Πόλεμος, Μιλιταρισμός, Ντεφετισμός: Μὰρξ – Ἔνγκελς καὶ Λένιν

1. Ἡ ἀξία τῆς ἰμπεριαλιστικῆς κατάκτησης τῶν πρωτόγονων.

Οἱ Μὰρξ καὶ Ἔνγκελς (στὸ ἑξῆς Μ.-Ε.) ἐνδιαφέρονται γιὰ τὶς περιπτώσεις ὅπου μιὰ κατάκτηση θέτει τέρμα στὴν κοινωνικοοικονομικὴ καθυστέρηση τοῦ ἡττημένου. Στὶς περιπτώσεις αὐτές, δὲν ὑπάρχει κάποια ἀγανάκτηση κατὰ τοῦ κατακτητικοῦ πολέμου. «Ὅπως ἔγραφε ὁ Engels ἐξ ἀφορμῆς τοῦ κατακτητικοῦ πολέμου ἐναντίον τοῦ Μεξικοῦ, θά ‘πρεπε κανεὶς νὰ ἀφήνει στὴν ἄκρη τὶς στεῖρες ἠθικολογίες ὅταν ἕνας πόλεμος διεξάγεται ‘πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πολιτισμοῦ’. ‘Ἢ μήπως εἶναι ἀτύχημα τὸ ὅτι ἡ ὑπέροχη Καλιφόρνια ἀποσπάσθηκε ἀπὸ τοὺς ὀκνηροὺς Μεξικανούς, ποὺ δὲν ἤξεραν τί νὰ τὴν κάνουν; Ὅτι οἱ ἐνεργητικοὶ Γιάνκηδες μὲ τὴ γρήγορη ἐκμετάλλευση τῶν ὀρυχείων χρυσοῦ πολλαπλασίασαν τὰ μέσα κυκλοφορίας τοῦ κεφαλαίου’, ἔφτιαξαν πόλεις, πλοῖα καὶ σιδηρόδρομους, ‘καὶ θὰ δώσουν γιὰ τρίτη φορὰ στὴν ἱστορία νέα κατεύθυνση στὸ παγκόσμιο ἐμπόριο;’· ‘οἱ ἠθικὲς ἀρχὲς μπορεῖ νὰ παραβιάστηκαν στὴ μιὰ ἢ στὴν ἄλλη περίπτωση· ὅμως τί μετράει αὐτὸ ἀπέναντι σὲ τέτοια κοσμοϊστορικὰ γεγονότα;’» (Neue Rheinische Zeitung, αρ. 222, Der demokratische Panslawismus, 14 Φεβρουαρίου 1849, Marx Engels Werke, Diez, Βερολίνο1977, τ. 6, σ. 273:  «wird Bakunin den Amerikanern einen „Eroberungskrieg» zum Vorwurf machen, der zwar seiner auf die „Gerechtigkeit und Menschlichkeit» gestützten Theorie einen argen Stoß gibt, der aber doch einzig und allein im Interesse der Zivilisation geführt wurde? daß die energischen Yankees durch die rasche Ausbeutung der dortigen Goldminen die Zirkulationsmittel vermehren, an der gelegensten Küste des stillen Meeres in wenig Jahren eine dichte Bevölkerung und einen ausgedehnten Handel konzentrieren, große Städte schaffen, Dampfschiffsverbindungen eröffnen, eine Eisenbahn von New York bis San Francisco anlegen, den Stillen Ozean erst eigentlich der Zivilisation eröffnen, und zum dritten Mal in der Geschichte dem Welthandel eine neue Richtung geben werden? Die „Unabhängigkeit» einiger spanischen Kalifornier und Texaner mag darunter leiden, die „Gerechtigkeit» und andre moralische Grundsätze mögen hie und da verletzt sein; aber was gilt das gegen solche weltgeschichtliche Tatsachen?). Ὁ Μ. ἀναφερόμενος στὴ βρετανικὴ κατάκτηση τῆς Ἰνδίας ὑποστηρίζει: «Τὸ ζήτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι ἂν οἱ Ἄγγλοι εἶχαν δικαίωμα νὰ κατακτήσουν τὴν Ἰνδία, ἀλλὰ ἐὰν προτιμοῦμε νὰ εἶχε κατακτηθεῖ ἡ Ἰνδία ἀπὸ τοὺς Τούρκους, τοὺς Πέρσες, τοὺς Ρώσους κι ὄχι ἀπὸ τοὺς Βρετανούς» (New-York Daily Tribune, “The Future Results of British Rule in India”, 8 Αὐγούστου 1853). Καί: «Προκαλώντας ἡ Ἀγγλία μιὰ κοινωνικὴ ἐπανάσταση στὶς Ἰνδίες κινητοποιήθηκε μόνο ἀπὸ τὰ κατώτερα ἐνδιαφέροντά της, καὶ φέρθηκε ἀνόητα μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὰ προώθησε. