Θαλάσσια τείχη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ μοντέρνοι Ἀριστεροὶ τῆς πόλης

Βλέποντας τὰ τείχη αὐτα, σὲ μιὰ φωτογραφία τοῦ 1860*, μπορεῖ κάποιος νὰ φανταστεῖ τὶς πολιορκίες τῆς Θεσσαλονίκης, τὸν 7ο αἰ. ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους καὶ Σλάβους, τὸν 9ο ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, τὸν 12ο ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. Οἱ ἐπιθέσεις ὅλων αὐτῶν ἔγιναν κυρίως ἀπὸ τὰ θαλάσσια βυζαντινὰ τείχη, τὰ ὁποῖα μὲ λιγοστὲς μεταβυζαντινὲς διαφορὲς κι ἐπιδιορθώσεις εἶναι ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπεικονίζονται στὴ φωτογραφία.

 θεσσαλονίκη βυζαντινὰ τείχη schmidt_7a

 

Μπορεῖ κάποιος νὰ φανταστεί, μεταξὺ 614-619, τοὺς Ἀβαροσλάβους νὰ «προσορμίζουν τὰ ἄπειρα μονόξυλα«, οἱ ἐπιβαίνοντες σὲ αὐτὰ νὰ «τὰ καλύπτουν μὲ σανίδες καὶ δέρματα ὥστε ἐφορμώντας κατὰ τοῦ τείχους νὰ προστατεύονται ἀπὸ τὶς πέτρες καὶ τὰ τόξα ποὺ θὰ ἐξακόντιζαν ἀπὸ τὰ τείχη» οἱ ὑπερασπιστές τους. Καί, ξαφνικά, «Στὴ δεύτερη ὥρα τῆς ἡμέρας, ἐνῶ δὲν ἦταν ἀκόμη ἡ ὥρα ποὺ σηκώνεται ὁ ἀέρας, νὰ ἀρχίζει ἕνας ἄνεμος ἀπὸ τὴ θάλασσα πρὸς τὴν πόλη τόσο ἰσχυρὸς ὥστε τὰ πλοῖα νὰ πέφτουν τὸ ἕνα ἐπάνω στὸ ἄλλο, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἀνατρέπονται καὶ νὰ ρίχνουν στὴ θάλασσα τοὺς Σλάβους, κι ἐκεῖνοι ἔσπευδαν κολυμπώντας νὰ σωθοῦν σὲ κάποιο ἄλλο σκάφος καί, καθὼς ἁρπάζονταν ἀπὸ αὐτό, τὸ ἀνέτρεπαν ρίχνοντας στὴ θάλασσα τοὺς ἐπιβαίνοντες. Καὶ γι’ αὐτὸ, καὶ ἀπὸ τοὺς ναυτικοὺς τῶν ἄλλων μονόξυλων ἄλλοι ἔκοβαν μὲ ξίφος τὰ χέρια τῶν ναυαγῶν ποὺ τείνονταν προς αὐτούς, ἄλλοι ἀποκεφάλιζαν τοὺς ναυαγούς, ἄλλοι τοὺς τρυποῦσαν μὲ λόγχες. Καὶ καθὼς ὅλοι πάσχιζαν νὰ μὴ βουλιάξουν, γίνονταν ἐχθροὶ ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου«, κι ἔτσι ἡ πολιορκία νὰ λήξει. 

