25 Ἰουλίου 1261, ἡ πρώτη ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινούπολης

Γεωργίου τοῦ Ἀκροπολίτου, Χρονικὴ Συγγραφή, 85 (μετ. Σπύρος Ἠλ. Σπυρόπουλος):

…Τότε εἶχε φτάσει στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴ Βενετία ἕνα πάρα πολὺ μεγάλο ἐμπορικὸ πλοῖο τῶν Λατίνων καὶ εἶχε πάρει τὴν ἐξουσία νέος διοικητὴς τῆς πόλης, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦν ποτεστάτο, ἕνας ἄνδρας –ὅπως ἀποδείχθηκε– δραστήριος καὶ ριψοκίνδυνος στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις· αὐτὸς παρότρυνε ὅλους τοὺς Λατίνους τῆς Κωνσταντινούπολης νὰ πολεμήσουν καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν ἑξῆς συμβουλή: «Πρέπει κι ἐμεῖς νὰ μὴν περιοριζόμαστε μέσα στὴν πόλη καὶ νὰ προφυλάσσουμε τὴν πόλη καὶ τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ καὶ νὰ δραστηριοποιηθοῦμε κάπως ἐναντίον τῶν Ρωμαίων, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀντιμετωπίζουν τὸ κράτος μας ἐντελῶς περιφρονητικά». Τοὺς ἔπεισε λοιπόν, νὰ ἐπιβιβαστοῦν σὲ ὅσες τριήρεις διέθεταν καὶ σὲ μερικὰ ἄλλα πλοῖα –κάτι πλοιάρια καὶ δρόμωνες– καὶ νὰ πλεύσουν ἐναντίον τοῦ νησιοῦ Δαφνουσία, μήπως καὶ κατάφερναν νὰ τὸ καταλάβουν καὶ ν’ ἀξιώνονταν νὰ ποριστοῦν λάφυρα ἀπὸ τοὺς κατοίκους της. Ἔτσι, ἄδειασε ἀπὸ ἀνδρικὸ πληθυσμὸ ἡ πόλη κι ἔμειναν γυναῖκες καὶ νήπια κι ὁ δῆθεν βασιλιάς της, ὁ Βαλδουίνος, μαζὶ μὲ λίγους ἄντρες νὰ ἀσκοῦν τὴ διοίκηση καὶ νὰ τὴ φρουροῦν.