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, μπορεῖ ἡ Ἀνθρωπότητα νὰ πραγματοποιήσει τὸν προορισμὸ της χωρὶς μιὰ θεμελιώδη ἐπανάσταση στὸ κοινωνικὸ καθεστὼς τῆς Ἀσίας; Ἂν δὲν μπορεῖ, τότε ὅσα καὶ νὰ ἦταν τὰ ἐγκλήματα τῆς Ἀγγλίας, αὐτὴ ἦταν τὸ ἀσυνείδητο ἐργαλεῖο τῆς Ἱστορίας στὴν ἐμφάνιση αὐτῆς τῆς ἐπανάστασης» (New-York Daily Tribune, “The British Rule in India”, 25 Ἰουνίου, 1853). Σὲ ἄρθρο του στὴν ἀγγλικὴ ἐφημερίδα The Northern Star (“Extraordinary Revelations”, 22-1-1848), ὁ Ἔ. γράφει ὅτι ἡ γαλλικὴ κατάκτηση τῆς Ἀλγερίας ἦταν «ἕνα σημαντικὸ καὶ εὐτυχὲς γεγονὸς γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ», ἀφοῦ ἡ πειρατεία στὴν ὁποία ἐπιδίδονταν τὰ «βαρβαρικὰ κράτη» τῆς Β.Δ. Ἀφρικῆς στὴ Μεσόγειο «μόνο μὲ τὴν κατάκτησή τους μποροῦσε νὰ τερματιστεῖ». «Κι ἂν λυπόμαστε ποὺ ἡ ἐλευθερία τῶν Βεδουίνων τῆς ἐρήμου χάθηκε, δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι αὐτοὶ οἱ Βεδουίνοι ἦταν ἕνα ἔθνος ληστῶν» (“The conquest of Algeria is an important and fortunate fact for the progress of civilisation. The piracies of the Barbaresque states, never interfered with by the English government as long as they did not disturb their ships, could not be put down but by the conquest of one of these states. And the conquest of Algeria has already forced the Beys of Tunis and Tripoli, and even the Emperor of Morocco, to enter upon the road of civilisation. They were obliged to find other employment for their people than piracy, and other means of filling their exchequer than tributes paid to them by the smaller states of Europe. And if we may regret that the liberty of the Bedouins of the desert has been destroyed, we must not forget that these same Bedouins were a nation of robbers”). Ἡ κατάκτηση εἶναι καλὴ ἐφόσον προωθεῖ καλοὺς σκοπούς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ Μὰρξ καταδίκαζε τοὺς πολέμους τῶν καταπιεστικῶν ἐθνῶν κατὰ τῶν καταπιεζόμενων ἐθνῶν. Ὁ πόλεμος τῆς Ἀγγλίας κατὰ τῆς Κίνας ἦταν «ἄκρως ἄδικος» (New York Daily Tribune, “Whose Atrocities?”, 10 Ἀπριλίου 1857, “this most unrighteous war”). Γιὰ τὸν Ἔνγκελς, ὁ πόλεμος τῆς Αὐστρουγγαρίας κατὰ τῆς Ἰταλίας ἦταν «ἀντιδραστικὸς πόλεμος» (Deutsche-Brüsseler-Zeitung, αρ. 16, 24 Φεβρουαρίου 1848, “Ein Wort an die «Riforma»”, “reaktionäre Kriege”).