Μπορεῖ κάποιος νὰ φανταστεῖ τοὺς Θεσσαλονικεῖς, ποὺ εἶχαν μάθει ὅτι πλησιάζουν οἱ Ἀγαρηνοὶ τὸν Ἰούλιο τοῦ 904, νὰ ἀκοῦν τὸν πρωτοσπαθάριο Πετρωνᾶ νὰ τοὺς ἐξηγεῖ τὸ σχέδιό του γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀραβικοῦ στόλου, γνωρίζοντας ὅτι ἡ πλώρη τῶν ἀραβικῶν καραβιῶν ἦταν πιὸ ψηλὴ ἀπὸ τὸ τεῖχος, κι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ μποροῦσαν οἱ Σαρακηνοὶ νὰ πηδήξουν μέσα στὴν πόλη. Γι’ αὐτὸ πρότεινε νὰ φτειαχτεῖ ἕνα ὑποθαλάσσιο φράγμα ἀπὸ ταφόπλακες τῶν νεκροταφείων στὰ δυτικὰ κι ἀνατολικὰ τῆς πόλης, ὥστε νὰ ἐμποδιστοῦν τὰ πλοῖα. Καὶ μάλιστα, οἱ ταφόπλακες θὰ μποροῦσαν νὰ μεταφερθοῦν μὲ τὰ κατάλληλα τεχνητὰ μέσα, πράγμα ποὺ ἔγινε, ἀλλὰ μόνο κατὰ τὸ μισὸ γιατὶ ὁ νέος στρατηγὸς τῆς περιοχῆς, ὁ Λέων, ἔκρινε πιὸ ὠφέλιμο νὰ ἐπισκευαστεῖ τὸ τεῖχος. Ἀλλὰ ἐξαιτίας ἑνὸς προσωπικοῦ του ἀτυχήματος, τὸ μόνο ποὺ ἔγινε ἦταν μερικοὶ ξύλινοι πύργοι. Κι ὅταν ἦρθαν οἱ βάρβαροι, ὁ ἀρχηγός τους…

«Ἀποφάσισε ὅτι ἦταν καλύτερο νὰ ἐπιτεθεῖ ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο ὅπου ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ παγίδα ποὺ συνιστοῦσαν οἱ βυθισμένοι μονόλιθοι δὲν θὰ ἀποτελοῦσε ἐμπόδιο στὴν προσέγγιση τῶν καραβιῶν ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ ἀνοιχτά…. Οἱ βάρβαροι…βγάζοντας μιὰ ὀξεία καὶ ἄγρια κραυγὴ και κωπηλατώντας ἐπιτέθηκαν στὸ τεῖχος. Χτυποῦσαν δυνατὰ τὰ δερμάτινα τύμπαντά τους γιὰ νὰ μᾶς καταπλήξουν καὶ τρομοκρατοῦσαν μὲ διάφορα φόβητρα τοὺς ὑπερασπιστὲς τοῦ τείχους. Ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ ἀπάντησαν βγάζοντας φωνὴ ἀκόμη πιὸ δυνατὴ καὶ ἐπικαλοῦνταν τὸ σωτήριο ὅπλο τοῦ σταυροῦ…Ὁ ἀλαλαγμὸς ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ στόματα ἑνὸς πλήθους ἀνθρώπων ἦταν τόσο δυνατός, τόσο πιὸ τρομακτικός ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ὥστε οἱ βάρβαροι, ὅταν τὸν ἄκουσαν, ἔνιωσαν μεγάλη ταραχή…..Ἀντιμετώπισαν τοὺς ἀντιπάλους τους μὲ ἕνα σύννεφο ἀπὸ βέλη…σὰν σκυλιὰ ἐξαγριωμένα ἐναντίον ὅσων τοὺς προκαλοῦσαν ψηλὰ ἀπὸ τὰ τείχη. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλης δὲν σταματοῦσαν νὰ ρίχνουν καὶ τὰ κατάφερναν μᾶλλον καλὰ καὶ μὲ εὐστοχία…Οἱ μαχητὲς ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς ἔριχναν καὶ δέχονταν βέλη καὶ ἡ μάχη φαινόταν ἀμφίρροπη. Κάποια στιγμή, μερικοὶ βάρβαροι, ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τοὺς συντρόφους τους καί, ἀφήνοντας  τὸ πλοῖο τους, ρίχτηκαν στὴ θάλασσα μεταφέροντας μαζί τους μιὰ ξύλινη σκάλα. Τὴν ἔσερναν στὰ νερὰ μὲ σκοπὸ νὰ τὴ χρησιμοποιήσουν γιὰ νὰ ἀνέβουν στὰ τείχη ἀδιαφορώντας γιὰ τὰ βέλη ποὺ κατευθύνονταν ἀπὸ ἐκεῖ ἐναντίον τους. Ὥσπου νὰ πλησιάσουν στὸ τεῖχος, κάλυπταν τὸ σῶμα τους μέσα στὸ νερό, κολυμποῦσαν καὶ προστάτευαν τὰ κεφάλια τους μὲ ἀσπίδες. Ὅταν έφτασαν κοντά, βγῆκαν ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ ἀπέκρουαν τὰ βέλη μὲ τὸ νὰ κρατοῦν τὶς ἀσπίδες πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. Πολὺ γρήγορα τοποθέτησαν τὴ σκάλα στὸ τεῖχος καὶ προσπάθησαν νὰ ἀνέβουν καὶ νὰ εἰσχωρήσουν στὴν πόλη. Ἀλλὰ ὁ θάνατος ἦταν πιὸ γρήγορος ἀπὸ τὸ σχέδιό τους: προτοῦ ἀρχίσουν νὰ σκέφονται πῶς θὰ ἐπιτύχουν τὸ σκοπό τους, τὸν έβρισκαν μπροστά τους. Μόλις ἄρχισαν νὰ ἀνεβαίνουν τὶς βαθμίδες τῆς σκάλας, πέτρες ποὺ ἔπεφταν σὰν χαλάζι τοὺς πετύχαιναν  καὶ τοὺς ἔριχναν στὴ θάλασσα νεκρούς. Τότε ὅλα τὰ πλοῖα ὀπισθοχωροῦσαν χωρὶς νὰ τολμήσουν νὰ ἐπιχειρήσουν καμιὰ ἄλλη παρόμοια πράξη. Ἔριχναν μόνο ἀπὸ μακριὰ πυκνὲς ριπὲς ἀπὸ βέλη ποὺ σκέπαζαν τὸν οὐρανό. Καὶ δέχονταν ἐπίσης παρόμοιες καλοζυγισμένες ριπὲς ποὺ σπάνια ἀστοχοῦσαν. Ἐπιπλέον, δέχονταν βολὲς ἀπὸ πέτρες ποὺ ρίχνονταν ἀπὸ τοὺς καταπέλτες καὶ πού, καὶ μόνο ὁ συριγμός τους στὸν ἀέρα, τρομοκρατοῦσε τοὺς βαρβάρους….»

