Ἄγγελος Σικελιανός, τρία ποιήματα

ΔΕΗΣΗ

Πνέμα τοῦ πόνου, ποὺ οἱ θλιμμένοι ἀγῶνες

Σὲ ὑψώσανε στῶν αἰώνων τοὺς αἰῶνες,

κ’ εὐδόκησες ν’ ἀστράψουνε οἱ κορόνες

τῶν ἀδυνάτων, ἄστρα·

 

πνέμα πανάγαθο, ἀπὸ τῆς ἀβύσσου

τοῦ Δικαίου ποὺ χαράζει ἡ δύναμή Σου,

κι ὡς τρικυμιὰ ἀνοιξιάτικη ἡ ὁρμή Σου

βροντάει στὰ κάστρα·

 

Κύριε, ποὺ φύσηξες στοῦ ὀχτροῦ τὰ μάτια

ἀφιόνι, νὰ χαθεῖ στὰ μονοπάτια

τῆς Δικαιοσύνης Σου, καὶ τὰ παλάτια

τοῦ ‘ριξες κάτου·

 

κ’ εἶδες ἡ γῆ τὴ Δόξα ν’ ἀναδίνει

τοῦ ἀγώνα Σου ἱερή, καὶ τὴ γαλήνη

μᾶς χάρισες ἡ ἁγνὴ θωριὰ ποὺ χύνει

τοῦ ἅγιου θανάτου·

 

ἄκου τοὺς λαοὺς ποὺ βοᾶν σὰν τὰ μελίσσια

ποὺ πνίγουνε στὸν Ὕμνο Σου τὴ λύσσα

τοῦ ὀχτροῦ, κ’ εἶν’ οἱ δέησές τους κυπαρίσσια

στὴ θεία τους θλίψη·

 

ἄκου πῶς βογκοῦν γιορτερὰ οἱ καμπάνες·

ἄκου πῶς χύνονται βαθιοὶ οἱ παιάνες·

ἄκου πῶς κλαῖν καὶ Σ’ εὐλογᾶνε οἱ μάνες·

ἄκου ἀπ’ τὰ ὕψη.

 

ἄκου ἀπ’ τὸν Ἄθω, ἄκου ἀπ’ τὸν Ὄλυμπο, ἄκου

ἀπὸ τὰ κορφοβούνια κι ἀπ’ τοῦ λάκκου

τὰ βύθη, ἀπὸ τὸ σκοῦσμα τοῦ κοράκου

ποὺ τρώει τὸ ψοφίμι·

 

ἄκου ἀπ’ τὰ πέλαα ‘ποὺ βαθιὰ ἀνασαίνουν

τὰ νέα νησιὰ ποὺ ἀπ’ τὸ σεισμό Σου βγαίνουν

καὶ στὰ καράβια Σου τὴ Δόξα δένουν

πλώρα καὶ πρύμη·

 

ἀπὸ τὴ Σαμοθράκη Σου ‘που ἡ Νίκη

ρίχνει κραυγὴ καὶ ἀχὼ στὴ Σαλονίκη,

κ’ ἔχ’ ἡ βοή της τὴν ἱερή Σου φρίκη·

τοῦ Δικαίου Μάνα,

 

ἄκου, κ’ εὐλόγα! Ὡς στάχυα γείραμε ὅλοι

στὸ μεγάλο ἄξαφνό σου δροσοβόλι.

Κατέβα, Δίκαιε! Σάλεψε στὴν Πόλη!

Κάμε ν’ ἀκούσουμε, ν’ ἀκούσουμε ὅλοι,

καὶ τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς Σου τὴν καμπάνα!

 

ΠΡΩΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Στὸν πετρωμένο σου οὐρανό, στοῦ θόλου σου τὴν ἄβυσσο κλεισμένη,

σὰ μυριοκάντηλο ἡ φυλή – λαμπάδα ὁ κάθε λόγος ! – ἁπλωμένη

κληματαριὰ ποὺ κλάδεψαν καὶ πυκνοστάζει, καίει καὶ περιμένει!

 

Μὰ ἐκεῖ ποὺ τῶν Ἀρχαγγέλων τὰ ὁλόγεμα φτερούγια εἶν’ ἀνοιγμένα

στὸ ἀδάμαστό τους πέταμα, σὰν καραβιῶν πανιὰ σταματημένα,

σὰ χελιδόνι πὄπεσεν ἀπ’ τὴ φωλιά του, δέξου, Ναέ, κ’ ἐμένα!

 

Χωρᾶς με! Ἀπ’ τὰ σαράντα σου παράθυρα, Μητέρα τῶν αἱμάτων,

ὁ ἀγγελοπόταμος περνᾶ σφοδρὸς τῶν μυστικῶν σου τῶν Ταγμάτων,

κι ὡσὰν ἡλιοβασίλεμα φλογίζεται ὁ Χορὸς τῶν Ἀσωμάτων!

