«Θρησκευτικότητα» Vs «Ἐκκλησιαστικότητα»

Ἕνα μοτίβο ἀντιπαράθεσης ὑποτίθεται πατερικὸ καὶ ultra Ὀρθόδοξο ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα προτεσταντικό εἶναι ἡ ἀντιπαράθεση θρησκείας καὶ Χριστιανισμοῦ ἢ θρησκείας καὶ ἐκκλησίας / ἐκκλησιαστικότητας.

Προτεσταντικὴ εἶναι ἡ ἀπώτατη καταγωγή του γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι οἱ πρῶτοι Προστεστάντες (τονίζοντας τὴ σημασία τῆς πίστης) ὑποβάθμισαν ἢ κατάργησαν τὸ θρησκευτικὸ τελετουργικό, τὸ ὁποῖο ἀπέρριπταν εἴτε ὡς παγανιστικὰ κατάλοιπα εἴτε ὡς παπικὲς καινοτομίες. Στὴν ἴδια λογική, οἱ Γιανναρικοὶ καὶ οἱ Ρωμανιδιστὲς θεωροῦν ὅτι ἡ «θρησκεία» εἶναι κάτι σκοτεινὸ καὶ ἐνστικτῶδες. Μιὰ ἀντίληψη ποὺ πρεσβεύει τὸ μαγικὸ χαρακτήρα τοῦ τελετουργικοῦ καὶ δίνει σημασία στὶς τελετές, ἀκριβῶς ὅπως οἱ Παγανιστές. Γιὰ παράδειγμα, ἡ θεότητα «δένεται» καὶ ἀναγκάζεται νὰ κάνει ὅ,τι τῆς ζητηθεῖ ἐὰν προφερθοῦν σωστὰ οἱ τελετουργικὲς λέξεις (πού, συνεπῶς, εἶναι μαγικοῦ χαρακτήρα) καὶ τηρηθεῖ τὸ τελετουργικὸ μὲ ἀκρίβεια. Τέτοια πρωτόγονη κοσμοαντίληψη, ποὺ ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Γιανναρικοὺς καὶ τοὺς Ρωμανιδιστὲς «θρησκεία», δὲν μπορεῖ κατ’ αὐτοὺς νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει τὸ Χριστιανισμὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἂν προεκτείνει κάποιος τὸ σκεπτικό τους, βρίσκει στὸ τέρμα ἐκείνη τὴν νοησιαρχικὴ καὶ πλατωνικὴ ἀντιπαράθεση μεταξὺ σκοτεινῶν ἐνστίκτων, ποὺ εἶναι ζωώδη, καὶ τῆς λογικῆς, φωτεινῆς Συνείδησης, ποὺ μόνο αὐτὴ λατρεύει «σωστὰ» τὸ Θεό, ὅπως ὁ Θεὸς θέλει. Κι ὄχι τὸν ἄνθρωπο ὡς μικρόκοσμο ποὺ συνδέει τὸν ὑλικὸ μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο.

Ἔπειτα, οἱ παραπάνω ἐπαναλαμβάνουν μὲ συχνότητα γηπεδικοῦ συνθήματος τὴν ἄποψη τοῦ Ρωμανίδη ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ψυχοθεραπευτικὴ μέθοδος.

Κατὰ πρῶτον, ἡ χρησιμοποίηση ἰατρικῆς ὁρολογίας γιὰ τὸ Χριστιανισμὸ εἶναι ἀποκλειστικὰ ζήτημα ἱστορικῶν τυχαιοτήτων καὶ συμπτώσεων (ρωμαιοκρατία, εἰδίκευση τῶν ρωμαιοκρατούμενων Ἑλλήνων στὴν ἰατρική) τὶς ὁποῖες ἀπολυτοποιοῦν καὶ θεοποιοῦν οἱ Νεορθόδοξοι συνεχιστὲς τῶν Γιανναρᾶ καὶ Ρωμανίδη. Σαφῶς, καλῶς χρησιμοποιοῦνται, ἀλλὰ ἡ χρήση τους ἔχει τὰ ὅριά της.