Ξαφνικὰ λοιπόν, ὁ καῖσαρ Ἀλέξιος Στρατηγόπουλος, ἐξορμώντας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας, προσέγγισε τὴν Κωνσταντινούπολη. Καθὼς ὅμως εἶχε μαζί του καὶ κάποιους ἄνδρες ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν πόλη καὶ γνώριζαν ἐπακριβῶς τί συνέβαινε σ’ αὐτὴν κι ἀφοῦ τοὺς ρώτησε ἔμαθε ὅτι ὑπῆρχε κάποια τρύπα στὴν περιφέρεια τοῦ τείχους τῆς πόλης, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ εἰσχωρήσει στρατιώτης· χωρὶς λοιπὸν διόλου νὰ χρονοτριβήσει, ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρηση. Καὶ πέρασε ἀπὸ τὴν τρύπα ἕνας καὶ τὸν ἀκολούθησε ἄλλος, ἐκεῖνον ὕστερα ἄλλος, κι ἔτσι ἔγινε ὣς τὸν δέκατο πέμπτο· καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα μπῆκαν περισσότεροι ἄνδρες μέσα στὴν πόλη. Ὅταν ὅμως ἀνακάλυψαν κατὰ τὸ τεῖχος τῆς πόλης ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἐπιφορτιστεῖ μὲ τὴν ὑπεράσπισή του, σκαρφαλώνοντας καὶ πιάνοντάς τον ἀπ’ τὰ πόδια κάποιοι ἀπὸ τοὺς δικούς μας, τὸν γκρέμισαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Οἱ ὑπόλοιποι, παίρνοντας στὰ χέρια τους ἀξίνες καὶ σπάζοντας τὶς ἀμπάρες τῶν πυλῶν, κατέστησαν ἀπρόσκοπτη τὴν εἴσοδο τοῦ στρατεύματός μας στὴν πόλη. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο λοιπόν, ὁ καῖσαρ Στρατηγόπουλος κι ὅλοι ὅσοι, Ρωμαῖοι καὶ Σκύθες, τὸν ἀκολουθοῦσαν, βρέθηκαν μέσα στὴν πόλη. Ἀντίθετα, ὅσοι βρίσκονταν μέσα, συγκλονισμένοι ἀπὸ τὸ αἰφνιδιαστικὸ ἐγχείρημα, ὅπως μποροῦσε ὁ καθένας ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀτομική του σωτηρία. Καὶ οἱ ἄνδρες κατευθύνονταν στὰ μοναστήρια καὶ φοροῦσαν τὰ ἄμφια τῶν μοναχῶν, γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὸ θάνατο, ἐνῶ οἱ γυναῖκες φώλιασαν στὶς τρύπες τῶν τειχῶν καὶ κρύβονταν σὲ σκοτεινὲς καὶ κρυφὲς στοές. Ὁ ἡγεμόνας τῆς πόλης, πάλι, Βαλδουΐνος κατευθύνθηκε βιαστικὰ στὸ Μεγάλο Παλάτι. Καὶ οἱ Λατῖνοι ποὺ εἶχαν μεταβεῖ στὴ Δαφνουσία, καθὼς καὶ ὁ ποτεστάτος ποὺ ἦταν μαζί τους, χωρὶς νὰ ἔχουν μάθει τίποτε γιὰ τὸ τί συνέβη, κάνοντας τὴν ἀντίθετη κίνηση ἐπέστρεφαν στὴν πόλη, καθὼς δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν κάτι εἰς βάρος τοῦ νησιοῦ Δαφνουσία –γιατὶ κι αὐτῆς τοὺς κατοίκους τοὺς προστάτευε ὁ Θεός. Φτάνοντας λοιπόν, ὣς τὸ ναὸ τοῦ ἀρχιστρατήγου τῶν οὐρανίων δυνάμεων Μιχαήλ, ποὺ βρίσκεται στὸ χῶρο τοῦ λιμανιοῦ, δὲν εἶχαν πληροφορηθεῖ τίποτα ἐντελῶς ἀπὸ ὅσα εἶχαν γίνει· μόλις ἔφτασαν ὅμως ἐκεῖ κι ἔμαθαν τὰ γεγονότα αὐτα, κινήθηκαν βιαστικά, μὲ σκοπὸ νὰ εἰσβάλουν στὴν πόλη. Ἀλλά, ὅταν τὸ ἀντιλήφθηκαν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἔβαλαν φωτιὰ στὰ σπίτια τῶν Λατίνων ποὺ βρίσκονταν κοντὰ στὴν προκυμαία καὶ τὰ πυρπόλησαν, πρῶτα-πρῶτα ὅσα ἀνῆκαν στοὺς Βενετοὺς κι ἔπειτα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, στὴν περιοχὴ τῶν κατοικιῶν ποὺ εἶχε τὴν προσωνυμία «κάμποι». Κι ὅταν οἱ στρατιῶτες τῶν Λατίνων εἶδαν τὴν πόλη νὰ καίγεται, γρονθοκοπώντας τὰ μάγουλά τους καὶ παίρνοντας μαζί τους ὅσους μπόρεσαν στὶς τριήρεις τους καὶ στὰ ὑπόλοιπα πλοῖα τράπηκαν σὲ φυγή, ἐνῶ μιὰ τριήρης ἀναχώρησε γιὰ τὸ Μεγάλο Παλάτι καὶ πῆρε τὸν Βαλδουίνο, ὁ ὁποῖος παρὰ τρίχα θὰ εἶχε συλληφθεῖ. Κι ἔτσι λοιπὸν ἐκτυλίχθηκαν τὰ γεγονότα αὐτά, καὶ χάρη στὴ θεία πρόνοια ἡ Κωνσταντινούπολη βρέθηκε καὶ πάλι ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ βασιλιᾶ τῶν Ρωμαίων, ὅπως ἦταν δίκαιο κι ὅπως ἔπρεπε, τὴν εἰκοστὴ πέμπτη Ἰουλίου, κατὰ τὴν τέταρτη ἐπνέμηση καὶ κατὰ τὸ ἔτος ἕξι χιλιάδες ἑφτακόσια ἑξῆντα ἐνιὰ ἀπὸ γενέσεως κόσμου, ἐνῶ ἦταν ὑπὸ ἐχθρικὴ κατοχὴ γιὰ πενήντα ὀκτὼ χρόνια.

 

Στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1261,  ὁ Μιχαὴλ Παλαιολόγος εἰσῆλθε ἀπὸ τὴ Χρυσὴ Πύλη στὴν Κωνσταντινούπολη.

HrysiPyli

 

Κι ἀπ’ τὴ Χρυσῆ τὴν Πύλη σὰν ἀρχάγγελος,

Τρανὸς ἀφέντης, ρήγας, αὐτοκράτορας,

Ἐμπῆκε μέσ’ ‘ς τὴν Πόλι, ‘ς τὴν Ἁγιὰ Σοφιά·

Καὶ χύνεται ὁ ἥλιος τῆς κορώνας του,

Κι ἀνθίζ’ ἡ Ῥωμιοσύνη, σὰν τὰ λουλούδια,

Καὶ χάνεται ὁ Φράγκος σὰν τὴν καταχνιά!

 

θὰ γράψει αἰῶνες μετὰ ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς.

Στοὺς μελλοντικούς Ἀλέξιους Στρατηγόπουλους. 

 

This entry was posted in Δυτικοί, Δύση, Ιστορίες, Ρωμανία, ιστορία and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s