Ἔτσι, οἱ κατακτητικοὶ πόλεμοι τῆς Ἀγγλίας, τῶν ΗΠΑ καὶ τῶν ἄλλων Μ. Δυνάμεων ἐναντίον μικρῶν ἢ ἀδύναμων ἐθνῶν θεωροῦνται «ἄκρως ἄδικοι» ἢ παύουν νὰ θεωροῦνται ἄδικοι ὅταν (ὑποτεθεῖ ὅτι) ἡ κατάκτηση ὠφελεῖ τὸν «Πολιτισμό». Στὴ δεύτερη περίπτωση, ἡ γνωστὴ ἀριστερίστικη καὶ μαρξιστικὴ ρητορεία ἐναντίον τῶν κατακτητικῶν πολέμων, μὲ αὐτὸ τὸ ὕφος ἠθικῆς ἀνωτερότητας καὶ πάθους γιὰ Εἰρήνη, ὀφείλεται μόνο σὲ ἄγνοια ἢ στὴν ἀπόκρυψη τῆς ἀνυπαρξίας τέτοιων «ἠθικῶν αἰτημάτων» καὶ ἠθικῶν κριτηρίων ἀπὸ τοὺς Μ.-Ε. Στὴν πραγματικότητα, οἱ Μ.-Ε. ἔκαναν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα (δὲν θὰ μάθουμε) αὐτὸ γιὰ τὴ διάπραξη τοῦ ὁποίου κατηγοροῦσαν τοὺς φιλελεύθερους ἀστοὺς ἐχθρούς τους. Ἠθικολογοῦσαν ὅποτε τοὺς συνέφερε, δηλαδὴ ὅποτε συνέφερε τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς σκοπούς τους, ἐνῶ ἄλλοτε παραμέριζαν τὴν ἠθικολογία ὅποτε οἱ σκοποί τους τὸ ὑπαγόρευαν. Αὐτὸ δὲν εἶναι αὐτὸ καθεαυτὸ κάτι παράξενο, ὅλοι τὸ κάνουν. Προβληματικὴ εἶναι μόνον ἡ στάση τῶν σημερινῶν Ἀριστερῶν (ὁ ὅρος περιλαμβάνει τοὺς πάντες), ποὺ φορώντας μόνοι τους τὸ φωτοστέφανο τοῦ ἀντιιμπεριαλιστῆ καὶ τοῦ «ἐνάντιου στοὺς (ἐνν. κατακτητικούς) πολέμους» ξαποστέλλουν τὶς κατάρες τους κατὰ τῶν «ἄδικων εἰσβολέων», τῶν «ἐθνικιστῶν», τῶν «ἰμπεριαλιστῶν» καὶ ἄλλων σατανικῶν ὄντων. Ἐνῶ οἱ Μ.-Ε. κατακρίνουν, στὴν περίπτωση τοῦ Ἀνατολικοῦ Ζητήματος, τὸν ἠθικισμό, δηλαδὴ τὸν ρομαντικὸ φιλελληνισμὸ καὶ «ἐξωτικὸ» φιλοτουρκισμὸ τῶν Δυτικῶν, καὶ συνεπῶς κατακρίνουν τὴν ἀντίληψη τῆς πολιτικῆς βάσει τοῦ ρομαντισμοῦ ἀντὶ τῆς κυνικῆς γεωπολιτικῆς, οἱ ἴδιοι πάμπολλες φορὲς προκειμένου νὰ πείσουν γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών τους γιὰ τὸ παραπάνω ζήτημα, χρησιμοποιοῦν ἠθικιστικὰ ἐπιχειρήματα π.χ. ἐπικαλούμενοι τὸν βάρβαρο χαρακτήρα Ἑλλήνων καὶ Νοτιοσλάβων. Φυσικά, καὶ οἱ σημερινοὶ Ἀριστεροὶ εἶναι τόσο δασκαλεμένοι καὶ ἔμπειροι σοφιστὲς ὅσο οἱ Μ.-Ε., καὶ δὲν εἶναι τόσο ἀφελεῖς. Ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ στρατιωτικὲς ἐνέργειες τῆς ΕΣΣΔ ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου κομμουνιστικοῦ κράτους, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδεολογικὲς προτιμήσεις τοῦ καθενός, ὑπερασπίζονταν τὶς εἰσβολὲς αὐτὲς ὡς ἠθικές, δίκαιες, ἐνῶ ὅταν οἱ εἰσβολὲς καὶ οἱ πόλεμοι γίνονταν ἀπὸ τὸν μισητὸ ἐχθρό, οἱ Ἀριστεροὶ φοροῦσαν τὴν προβιὰ τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν. Ἐφόσον ὁ πόλεμος μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν Ἐπανάσταση, εἶναι καλός. Διαφορετικά, εἶναι ἀσύμφορος γιατὶ ἀνακόπτει τὴν ἐξέλιξη τοῦ κομμουνιστικοῦ κινήματος καὶ τὴ γυρίζει πολλὰ χρόνια ἢ δεκαετίες πίσω. Αὐτὸ ἀφορᾶ ὄχι μόνο πολέμους μεταξὺ ἰσοδύναμων μεγάλων κρατῶν ἀλλὰ καὶ ἀπελευθερωτικοὺς πολέμους ὑποταγμένων ἐθνῶν. Ἀπουσιάζει, δηλαδή, ἡ ἠθικολογία ποὺ διακρίνει σήμερα τοὺς Μαρξιστές, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς εἰρηνιστὲς μαχόμενοι τὸν μιλιταρισμό. Ἂν οἱ Ἀριστεροὶ σήμερα, ἔχουν τέτοια «πάντα φιλειρηνική», ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀριστεροσύνη τους καὶ τὸν Μαρξισμό, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν μαζικοδημοκρατικὴ ἀνάμειξη, στὰ μυαλά τους, τοῦ Μαρξισμοῦ μὲ τὸν ἀστικὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ τὶς μεταπολεμικὲς ἡδονιστικὲς πρακτικὲς καὶ στάσεις ζωῆς (Μάης ’68 κ.