 

Αὐτὰ διαβάζοντας καὶ βλέποντας τὸ θαλάσσιο τεῖχος, δὲν μπορεῖ κανεὶς παρὰ νὰ κοιτᾶ μὲ συγκατάβαση τοὺς χιπστεράδες Ἀριστερούς (γέρους καὶ νέους), ὑποτίθεται διαβασμένους ἀλλὰ τῶν ὁποίων ὁ κόσμος ἔχει περιοριστεῖ στὰ 100-150 χρόνια τῆς ἰδεολογίας τους καὶ τῶν κειμένων μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολοῦνται. Τὸ μόνο ποὺ καταλαβαίνουν αὐτοὶ βλέποντας αὐτὰ τὰ τείχη εἶναι:

«Αόρατες και τυφλές πόλεις, πόλεις παρά θιν’ αλός, που δεν έβλεπαν τη θάλασσα»

καί

«Πόλεις φυλακές για τους ανθρώπους !!!!»

 

Ἕνας Ἀριστερός, ποὺ «ξέχασε» ὅτι τὰ τείχη αὐτὰ γκρεμίστηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους πρὶν ἀπὸ τὸ 1912, γράφει:

«κουκλα η σαλονικη πριν την κατακτηση της απο τους βαρβαρους νεοελληνες…»

Βλέπουν τὰ τείχη, καὶ δὲν συλλογίζονται οὔτε στιγμὴ τὸ λόγο τῆς ὕπαρξής τους οὔτε τὴν ἱστορία ποὺ καθορίστηκε σὲ αὐτά. Τί ἀστεῖο: Ὅσοι ὁρκίζονται σὲ τσιτάτα τοῦ τύπου «Τὸ κοινωνικὸ Εἶναι παράγει τὴ Συνείδηση», στὴν πραγματικότητα προτιμοῦν, ἀντὶ γιὰ τὴν Ἱστορία, τὴν βολικὴ ζεστασιὰ τῆς φωλιᾶς τους, τῆς ἑκάστοτε Φιλοσοφίας τους, ἡ ὁποία φιλοσοφία δὲν χρειάζεται ἀποδείξεις οὔτε τῆς καίγεται καρφὶ ἂν ἐπιβεβαιώνεται ἱστορικῶς ἢ ὄχι.

