Δεκαπενταύγουστος (ταινία)

Ἔκανα τὸ λάθος, λέει, καὶ προχτὲς ἔκατσα στὴν τηλεόραση καὶ εἶδα τὴν ταινία «Δεκαπενταύγουστος», στὸ κανάλι τῆς Βουλῆς. Τὰ γνωστὰ φρικιαστικά, ὅπου πρέπει νὰ δείξουμε πόσο δυστυχισμένοι εἴμαστε. Εἰδικὰ στὶς γιορτές.

Ἡ ταινία δείχνει 3 ἢ 4 (μπερδεύτηκα) ἱστορίες παράλληλα, ἡ μία θλιβερότερη τῆς ἄλλης. Στὴ μιά, ταξιδεύουν ὁδικῶς μιὰ οἰκογένεια Ποντίων (ἀπὸ Ἀθήνα) στὴν Παναγία Σουμελᾶ γιὰ νὰ γιατρευτεῖ μὲ θαῦμα ἡ μικρή τους κόρη ποὺ ἔχει λευχαιμία. Ἡ μικρούλα (10-11 ἐτῶν, ἐκεῖ) γράφει τὸν ἑαυτό της σὲ βίντεο ὅτι δὲν πιστεύει σὲ θαύματα ἀλλὰ πῆγε μόνο γιατὶ ἤθελε ἡ μάνα της (ἀλλιῶς θὰ τὸ ἔσκαγε, φαίνεται). Ἡ ὁποία μαμὰ στὸ τέλος εἶναι καὶ λίγο ἄπιστη, ὅπως κι ὁ μπούλης ἄφυλος γιός της ποὺ παίζει Νιντέντο. Δηλαδή, μᾶς κάνει φιλοσοφικὴ διάλεξη ἡ ἀποσαφηνισμένη ἀθεΐα τοῦ ἐνήλικα σκηνοθέτη μέσῳ μιᾶς δεκάχρονης (ποὺ ἔχει ὑπεραναπτυγμένη συνειδητότητα, μᾶλλον). Βέβαια, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπιλέγεται ἕνα πανελλήνιο ἐθνοθρησκευτικὸ πανηγύρι γιὰ θαῦμα, μὲ μιὰ μικρολοῦμπεν οἰκογένεια (μὲ σακαράκα ποὺ δὲν ἀντέχει τέτοια διαδρομή), τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκεῖ γίνεται «πατεῖς με πατῶ σε», ἀντὶ νὰ πάρουν σβάρνα τὰ τοπικὰ μοναστήρια καὶ λείψανα, εἶναι δεῖγμα τοῦ πῶς φαντάζεται τὴ θρησκεία καὶ πόσα λίγα ξέρει γι’ αὐτὴν αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὸ σενάριο. Τὸ γενονὸς ὅτι ἡ οἰκογένεια ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸν σεναριογράφο νὰ εἶναι Πόντιοι μᾶλλον θὰ ἐξυπηρετεῖ στὸ νὰ γίνει ἀκόμη γραφικότερη καὶ γελοιωδέστερη ἡ «μικροαστικὴ κοσμοαντίληψη»· ὄχι φυσικὰ γιατὶ οἱ Πόντιοι τάχα εἶναι γραφικοί, ἀλλὰ γιατὶ στὰ μάτια τῶν πεπαιδευμένων «προχώ» οἱ Πόντιοι φαντάζουν –ὅταν συσχετίζονται μὲ θρησκεῖες καὶ τέτοια προνεωτερικὰ πράγματα– ὡς ἡ ἐπιτομὴ τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ καὶ τῆς μαύρης κακομοιριᾶς.