 

Χωρᾶς με! Κι ὡς ἐλεύτερο τοῦ λειτουργοῦ τὸ χέρι, ὅπου κι ἂν γείρει,

κυματιστὸ τὸ θυμιατὸ φτερώνει μέσ’ ἀπ’ τὸ λιβανιστήρι,

κι ἂς εἶν’ τὰ Τετραβάγγελα σὰν κάστρα κι ὡς βωμὸς τ’ Ἅγιο Ποτήρι,

 

εἴτε πυκνώσει ὁ Λόγος μου σὰ σύγνεφο πρὸς τὰ ὕψη σου, εἴτε μόνο

διανεμιστεῖ στὶς πλάκες σου, ἢ σπάσει ὀμπρὸς στὸν τρομερό σου Θρόνο,

τραβᾶς με, ὡς τοῦ χινόπωρου τὸ χῶμα ὅλα τὰ φύλλα ἀπὸ τὸν κλῶνο!

 

Τὰ τετρακόσια σήμαντρα, κι ἂν βογκοῦνε, δὲν πνίγουν τὴν ἀκοή μου,

τὶ, σὰν ἀσάλευτου δεντροῦ, στὴν Πίστη σου ὅλη ρίζωσεν ἡ ζωή μου

σὰν πλάτανος καταμεσῆς χειμάρρου – κ’ εἶν’ ὁ χείμαρρος ἡ πνοή μου!

 

Στὸν πετρωμένο σου οὐρανό, στὴν ἄβυσσο τοῦ θόλου σου κλεισμένη

ἡ Ἑλλάδα ὡς πολυκάντηλο – κάθε ψυχὴ λαμπάδα! – ὡς κλαδεμένη

κληματαριά, σταζοβολάει ἀκόμα ἀκράτον αἷμα – καὶ προσμένει! …

 

Τὰ ἔργα τῆς γῆς τὰ ξέρουμε, μὲ νεῦρο καὶ καρδιὰ δοκιμασμένα,

– ἀπ’ τ’ ὄργωμα ὣς τὸ πέταμα κι ἀπ’ τ’ ὄνειρο ὣς τὸ θάμα – καὶ κανένα

δὲν εἶναι νὰ μὴ γεύτηκε γεμάτα τὸ κορμί μας καὶ τὰ φρένα.

 

Σὰ δίστομο ἔγινε σπαθὶ πόθος κ’ εὐχὴ στ’ ἀντρίκειο μας τὸ χέρι·

κ’ ἡ προσμονή μας ἤτανε καθὼς τὸ λάβρο τοῦ ἥλιου μεσημέρι

ὁποὺ ὡριμάζει ὁλάκερο, γιὰ θέρο καὶ γιὰ τρύγο, καλοκαίρι!

 

Τὰ ἔργα της γῆς τὰ ξέρουμε – κ’ ἡ Πίστη τά ‘πεν ὅλα εὐλογημένα –

μά, ὡς σὲ Σειρήνων ἄκουσμα, συχνὰ ἤτανε τὰ χέρια μας δεμένα

γιὰ τὰ ἔργα τ’ ἀκριμάτιστα, τὰ τρόπαια τὰ αἱματοτσακισμένα…

 

Ἀθρόα χαρά, καρδιᾶς σεισμέ, τὴν ἅρπα, τὸ ψαλτήριο, τὴν κιθάρα

δῶστε μου, τὰ ξαφτέρουγα – καληώρα! – ν’ ἀνεμίσω τὴ λαχτάρα,

τὴ μαργαριταρόπλεχτη σὰ ἰδοῦμε, Ἁγια-Σοφιά, μπροστά μας Τιάρα!

   

      ΜΑΝΤΕΜΑ

   Γιὰ τὴν Ἑλλάδα πάλεψεν ἡ Ἑλλάδα

– τοῦ Βυζαντίου χλωμὸ τῆς δίνουν αἰώνα,

   καὶ μὴδὲ πὄχει πεθαμένου ἀχνάδα ! …

   Στὰ πετράδια ἂν ἐπνίγηκε ἡ κορόνα

 

   ποὺ γιὰ μιὰ μέρα φάνηκε κολόνα,

   ποὺ γιὰ μιὰν ὥρα ἐφλόγισε σὰ δάδα,

   στὸ ματοκυλισμένο τὸν ἀγώνα

   γιὰ την Ἑλλάδα πάλεψεν ἡ Ἑλλάδα!

 

   Φτάσε, φωνή μου, ὅπου δὲ φτάνει βόλι !

   Κύκνου λαχτάρα μάταια δὲν προσμένει

   νὰ τραγουδήσει μιὰν αὐγὴ στὴν Πόλη !

 

   Μὰ ἀλί, παλιάτσοι, τρέμετε τὴ μέρα

   ποὺ θὰ ρυαστεῖ σὰ λέαινα, στὸν ἀέρα,

   ἡ Ἑλλάδα ἡ αἱματοκυλισμένη!

Advertisements
This entry was posted in ποίηση, Ελλάδα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s