Οἱ Ἀριστεροὶ τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ καίγονται μόνο γιὰ τὸ ἂν θὰ κάνουν δωρεὰν βόλτες στὴν παραλία ρεμβάζοντας, δὲν μποροῦν νὰ σκεφτοῦν γιατί οἱ πόλεις εἶχαν τείχη, καὶ ἀπὸ ποιὸν τὶς προστάτευαν αὐτά. Δὲν μποροῦν νὰ φανταστοῦν ὅτι ἡ πόλη ὅριζε τὸν πολιτισμὸ κι ὅτι ἔξω ἀπὸ αὐτὴν ὑπῆρχε ἡ φύση, ἡ ἀγριότητα, ὁ μὴ πολιτισμός, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ πολιτισμὸς-πόλη προστατευόταν μὲ τὰ τείχη. Δὲν μποροῦν νὰ ἀντιμετωπίσουν παρὰ ὡς φυλακὴ τὴν προνεωτερικὴ προστασία μιᾶς πόλης. Ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶναι ὡραῖα βολεμένοι στὸν 21ο αἰώνα, μέσα στὴν μαζικοδημοκρατικὴ θαλπωρή τους, καὶ τὸ ἀναρχομαζικοδημοκρατικὸ «Σήμερα εἴμαστε, αὔριο δὲν είμαστε» (μαζὶ μὲ τὸ «Μιὰ ζωὴ τὴν ἔχουμε κι ἂν δὲν τὴν γλεντήσουμε» τῶν ἀπολίτικων μικροαστῶν ἐχθρῶν τους), δὲν μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ὁ μικρούλης κόσμος τους, τῶν 100 χρόνων, δὲν εἶναι ὁ πραγματικὸς κόσμος, ἀλλὰ εἶναι κάτι πολὺ ἀσήμαντο καὶ πρόσκαιρο μπροστὰ στὸν κόσμο τῶν 1.500 καὶ 2.000 χρόνων ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὰ βυζαντινὰ θαλάσσια τείχη. Ἡ ἀπέραντη μιζέρια τους τοὺς κάνει νὰ κοροϊδεύουν αὐτὸ μπροστὰ στὸ ὁποῖο εἶναι ἀνύπαρκτοι -αὐτοὶ καὶ ἡ κοσμοθεώρησή τους.

Πῶς νὰ ἐξηγήσεις σὲ κάποιον γιὰ τὴν ἀνυπαρξία τειχῶν στὴν πρώιμη Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία καὶ κατόπιν γιὰ τὸ γρήγορο χτίσιμο τειχῶν σὲ ὅλες τὶς πόλεις ἀπὸ τότε ποὺ οἱ βάρβαροι ἀσταμάτητα ἄρχισαν νὰ εἰσβάλουν στὴν Αὐτοκρατορία, μετὰ τὸν 3ο αἰ. μ.Χ.; Κάτι τέτοιο ξεπερνᾶ τὸν Ἀριστερό (καὶ ἀριστερὸ χιπστερά) ποὺ ἁπλὰ θέλει εὐάερη, εὐήλια πόλη καὶ ποδηλατάδα ἢ μπυρίτσα στὴν Νέα Παραλία.