Σὲ μιὰ ἄλλη ἱστορία, ἕνα μεσοαστικὸ ζευγάρι ἔχει ἀποφασίσει ἐξαρχῆς νὰ μὴν κάνει παιδιὰ καὶ γατιά, ἀλλὰ κάπου στὰ σαράντα της ἡ γυναίκα στραβώνει καὶ κραυγάζει πότε θὰ κάνει παιδί (ἡ ὑστερικὴ ὄψη τῆς εὔθυμης «πότε θὰ γίνω μάνα;» σὲ παλιὰ τηλεοπτικὴ σειρά). Ὁ ἄντρας: στὸν κόσμο του, χαλαρὸς καὶ πλούσιος· πᾶνε διακοπὲς στὸ ἀνακαινισμένο χωριάτικο σπίτι τῆς μακαρίτισσας πεθερᾶς. Στο δρόμο, παίρνει γιὰ πλάκα ἢ μεγαλοαστικὴ πλήξη ἕναν νεαρὸ φαντάρο ποὺ κάνει ὦτο στόπ. Ἔπειτα, πέφτουν σὲ ἀτύχημα στὸ ὁποῖο βλέπουν νὰ ἀνασύρεται καμμένο τὸ παιδάκι τὸ ὁποῖο ἡ γυναίκα εἶδε, προηγούμενως σὲ ΣΕΑ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς, νὰ κρατᾶ ἡ μαμά του στὴν ἀγκαλιά της (καὶ εἶχε ζηλέψει). Πηγαίνει νὰ τὴν παρηγορήσει, ἀλλὰ αὐτὴ ἀπαρηγόρητη. Ὥσπου φτάνουν στὸν προορισμό τους καί, ἐνῶ ἔχουν μείνει κάποιες μέρες στὸ ἐξοχικό, τοὺς κλέβει τὸ σπίτι ὁ φαντάρος, ὁ ὁποῖος τὸ σκάει· ὁ ἄντρας σαπίζει στὸ ξύλο τὴ γυναίκα (πιθανόν, ὁ φαντάρος κοιμήθηκε μαζί της) κι αὐτὴ παίρνει τὴ μερσεντάρα της καὶ φεύγει γιὰ Ἀθήνα.

Ἡ τρίτη ἱστορία, ἕνα ζευγάρι «ἐπιβίωση καὶ κάμπινγκ», καὶ πρεζοκατάσταση ὁ ἀρσενικός, ποὺ πατοῦν μὲ τὸ ντάτσουν τους στὴν ἐρημιὰ μιὰ πεζή, ἐξαιτίας τῆς ἡρωίνης, κι ἔπειτα ἔχουν ἐφιάλτες ὁ καθένας τους. Ὥσπου ὁ ἀρσενικὸς πηγαίνει καὶ παραδίδεται, λόγῳ τύψεων. Καὶ μιὰ ἀκόμη μὲ τὸν κλασικὸ ἀλήτη ἔφηβο, παιδὶ μιᾶς πόρνης στὸν χαρακτήρα κι ἑνὸς ἀνεύθυνου φευγάτου πατέρα, ποὺ παίρνει κι αὐτὸς ναρκωτικά, ὥσπου ἔχοντας γλιτώσει τὸ θάνατο ἀπὸ πτώση ἀπὸ πολυκατοικία συναντᾶ μιὰ μικρὴ νεράιδα ποὺ τὸν κάνει ἄνθρωπο καὶ τοῦ δείχνει τί θὰ πεῖ ἀγάπη. Προηγουμένως, τῆς λέει τὸν πόνο τῆς Ὕπαρξης (του).

Τί κατάλαβα; Ἔπαθα καὶ πονοκέφαλο τὴν ἑπόμενη μέρα. Συμπέρασμα: Μὴν βλέπετε νέο ἑλληνικὸ κινηματογράφο, παρὰ μόνο ἂν θέλετε νὰ πονοκεφαλιάσετε. Ἐννοεῖται, ὅτι λιγότερα πράγματα μαθαίνεις γιὰ τὴν νεοελληνικὴ κοινωνία καὶ περισσότερα γιὰ τοὺς σκηνοθέτες καὶ τὰ προβλήματά τους ἢ γιὰ τὸ πῶς ἀπὸ τὴ γυάλα τους μαθαίνουν γιὰ τὴν κοινωνία. Ἡ ὁποία Κοινωνία παίρνει ναρκωτικά (ἐννοεῖται ὅτι καταλήγεις νὰ παίρνεις «ἂν εἶσαι μόνος κι ἔρημος», ἀλίμονο), οἱ γονεῖς της ἔχουν χωρίσει (ἀλίμονο ἂν δὲν χώριζαν), εἶναι ποντιακὴ-λοῦμπεν ὑστερική (μὲ ὑπολείμματα θρησκείας σὲ ἐπίπεδο ἀποκλειστικὰ μαγείας καὶ do et des -καλὴ μου ὥρα!), εἶναι τελείως μοναχική, κάνει τρέλες (εἴτε μεγαλοαστικὲς εἴτε κακομοίρικες). Τάχατες. Δὲν μᾶς φτάνει ἡ καθημερινὴ δυστυχία, ἀκόμη καὶ στὶς γιορτὲς δὲν ξεχνιέται.

Ὅσοι μεγαλώσαμε μὲ τελετουργικά, μὲ χωριὸ καὶ προγόνους, μὲ μιὰ μὴ πασοκικὴ ἐλευθερία, κι ἀπουσία σκληρῆς ἀθρησκείας, σὲ ἕνα σύμπαν ποὺ ἡ ἀπέναντι πλευρὰ οὔτε στὰ ὄνειρά της δὲν θεωρεῖ πιθανό, κοιτᾶμε τὴν περιγραφὴ αὐτὴ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας σὰν ἐξωγήινοι. Δὲν ἀναγνωρίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ τέτοιο σκηνικό: Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ἐμεῖς, τὰ παιδικά μας χρόνια, καὶ νὰ ὑπήρξατε ἐσεῖς καὶ τὰ προβλήματά σας. Κυκλοφορούσατε ἀνάμεσά μας, λοιπόν. Εἴμαστε οἱ Ξένοι -ὄχι ἐσεῖς, ποὺ παριστάνετε τὸν πρόσφυγα καὶ τὸν δακτυλοδεικτούμενο. Καὶ ἀηδιάζουμε μαζί σας, χωρὶς χριστιανικὲς ἀγάπες, ποὺ μᾶς κάνατε ξένους καὶ ἀνύπαρκτους στὸν τόπο μας διὰ τῆς καλλιτεχνικῆς damnatio memoriae σας.

Ἡ δυστυχία, ὡστόσο, (τῆς κουλτουριάρικης Ἀριστερᾶς ἢ τῶν φίλιων δυνάμεών της), «θεραπεύεται» μόνο μὲ ἕναν τρόπο: Μὲ πραγματικὴ δυστυχία, ὅπως λέει ὁ Νίτσε. Δυστυχία ποὺ εἴτε θὰ τὴν συνεφέρει εἴτε θὰ τὴν ἀποτελειώσει.

Τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν πραγματικὴ δυστυχία τῆς πρωταγωνίστριας τοῦ «Κυνόδοντα», ἡ ὁποία πέθανε ὁλομόναχη, Χωρὶς Οἰκογένεια, ἀπὸ πνευμονικὸ οἴδημα στὸ σπίτι της;; Εἶχε, βεβαίως, μιὰ κάποια οἰκογένεια, κάπου, κάποτε (ἴσως, κάπου στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς χώρας), δηλαδὴ ἦταν σὰν νὰ μὴν ἔχει, δηλαδὴ δὲν εἶχε, ἀφοῦ ζοῦσε μόνη της. Μόνη της πῆρε τηλέφωνο τὸ ΕΚΑΒ. Νὰ παίζεις τὸ καταπιεσμένο τέκνο σὲ μιὰ ταινία ποὺ σκυλοβρίζει τὴν οἰκογένεια –τὴν ἑλληνικὴ οἰκογένεια– καὶ μετὰ νὰ πεθαίνεις ἀκριβῶς λόγῳ ἀπουσίας τῆς (ἑλληνικῆς) οἰκογένειας: Συγκεκριμένα, λόγῳ ἀπουσίας κάποιου δικοῦ σου ποὺ μένει μαζί σου, ποὺ εἶστε οἰκογένεια κι ὄχι «φίλοι / παρέα», καὶ ποὺ καταλαβαίνει ὅτι κάτι ἔχεις καὶ σὲ γλιτώνει ἀπὸ τὸ θάνατο μὲ τὶς ἐνέργειές του. Τριάντα χρόνων ἄνθρωπος. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν λυπᾶσαι, καὶ σὲ καμμία περίπτωση δὲν χαίρεσαι μὲ τὸ χαμό της, ποὺ ἀποδεικνύει αὐτὸ ποὺ γιὰ σένα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων, ἔτσι κι ἀλλιῶς, προφανές. Ἀλλὰ πιὸ πολὺ λυπᾶσαι γιὰ τὸ λυσσασμένο κοινὸ τῆς ταινίας, ποὺ διψᾶ γιὰ αἷμα ἑλληνικῆς οἰκογένειας. Ποὺ γρυλίζει γιὰ ἐκδίκηση (καὶ κατηγορεῖ ἐμᾶς γιὰ μνησικακία) τρέχοντας στὸν γκρεμό.

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, τέχνη, Ελλάδα, ανθρώπινα, κοινωνία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s