λπ.). Ἔτσι, ὁ Ἔνγκελς πιστεύει ὅτι μιὰ στρατιωτικὴ ἀνάσχεση τῆς Ρωσίας θὰ βοηθήσει τὴν παγκόσμια Ἐπανάστταση (κείμενο στὶς 14-9-1886). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὶς 22/25-2-1882, ὑποστηρίζει ὅτι (α) ἡ Ἐπανάσταση εἶναι κοντά, καὶ (β) ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Νοτιοσλάβων θὰ γίνει ἀπὸ τὴ Ρωσία καθὼς καὶ ὅτι οἱ Νοτιοσλάβοι ἀναπόφευκτα βλέπουν τὸν Τσάρο ὡς τὸν μοναδικὸ ἀπελευθερωτή τους· ἄρα, καταλήγει, ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Νοτιοσλάβων βλάπτει τὴν Ἐπανάσταση: «Γιὰ μιὰ φούχτα Ἐρζεγοβίνους νὰ ξεκινήσεις ἕναν παγκόσμιο πόλεμο, ποὺ θὰ στοιχίσει 1.000 φορὲς περισσότερους ἀνθρώπους ἀπὸ ὅσους ζοῦνε στὴν Ἐρζεγοβίνη –δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ δική μου ἀντίληψη γιὰ τὴν πολιτικὴ τοῦ προλεταριάτου». Ἐπίσης (ὅ.π.): «Ἂν ἀπὸ τὴν ἐξέγερση αὐτῶν τῶν λεβέντηδων [τῶν Βαλκάνιων λαῶν] ἀπειλεῖ νὰ φουντώσει ἕνας παγκόσμιος πόλεμος ποὺ θὰ μᾶς καταστρέψει ὁλόκληρη τὴν ἐπαναστατική μας κατάσταση, τότε πρέπει καὶ αὐτοὶ καὶ τὸ δικαίωμά τους γιὰ ζωοκλοπὴ νὰ θυσιαστοῦν ἀνελέητα στὰ συμφέροντα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ προλεταριάτου». Τὴν ἴδια χρονιὰ ὡστόσο, γράφει ὅτι ναὶ μέν, «Ἕνας παγκόσμιος πόλεμος θὰ ἐρχόταν ἄκαιρα γιὰ ἐμᾶς», ἀλλὰ ὅτι τὸ «ἄκαιρα» δὲν θὰ ἦταν ἀρνητικὸ σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δηλαδὴ ὅτι ἀκόμη κι ἕνας τέτοιος πόλεμος «θὰ ἔβαζε μιὰ γιὰ πάντα τέρμα στὸν μιλιταρισμό…Μετὰ δὲν θὰ ἦταν πιὰ δυνατὸς ὁ πόλεμος». Ἀλλοῦ (14-9-1886) ἐκφράζει μιὰ παραλλαγὴ τῆς παραπάνω ἄποψης: «Ὁ πόλεμος θὰ ἔριχνε ἀρχικὰ πίσω τὸ κίνημά μας σ’ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη, σὲ πολλὲς χῶρες θὰ τὸ διέλυε ὁλοκληρωτικά, θὰ ὑπέθαλπε τὸν σωβινισμὸ καὶ τὸ ἐθνικὸ μίσος…θάπρεπε νὰ ξαναρχίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχή». Ὅταν ὁ πόλεμος φαντάζει ἀπειλητικὸς γιὰ τὸν κομμουνισμό, τότε «Αὐτὸς ὁ πόλεμος θὰ τὰ σβήσει ὅλα … Κι ἀκόμα καὶ στὴ Γερμανία μπορεῖτε νὰ εἶστε βέβαιος ὅτι οἱ ἄνθρωποί μας ἢ θὰ ἑνώσουν τὶς φωνές τους μὲ τὰ πατριωτικὰ οὐρλιαχτὰ ἢ θὰ προκαλέσουν ἐναντίον τους μιὰν ἔκρηξη ὀργῆς». Γι’ αὐτὸ καὶ «Χρειαζόμαστε ἐπιτέλους μερικὰ ἀκόμα χρόνια ἥσυχης ἐξέλιξης κι ἐνίσχυσης, ἔτσι ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιθυμοῦμε μιὰ μεγάλη πολιτικὴ ἔκρηξη. Μιὰ τέτοια θὰ ἔριχνε τὸ κίνημά μας χρόνια ὁλόκληρα στὸ περιθώριο», γράφει (17-11-1885).

Ἔτσι, γιὰ τοὺς Μ.-Ε. ὁ πόλεμος ἄλλοτε δὲν συμφέρει κι ἄλλοτε συμφέρει. Δὲν τίθεται ἀπὸ αὐτοὺς ζήτημα ἀπόρριψης τοῦ διακρατικοῦ πολέμου ὡς ἀρχῆς. Ἀπὸ τέτοιες ἀβάσιμες ἐκτιμήσεις, ποὺ ἄλλαζαν κάθε δευτερόλεπτο, οἱ σημερινοὶ Μαρξιστὲς προσπαθοῦν νὰ ἐξάγουν συμπεράσματα στρατηγικῆς καὶ τακτικῆς. Ὁ Α΄ Π.Π. ὄχι μόνο δὲν ἀπέτρεψε τὸν Β’ Π.Π. ἀλλὰ ἦταν κι ἡ αἰτία γιὰ τὴν ἄνοδο μὴ ἐθνικιστικῶν ἰδεωδῶν.

