Ἕλληνας ἔπρεπε νὰ μάθῃ νὰ σκέπτεται ἱστορικὰ καὶ νὰ ἀνάγη τὸ Εἶναι στὴν ἐλευθερία, νὰ ἀναστρέψῃ δηλαδὴ τὴν κοσμοθεωρία του. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα εἶχε καὶ τὴν ἀντίθετη πλευρά. Μὲ τὸ νὰ θέτῃ τὸ ἐρώτημα περὶ Χριστοῦ περὶ κόσμου ὀντολογικὰ καὶ ὄχι ἱστορικὰ (μὲ τὸ νὰ ἐρωτᾷ δηλαδὴ τί εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ κάποιο ὄν) ὁ Ἕλληνας ὑποχρέωνε τοὺς κήρυκες τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ βροῦν τρόπους νὰ ἐκφράσουν τὴν πίστη τους μὲ ὀντολογικὲς κατηγορίες, χωρὶς ὅμως νὰ δεχθοῦν τὴν ἑλληνικὴ νοοτροπία

ἡ ἑλληνικὴ σκέψη δὲν ἦταν κάτι ποὺ μποροῦσε νὰ περιορισθῇ σὲ συγκεκριμένα «θέματα» ἢ ἄρθρα πίστεως. Διαπερνοῦσε τὰ πάντα καὶ ἀποτελοῦσε σὲ τελευταῖα ἀνάλυση ὑπόθεση μεθοδολογίας, ἀφοροῦσε δηλαδὴ στὴ στάση ποὺ παίρνει ὁ ἄνθρωπος γενικὰ ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ στοὺς θεούς.

Ἡ γνώμη ὅτι ὁ Ἰουδαϊσμὸς τῆς Παλαιστίνης (ἀπὸ τὸν ὁποῖο γεννᾶται ἱστορικὰ ὁ Χριστιανισμός) σὲ σύγκριση μὲ αὐτὸν τῆς Διασπορᾶς παρέμεινε οὐσιαστικὰ ἀνέπαφος ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμό, ἀποδεικνύεται ἐσφαλμένη. Μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ κυοφοροῦνται στοὺς χρόνους ποὺ ἐξετάσαμε ἀλλοιώσεις τοῦ παραδοσιακοῦ ἑβραϊκοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ μεγάλης σημασίας γιὰ ὅ,τι θὰ συμβῆ ἀργότερα. Οἱ βασικότερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀλλοιώσεις σχετίζονται μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς συστηματικῆς καὶ θεωρητικῆς σκέψεως στὸν Ἰουδαϊσμὸ μὲ τὴ συστηματικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἱστορίας,

~.~

Νίκος Ματσούκας, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας:

Αποσπάσματα:

«Πολύ σωστά επισημαίνεται καταρχήν ότι το δόγμα μορφολογικά αναπτύσσεται με τη φιλοσοφική γλώσσα του περιβάλλοντος˙ ότι οι πατέρες στοχαζόμενοι δεν παράγουν το δόγμα συλλογιστικά και διαλεκτικά, αλλά το διατυπώνουν μ’ έναν τέτοιο τρόπο˙ ότι επομένως ο πυρήνας κατά βάση και κατ’ ουσία είναι χριστιανικός. Ωστόσο τούτη η σωστή τοποθέτηση, αν εξεταστεί προσεκτικότερα μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Με άλλα λόγια, πώς είναι δυνατόν να χωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο και να εντοπίσει του καθενός πράγματος τα όρια; Πρόκειται για συγκόλληση δύο πραγμάτων; Εξάπαντος η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα, αν όχι αδύνατη, είναι πολύ δύσκολη. Οι τεχνικοί φιλοσοφικοί όροι και το περιρρέον πολιτιστικό κλίμα, που μπολιάζονται στην πείρα της εκκλησιαστικής κοινότητας, δεν είναι απλώς κάποια μορφολογικά στοιχεία. Και η φιλοσοφική γλώσσα καθεαυτή έχει ένα περιεχόμενο. […] η ελληνική φιλοσοφία μεταπλάσσεται, γίνεται οργανικό στοιχείο της διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει μορφή ή ένδυμα από το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας. Και το πράγματι δημιουργικό γεγονός σ’ αυτή τη μετάπλαση βρίσκεται στο ίδιο το αποτέλεσμα, όπου η μορφή δεν ξεχωρίζει από το περιεχόμενο, είναι οργανικό στοιχείο του όλου, και συνάμα το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας παραμένει ατόφιο, ακέραιο και πλήρως αποσαφηνισμένο. Αν τούτο δυσκολεύεται κανείς να το καταλάβει πώς συντελείται στη θεολογία, και πώς δεν αλλοιώνει το χριστιανικό δόγμα κανένας υποστηριζόμενος εξελληνισμός, είναι μπορετό να βοηθηθεί καλύτερα, αν λόγου χάρη, μελετήσει μια μορφή της βυζαντινής τέχνης, την εικόνα. Ενώ η ελληνική τεχνοτροπία και ιδιοφυΐα, στο φώς και στα χρώματα, με στοιχεία ανατολικά καθορίζει τη μαστοριά των αγιογράφων, θα ‘ταν αδιανόητο να υποστηρίξει κανείς ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε απομίμηση ή εξελληνισμό μιας υπάρχουσας χριστιανικής ζωγραφικής. Μήτε μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το ελληνικό στοιχείο από το χριστιανικό. Γιατί πρόκειται για μια πρωτότυπη δημιουργία με δύναμη άκρως αφομοιωτική και μεταπλαστική»

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες, Εβραίοι, θρησκεία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s