Κατὰ δεύτερον, ἀπὸ μακριὰ φαίνεται ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ψυχοθεραπεία» δείχνει μιᾶς μορφῆς δειλία ἔναντι τῶν ἀ(ντι)χριστιανῶν. Ἡ μοντέρνα (μεταπολεμική) κι ὄχι πατερικὴ χρήση ὅρων τῆς ψυχιατρικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ψυχολογίας (ποὺ εἶναι σύγχρονες ἐπιστῆμες κι ὄχι… πατερικές) εἶναι ἕνα ἰδεολόγημα ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ ἀμυνθοῦν ὁρισμένοι Χριστιανοὶ ἔναντι τῆς ἀρνητικῆς προδιάθεσης τῆς Δύσης γιὰ τὶς θρησκεῖες ἀπὸ τὸν Διαφωτισμὸ καὶ μετά. Μετὰ τὸν 19ο αἰ., γιὰ παράδειγμα, ἂν κάποιος πεῖ ὅτι ἀποδέχεται μιὰ θρησκεία, ἂν μιλήσει γιὰ θρησκεία, τὸν θεωροῦν ἀνορθολογιστῆ, τὸν εἰρωνεύονται κ.ο.κ. Ἂν ὅμως ὁ πιστὸς μιλήσει σὰν διανοούμενος σαλονιοῦ καὶ πανεπιστημίου ἢ ἀριστεροῦ μπάρ, ἂν μιλήσει γιὰ ψυχοθεραπεία κ.λπ., τότε οἱ παριστάμενοι τὸν ἀκοῦν μὲ ἀνοιχτὸ στόμα· κι ἂν κατηγορήσει τὴ «θρησκεία», τότε πέφτουν στὰ γόνατα καὶ τὸν προσκυνᾶνε (Φυσικά, ἄλλο καταλαβαίνουν οἱ παριστάμενοι μὲ τὸν ὅρο θρησκεία καὶ ἄλλο ὁ γιανναρικὸς «πιστός»), εἰδικὰ ἂν πηγαίνει μὲ τὰ νερά τους καὶ λέει ὅτι οἱ ἄθεοι εἶναι πιὸ σωστοὶ Χριστιανοί ἢ ἐπαινεῖ τὴν ἄποψή τους ὅτι ὑπάρχει Χριστιανισμὸς χωρὶς Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἡ ἀποφυγὴ καὶ καταδίκη τοῦ ὅρου θρησκεία χαροποίησε πολὺ τοὺς Νεορθόδοξους, ποὺ πάνω ἀπ’ ὅλα στὴ ζωὴ θέλουν τὸν ἔπαινο τοῦ Ἀριστεροῦ καὶ τοῦ Φιλελεύθερου. Τὰ ἴδια κάνουν καὶ ἄλλες νεοφανεῖς θρησκεῖες, ποὺ προτιμοῦν νὰ λέγονται «φιλοσοφικὲς ἑταιρεῖες» παρὰ «θρησκεῖες». Βέβαια, ὁποιοσδήποτε θρησκειολόγος θὰ κάγχαζε στὴν ἰδέα ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι θρησκεία. Ἀφοῦ ὅμως τὸ ὑπογράφει ὁ Γιανναρᾶς κι ὁ Ρωμανίδης, καὶ ἄλλοι πολλοὶ μικροὶ γιανναράδες καὶ ρωμανίδηδες, τί ἄλλη ἀπόδειξη χρειάζεται;;

Παλιότερα, βέβαια, δὲν ὑπῆρχε τέτοια ψύχωση κατὰ τῆς θρησκείας. Στὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Συνοδο, στὸν Στ’ κανόνα, διαβάζουμε: «ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μὴ ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τὴν θρησκείαν. Χρὴ γὰρ παντὶ τρόπῳ, τό τε συνειδὸς τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καὶ τὸν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἂν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Η χρήση λοιπόν, τοῦ ὅρου «θρησκεία» γινόταν χωρὶς καμμιὰ γιανναρικὴ ἢ ἄλλη νεορθόδοξη ἔνσταση, γιατὶ ἁπλούστατα οἱ ἴδιοι τοτινοὶ Χριστιανοὶ ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο θρησκεία δὲν διαστρέβλωναν τὸν ὁρισμό του, ὅπως σήμερα οἱ Νεορθόδοξοι, μὲ τὸ νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ὅρος σημαίνει κάποια μαγικῆς φύσης τελετουργικά. Ἴσα-ἴσα, καὶ ἀπέρριπταν τὶς παγανιστικῆς προέλευσης ἀντιλήψεις περὶ μαγείας τοῦ τελετουργικοῦ ἀλλὰ καὶ χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο θρησκεία. Σαφῶς, οἱ Χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι διαφέρουν ἀπὸ ὅλες τὶς θρησκεῖες.

Προφανῶς, τέτοιες ἀκραῖες καταδίκες τῆς θρησκείας, δηλαδὴ τῆς ἐνστικτώδους πίστης στὴν μαγεία του τελετουργικοῦ εἶναι προτεσταντικές. Εἶναι ὁ παλιὸς καλὸς διχασμὸς τῆς Δύσης τοῦ 16ου αἰ. Οἱ Νεορθόδοξοι εἶναι καινούργια σέκτα, ποὺ μὲ πόνο ψυχῆς καὶ ἀδελφικὸ χαμόγελο μᾶς μαστιγώνουν ἐπειδὴ δὲν θέλουμε νὰ εἴμαστε σὰν κι αὐτούς, μιὰ σέκτα. Τὸ πολὺ νὰ τοὺς χαρακτήριζε κάποιος ὡς νεο-Εἰκονοκλάστες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ψύχωση μὲ τὴν «ὑποκρισία» ἢ τὴν «μαγικὴ προσκόλληση» στὰ τελετουργικά. Ἐπὶ εἴκοσι αἰῶνες, ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται ἢ ἐνσωματώνει τέτοια προσήλωση –δὲν τὴν κατακρίνει στὸν βαθμὸ τοῦ νὰ τῆς προσδώσει τὸ ὄνομα «θρησκεία»–, τὴν «μεταμορφώνει» σὲ κάτι καλό, ἀλλὰ νά τώρα, οἱ μὲ τὰ προτεσταντικά τους προβλήματα Νεορθόδοξοι, ποὺ μάχονται τὴν «θρησκευτικότητα» γιὰ χάρη τῆς «ἐκκλησιαστικότητας».

Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναποδογυρίζεις τὶς ὁρολογίες γιὰ νὰ παριστάνεις τὸν πρωτοπόρο καὶ σπουδαῖο προκειμένου νὰ ἐπιλύσεις ζητήματα ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχει ἀποσαφηνίσει καὶ ἐπιλύσει ἡ Ἐκκλησία (ἢ γιὰ νὰ πᾶς μὲ τὸ ρεῦμα τῶν ἄθεων φίλων σου καὶ τῶν ΜΜΕ). Καὶ ἡ μαγικὴ δύναμη τοῦ τελετουργικοῦ καταδικάζεται, καὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ τελετουργικὸ (ἡ ἀντικειμενικὴ χρησιμότητά του -σὲ ἀντίθεση πρὸς θεωρίες γιὰ συμβολισμό) τονίζεται. Εἶναι τελείως διαφορετικὸ τὸ τελετουργικὸ στὸ ὁποῖο αὐτόβουλα καὶ χωρὶς ἐξαναγκασμὸ ἔχει δεσμευτεῖ ὁ Θεός -ἀκόμη κι ἂν λ.χ. ὁ ἱερέας εἶναι ἀνάξιος ἢ ἀνήθικος- ἀπὸ τὸ τελετουργικὸ ποὺ ἐξαναγκάζει στανικῶς τοὺς ἀρχαίους θεοὺς ἐξαιτίας κάποιας ἀνώτερης (ἀπὸ τοὺς θεούς) συμπαντικῆς τάξης καὶ ἁρμονίας. Ἐπειδὴ οἱ ἀρχαῖοι Νορδικοὶ δὲν εἶχαν σπουδαῖες τελετουργίες, πρέπει νὰ φορτώσουν ὅλη τὴ φρενοβλάβειά τους (εἴτε ὡς Προτεστάντες εἴτε ὡς ἄθεοι) στὰ μεσογειακὰ τελετουργικά.

Πῶς βολεύει τὸ μοντέλο αὐτὸ περὶ «θρησκείας» ὡς ἀντιθέτου τῆς Ἐκκλησίας; Ὅπως τὸ πολὺ τὸ Κύριε Ἐλέησον μὲ τὴν κριτικὴ τῆς «κακῶς καμωμένης νηστείας» εἶναι τὸ ἄλλοθι γιὰ νὰ χλαπακιάζεις τὰ πάντα (τουλάχιστον, δὲν εἶσαι ἀπαίσιος ὑποκριτής)· ὅπως ἡ κριτικὴ στὴν περηφάνεια τῶν χριστιανῶν πολύτεκνων χρησιμεύει στὴν πράξη γιὰ νὰ παριστάνεις τὸν κοσμοκαλόγερο ἀνεύθυνα ἢ γιὰ νὰ εἶσαι ἕνας φυγότεκνος (ἢ ἄγαμος) σαρκολάτρης ποὺ κατηγορεῖ τοὺς πολύτεκνους ὡς σαρκολάτρες (!! κάντε 2-3-4-5 παιδιά, καὶ δεῖτε μετὰ πόση ὥρα γιὰ σὲξ περισσεύει, ὧ ἄγγελοι δίχως φτερά): Ἔτσι καὶ τὰ περὶ «ἀγεληδὸν ἐκκλησιασμοῦ» καὶ «θρησκείας» χρησιμεύουν στὴν πράξη γιὰ νὰ ροχαλίζεις τὶς Κυριακὲς ἀφοῦ Σάββατο βραδάκι ἀνέλυσες στὸ μπαράκι τὶς λεπτὲς διαφορὲς μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑπόστασης ἢ περὶ τελικῆς ἀποκατάστασης καὶ δυτικῆς κόλασης στοὺς ἄθεους φίλους σου, μὲ μιὰ μπυρίτσα…Γοῦστα εἶναι αὐτά, δὲ λέω. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴ λογικὴ χωροφύλακα. Μὴ τὰ ντύνουμε αὐτὰ τὰ γοῦστα καὶ μὲ πρωτοχριστιανικὴ ἀρετή, ὅμως. Μερικὰ ροῦχα σὲ ἀσχημαίνουν.

Advertisements
This entry was posted in φιλοσοφίες, θρησκεία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s