2. Ντεφετισμός.

Ὁ Ἔνγκελς δὲν ὑποστηρίζει τὸν μεταγενέστερο ἐπαναστατικὸ ντεφετισμό (ἡττοπάθεια) τοῦ Α’ Παγκοσμίου, ἀλλὰ γράφει ὅτι «Ὅσοι ὑφίστανται ἥττα, ἔχουν τὴ δυνατότητα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπαναστατήσουν» (Ἐπιστολὴ στὸν Bonnier, 24 Ὀκτωβρίου 1892, M.E.W., τ. 38, σ. 503: “Wenn der Krieg ausbricht, werden diejenigen, die eine Niederlage erleiden, die Möglichkeit und die Pflicht haben, die Revolution durchzuführen”).

Αὐτὴ ἡ θέση διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι οἱ στρατευμένοι προλετάριοι πρέπει ἐξαρχῆς σὲ ἕναν διακρατικὸ πόλεμο νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἥττα τοῦ στρατοῦ στὸν ὁποῖο ἔχουν καταταγεῖ.

3. Ἡμέτερος ἐθνικισμός.

Τὸ παιχνίδι μὲ τὴν ἐπαναστατικότητα κάθε συγκεκριμένου πολέμου ἔκανε τοὺς Μ.-Ε. νὰ υἱοθετοῦν καὶ ἐθνικιστικὲς ἀπόψεις. Γράφει ὁ Μάρξ: «Μόνον ὁ πόλεμος μὲ τὴ Ρωσία εἶναι πόλεμος τῆς ἐπαναστατικῆς Γερμανίας, ἕνας πόλεμος ὅπου … μπορεῖ νὰ νικήσει τοὺς ἴδιους της τοὺς αὐταρχικοὺς ἡγεμόνες» (Neue Rheinische Zeitung, ἀρ. 42, “Die auswärtige deutsche Politik und die letzten Ereignisse zu Prag”, 12 Ἰουλίου 1848, M.E.W., τ. 5, σ. 202: “Nur der Krieg mit Rußland ist ein Krieg des revolutionären Deutschlands, ein Krieg, worin es die Sünden der Vergangenheit abwaschen, worin es sich ermannen, worin es seine eigenen Autokraten besiegen kann, worin es, wie einem die Ketten langer, träger Sklaverei abschüttelnden Volke geziemt, die Propaganda der Zivilisation mit dem Opfer seiner Söhne erkauft und sich nach innen frei macht, indem es nach außen befreit”). Παρομοίως, γιὰ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο τῆς Ἀγγλίας κατὰ τῆς Ρωσίας γράφει: «Τὸν τωρινὸ πόλεμο μὲ τὴ Ρωσία τὸν ἐπέβαλε στὴν ἀγγλικὴ όλιγαρχία ὁ λαός … κάποιος λαϊκὸς πόλεμος –κι ἕνας τέτοιος ἦταν δυνατὸς μονάχα μὲ τὴ Ρωσία» (Neue Oder Zeitung, 2-1-1855). Ὁ Ἔνγκελς γράφει: «Μὲ τὸ ἴδιο δίκαιο μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Γαλλία πῆρε τὴ Φλάνδρα, τὴ Λωρραίνη καὶ τὴν Ἀλσατία … μὲ τὸ ἴδιο δίκαιο ἡ Γερμανία παίρνει πίσω τὸ Σλέβιχ· εἶναι τὸ δίκαιο τοῦ πολιτισμοῦ ἐνάντια στὴ βαρβαρότητα, τῆς προόδου ἐνάντια στὴ στατικὴ σταθερότητα (Neue Rheinische Zeitung, ἀρ. 99, “The Danish-Prussian Armistice”, 10 Σεπτεμβρίου 1848). Ἀλλοῦ: «Εἶναι μιὰ ἐμμονὴ τῶν Γάλλων ὅτι ὁ Ρῆνος εἶναι ἰδιοκτησία τους, ἀλλὰ σ’ αὐτὴ τὴν ἀλαζονικὴ ἀπαίτηση, ἡ μόνη ἄξια ἀπάντηση τοῦ γερμανικοῦ ἔθνους εἶναι ‘Δῶστε πίσω τὴν Ἀλσατία καὶ τὴ Λωρραίνη’. Γιατὶ, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπανάκτηση τῆς γερμανόφωνης ἀριστερῆς ὄχθης τοῦ Ρήνου εἶναι ἕνα ζήτημα ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ὅτι ὁ ἐκγερμανισμὸς τῆς ἄπιστης Ὁλλανδίας καὶ τοῦ Βελγίου εἶναι πολιτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἐμᾶς. Θὰ ἀφήσουμε τὴ γερμανικὴ ἐθνότητα νὰ καταπιεστεῖ τελείως σὲ αὐτὲς τὶς χῶρες ἐνόσῳ οἱ Σλάβοι γίνονται ὅλο καὶ δυνατότεροι στὴν Ἀνατολή; Θὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ τὴ γερμανικότητα τῶν πιὸ ὡραίων ἐπαρχικῶν γιὰ νὰ ἀγοράσουμε τὴ φιλία τῆς Γαλλίας; Κατοχὴ ἡ ὁποία πάει ἕνα αἰώνα πίσω τὸ πολὺ καὶ δὲν ἀφομοίωσε ὅ,τι κατέκτησε; Θὰ ἀποδεχτοῦμε αὐτὸ καὶ τὶς συμφωνίες τοῦ 1815 ὡς κρίση τοῦ παγκόσμιου πνεύματος;» (Telegraph für Deutschland, ἀρ. 2, “Ernst Moritz Arndt”, Ἰανουάριος 1841, (M.E.W., τ. 41, σσ. 130-1: “Allerdings ist es eine fixe Idee bei den Franzosen, daß der Rhein ihr Eigentum sei, aber die einzige des deutschen Volkes würdige Antwort auf diese anmaßende Forderung ist das Arndtsche: „Heraus mit dem Elsaß und Lothringen!». Denn ich bin – vielleicht im Gegensatz zu vielen, deren Standpunkt ich sonst teile – allerdings der Ansicht, daß die Wiedereroberung der deutschsprechenden linken Rheinseite eine nationale Ehrensache, die Germanisierung des abtrünning gewordenen Hollands und Belgiens eine politische Notwendigkeit für uns ist. Sollen wir in jenen Ländern die deutsche Nationalität vollends unterdrücken lassen, während im Osten sich das Slawentum immer mächtiger erhebt? Sollen wir die Freundschaft Frankreichs mit der Deutschheit unserer schönsten Provinzen erkaufen; sollen wir einen kaum hundertjährigen Besitz, der sich nicht einmal das Eroberte assimilieren konnte; sollen wir die Verträge von 1815 für ein Urteil des Weltgeistes in letzter Instanz halten?“)). Σὲ γράμμα τοῦ Ἔνγκελς πρὸς τὸν Bebel μισὸ αἰώνα ἀργότερα (29-9-1891): «Ἂν ο πόλεμος μᾶς ἐπιβληθεῖ [σημ.: ἀπὸ τὴ Γαλλία] καὶ εἰδικὰ ὁ πόλεμος σὲ συμμαχία μὲ τὴ Ρωσία, πρέπει νὰ τὸν θεωρήσουμε ὡς ἐπίθεση στὴν ὕπαρξή μας καὶ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴ Γερμανία μὲ κάθε τρόπο … Ἂν νικηθοῦμε, κάθε ἐμπόδιο στὸν σωβινισμὸ καὶ σὲ πόλεμο ἀντεκδίκησης στὴν Εὐρώπη θὰ ἐξαλειφθεῖ γιὰ χρόνια. Ἂν ἡ Γερμανία νικήσει, τὸ κόμμα μας θὰ ἀνέλθει στὴν ἐξουσία. Γι’ αὐτό, ἡ νίκη τῆς Γερμανίας εἶναι νίκη τῆς ἐπανάστασης, καὶ ἂν γίνει τέτοιος πόλεμος, πρέπει ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν νίκη ἀλλὰ νὰ τὴν πετύχουμε μὲ κάθε μέσο» (M.E.W., τ. 38, σσ. 161, 162: “Die Leute müssen einsehn, daß ein Krieg gegen Deutschland im Bund mit Rußland vor allem auch ein Krieg gegen die stärkste und schlagfertigste sozialistische Partei in Europa ist und daß uns nichts übrigbleibt, als mit aller Macht auf jeden Angreifer, der Rußland hilft, loszuschlagen. Denn entweder unterliegen wir, und dann ist die sozialistische Bewegung in Europa auf 20 Jahre kaputt […] wir aber, wenn uns Krieg aufgezwungen wird, und zwar Krieg im Bund mit Rußland, darin einen Angriff auf unsre Existenz sehn und uns mit allen Mitteln verteidigen müssen […] Werden wir geschlagen, so ist dem Chauvinismus und Revanchekrieg in Europa Tür und Tor geöffnet auf Jahre hinaus. Siegen wir, so kommt unsre Partei ans Ruder. Der Sieg Deutschlands ist also der Sieg der Revolution, und wir müssen ihn, kommt’s zum Krieg, nicht nur wünschen, sondern mit allen Mitteln befördern”). Τὸ γράμμα αὐτὸ σίγουρα φέρνει στὴ μνήμη τὶς κατηγορίες γιὰ σοσιαλπατριωτισμὸ κατὰ τῶν «ξεπουλημένων σοσιαλδημοκρατῶν» στὴν ἔναρξη τοῦ Α’ Π.