Κ. Καρυωτάκης, ἕνα ποίημα

Φύγε κι ἄσε με μοναχό, ποὺ βλέπω νὰ πληθαίνει

ἀπάνω ἡ νύχτα, καὶ βαθιὰ νὰ γίνονται τὰ χάη.

Οὔτε τοῦ πόνου ἡ θύμηση σὲ λίγο πιὰ δὲ μένει,

κι εἶμαι ἄνθος ποὺ φυλλοροεῖ στὸ χέρι σου καὶ πάει.

 

Φύγε καθὼς τὰ χρόνια κεῖνα ἐφύγανε, ποὺ μόνον

μιὰ λέξη σου ἦταν, στὴ ζωή, γιὰ μένα σὰν παιάνας.

Τώρα τὰ χείλη μου διψοῦν τὸ φίλημα τῆς μάνας,

τῆς μάνας γῆς, καὶ ἀνοίγονται στὸ γέλιο τῶν αἰώνων.

 

Φύγε, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ τὴν ἄπειρη γαλήνη!

Τάράζει καὶ ἡ ἀνάσα σου τὰ μαῦρα τῆς Στυγὸς

νερά, ποὺ μὲ πηγαίνουν, ὅπως εἶμαι ναυαγός,

ἐκεῖ, στὸ ἀπόλυτο Μηδέν, στὴν Ἀπεραντοσύνη.

Advertisements
This entry was posted in ποίηση and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s