Ὅ,τι ξεπερνᾶ τὰ 150 χρόνια του, εἶναι κακό, εἶναι «φυλακή», εἶναι «τυφλὴ πόλη» ποὺ δὲν ἐκμεταλλεύεται τὴ θάλασσα ἀλλὰ «κλείνεται», «φυλακίζεται»: Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ θάλασσα αὐτὴ σὲ κεῖνα τὰ χρόνια δὲν ἔφερνε φιλάκια κι ἀγκαλιὲς μὲ τὴν γκομενίτσα ἀλλὰ πειρατές, Σαρακηνούς, σλαβικὰ μονόξυλα, Νορμανδούς, ἔφερνε σφαγή, βιασμό, αἰχμαλωσία, λεηλασία, ἐμπρησμό, εἶναι κάτι ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μικρούλι μυαλουδάκι τους. Γιὰ κανὰ μπαράκι καὶ καμμιὰ ἐρημικὴ ταβέρνα ἢ ρεμβασμὸ στὴ θάλασσα (μετὰ τὸ μεταπτυχιακό) εἶναι ἱκανοὶ μόνο. Ὅ,τι δὲν ζοῦν δὲν ὑπῆρξε παρὰ ὡς Δυστυχία κι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Σκοπὸ τῆς Ζωῆς, δὲν ὑπάρχει, καὶ ἡ ὕπαρξή του ἦταν μιὰ συντηρητικὴ ἠλιθιότητα.

Ἐννοεῖται ὅτι δὲν νοιώθουν κανένα σεβασμὸ γιὰ ἕνα κτίσμα 1.500 ἐτῶν, ἕνα ἀρχιτεκτονικὸ κομψοτέχνημα ἀπὸ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα, αὐτοὶ ποὺ στριγκλίζουν μὲ τὸ ἑβραϊκὸ νεκροταφεῖο ἀλλὰ ὄχι καὶ τὰ θεσσαλονικιώτικα χριστιανικὰ νεκροταφεῖα τῆς Τουρκοκρατίας. Ἄλλωστε, ἀφοῦ τὰ γκρέμισαν οἱ Τοῦρκοι, οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ, τὸ γκρέμισμα ἦταν γιὰ καλό.

Μόνο λύπηση κι ἀπέραντος οἶκτος ἀξίζει σὲ ὅσους ὅλος ὁ κόσμος τους εἶναι ὁ μεταπολεμικός, μὲ τὰ βάσανά τους, τῆς πολυκατοικίας ἢ τοῦ ταξικοῦ ἀγώνα ἢ τοῦ «ὅ,τι φᾶμε κι ὅ,τι πιοῦμε…».

 Υ.Γ. Κάτι κουταμάρες, πὼς ἡ πόλη ἀνάσανε μὲ τὸ γκρέμισμα τῶν βυζαντινῶν τειχῶν, δὲν ἰσχύουν. Μεταξὺ 1860-1870 γκρεμίστηκαν τὰ θαλάσσια τείχη, ἀλλὰ οἱ ἐπιδημίες χολέρας καὶ πανούκλας, καὶ οἱ πυρκαγιές, συνεχίστηκαν ὣς τὸ 1911 καὶ τὸ 1891, ἀντίστοιχα. Ἦταν ἡ ἔλλειψη ἀστικοῦ πολιτισμοῦ (ἀποχέτευση, ὕδρευση) τῶν κυρίαρχων ἐθνοτικῶν στοιχείων τῆς Τουρκοκρατίας στὴ Θεσσαλονίκη κι ὄχι τὰ βυζαντινὰ τείχη τὸ πρόβλημα τῆς πόλης. Στὰ βυζαντινὰ χρόνια δὲν ἀναφέρεται ἐπιδημία πάνω ἀπὸ μιὰ φορὰ, ἐνῶ στα (ὑποδιπλάσια) ὀθωμανικά, οἱ ἐπιδημίες εἶναι δεκάδες (χρόνο παρὰ χρόνο, σχεδόν).

*Τη φωτογραφία βρῆκε σὲ οὐγγρικὰ ψηφιακὰ ἀρχεῖα ἕνα μέλος τῆς Ὁμαδας τῶν παλιῶν φωτογραφιῶν τῆς Θεσσαλονίκης.

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, Άραβες, Αριστερά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες, Ρωμανία, Σαν παραμύθια, Σλάβοι, βυζαντινή αρχιτεκτονική and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Θαλάσσια τείχη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ μοντέρνοι Ἀριστεροὶ τῆς πόλης

  1. Παράθεμα: Πάμε βόλτα – manolisgvardis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s