Π., στοὺς ὁποίους, γιὰ κάποιον παράξενο λόγο, δὲν συμπεριλαμβάνεται ὡς ὁμοϊδεάτης ὁ Ἔνγκελς. Ἐπίσης, φέρνει στὴ μνήμη ὅλες τὶς τωρινὲς ἀστειότητες τῶν ἑλλήνων Ἀριστερῶν , ποὺ μὴ τυχὸν δοῦν ἀριστερὴ ὑπεράσπιση καὶ ἐνδυνάμωση τοῦ ἐθνοκράτους, κι ἀρχίζουν νὰ κατηγοροῦν ὅσους πιστεύουν γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὅ,τι ὁ Ἔνγκελς γιὰ τὴ Γερμανία. Δὲν καταλαβαίνει κάποιος πῶς ἡ νίκη τῆς Γερμανίας ἐπὶ τῆς Γαλλίας μαγικὰ θὰ ἔφερνε στὴν ἐξουσία τοὺς γερμανοὺς Κομμουνιστές. Βεβαίως, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἥττα τῆς Γερμανίας ἔφερε τὸν Χίτλερ. Σὲ κάθε περίπτωση, οἱ προσδοκίες δὲν ἦταν βάσιμες.

Ἀσφαλῶς, δὲν λείπει, ἤδη ἐξαρχῆς, ἀπὸ τοὺς Μ.-Ε. τὸ γνωστὸ μοτίβο ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι τρόπος ἀποπροσανατολισμοῦ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν κυβέρνησή του. Ὁ Μὰρξ πίστευε ὅτι ἕνας πόλεμος τῆς Πρωσίας κατὰ τῆς Δανίας θὰ μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση «Ὡς ἁπλὸς ἀρωγὸς τῶν πατριωτικῶν περισσευμάτων δυνάμεως τῆς γερμανικῆς νεολαίας» (Neue Rheinische Zeitung, ἀρ. 169, “Die Bourgeoisie und die Konterrevolution”, 15 Δεκεμβρίου 1848). Γιὰ τὸν Ἔνγκελς, «Ἡ ρωσικὴ κυβέρνηση, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη, ὅταν ἀντιμετωπίζει ἰσχυρὴ λαϊκὴ ἀντίσταση, διέθετε μονάχα μιὰ διέξοδο, δηλαδὴ τὸν πόλεμο ἐναντίον ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν» (“Die europäischen Arbeiter im Jahre 1877”, 2ος-3ος/1878, “Es gab für die russische Regierung nur einen Weg der Rettung, den Weg, der sich allen Regierungen anbietet, die sich einem überwältigenden Widerstand des Volkes gegenüber befinden – den Krieg nach außen”). «Τὴν ἐποχὴ τοῦ Κριμαϊκοῦ Πολέμου ὁ Μὰρξ ἦταν πεπεισμένος ὅτι ὁ Βοναπάρτης δὲν εἶχε ἄλλη ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση στὸ ἐσωτερικὸ ἢ τὸν πόλεμο στὸ ἐξωτερικό» (New York Daily Tribune, “Parliamentary Debates”, 13 Μαρτίου 1854). Ὁπωσδήποτε, ἀπουσιάζει στοὺς Μ.-Ε. ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ καπιταλισμὸς ἐπιλύνει (προσωρινά) τὰ προβλήματά του καὶ τὶς οἰκονομικὲς κρίσεις μέσῳ πολέμων, γιατὶ ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἐθνικιστικῆς ἐξαπάτησης τοῦ λαοῦ, καὶ ἄλλο πράγμα ἡ μεταγενέστερη θεωρία ὅτι, συνειδητὰ ἢ μή, ὁ καπιταλισμὸς προωθεῖ τὸν πόλεμο ὅταν ὁ ἴδιος βρίσκεται σὲ κρίση. Οἱ Μ.-Ε. παρ’ ὅλο ποὺ ἐνίοτε ἐπιζητοῦσαν τὴν εἰρήνη ὥστε νὰ ἐνδυναμωθεῖ τὸ κίνημά τους, καλοῦ-κακοῦ ἤθελαν νὰ πιστεύουν ὅτι ἕνας παγκόσμιος πόλεμος, ἀκόμη κι ἂν ἦταν κακός (μὲ τὴν προαναφερθεῖσα ἔννοια), θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποδυνάμωση τοῦ μιλιταρισμοῦ σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό, καὶ συνεπῶς θὰ καθιστοῦσε ἀδύνατο κάθε νέο πόλεμο. Ἡ πρόβλεψή τους, ἂν ὡς παγκόσμιο πόλεμο μὲ ἑκατόμβες νεκρῶν ἐννοήσουμε τὸν Α’ Π.Π., ἦταν λανθασμένη, ὅπως ἦταν καὶ ἡ εὐχὴ ὅτι ὁ ἑπόμενος παγκόσμιος πόλεμος θὰ ὁδηγήσει στὴν ἐξαφάνιση τῶν «ἀντιδραστικῶν ἐθνῶν» (M.E.W., τ. 6, σ. 176: „Der nächste Weltkrieg wird nicht nur reaktionäre Klassen und Dynastien, er wird auch ganze reaktionäre Völker vom Erdboden verschwinden machen. Und das ist auch ein Fortschritt“).

4. Τὰ αἴτια τῶν πολέμων.

Ἡ ἐκλαϊκευμένη ἄποψη τῶν Μ.-Ε. εἶναι ὅτι οἱ πόλεμοι ὀφείλονται στὴν ὕπαρξη κοινωνικῶν τάξεων (κυρίαρχων καὶ κυριαρχούμενων), στὴν περίφημη Ἀδικία, κι ὅτι μόλις ἐξαφανιστοῦν οἱ κοινωνικὲς τάξεις, πράγμα ποὺ θὰ γίνει στὴν ἀταξικὴ κοινωνία, θὰ πάψουν νὰ διεξάγονται πόλεμοι. Αὐτὴ ἡ ἐκλαΐκευση ἔρχεται σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἔνγκελς γιὰ τὴν πρωτόγονη ἀταξικὴ κοινωνία. Καταρχάς, ἂς δοῦμε πῶς περιγράφει τὴν πρωτόγονη αὐτὴ κοινωνία: Αὐτὴ ὑφίστατο «Χωρὶς στρατιῶτες, χωροφύλακες καὶ ἀστυνομικούς, χωρὶς εὐγενεῖς, βασιλιάδες, κυβερνῆτες, νομάρχες ἢ δικαστές, χωρὶς φυλακές, χωρὶς δίκες … Ἡ οἰκιακὴ οἰκονομία ἦταν κοινὴ σὲ μιὰ σειρὰ οἰκογενειῶν καὶ κομμουνιστική, ἡ γῆ εἶνε χτῆμα τῆς φυλῆς … Δὲν χρειαζόταν οὔτε ἴχνος ἀπ’ τὸ δικό μας ἐκτεταμένο καὶ πολύπλοκο διοικητικὸ σύστημα … Δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ οὔτε φτωχοί, οὔτε δυστυχισμένοι …. Ὅλοι εἶναι ἴσοι κ’ ἐλεύθεροι –καὶ οἱ γυναῖκες ἐπίσης. Δὲν ὑπάρχει ἀκόμα τόπος γιὰ σκλάβους, καθὼς οὔτε καὶ γιὰ τὴν ὑποδούλωση ξένων φυλῶν, κατὰ γεγνικὸ κανόνα … Αὐτὴ ἦταν ἡ ὄψη τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς κοινωνίας, πρὶν γίνει ὁ χωρισμὸς σὲ διάφορες τάξεις» («Ἡ καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας, τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ κράτους», μτφ. Μαρῆ καὶ Κοροντζῆ, Ἀθήνα 1945, κεφ. Γ’: «Ἡ gens τῶν Ἰροκέζων», σσ. 147-148. M.E.W., τ. 21, σσ. 95-96: “Ohne Soldaten, Gendarmen und Polizisten, ohne Adel, Könige, Statthalter, Präfekten oder Richter, ohne Gefängnisse, ohne Prozesse […] die Haushaltung ist einer Reihe von Familien gemein und kommunistisch, der Boden ist Stammesbesitz […] so braucht man doch nicht eine Spur unsres weitläufigen und verwickelten Verwaltungsapparats […] Arme und Bedürftige kann es nicht geben […] Alle sind gleich und frei – auch die Weiber. Für Sklaven ist noch kein Raum, für Unterjochung fremder Stämme in der Regel auch noch nicht. […] So sahn die Menschen und die menschliche Gesellschaft aus, ehe die Scheidung in verschiedne Kleissen vor sich gegangen war”). Τὴν ἴδια ἄποψη εἶχε διατυπώσει καὶ παλιότερα, στὸν Ἀντι-Ντύρινγκ: «Ὅπως βγαίνουν ἀρχικὰ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ζωικὸ βασίλειο –μὲ τὴ στενότερη ἔννοια– …. Σ’ αὐτὸ τὸ στάδιο ἐπικρατεῖ μιὰ κάποια ἰσότητα στοὺς ὅρους ζωῆς καί, γιὰ τοὺς ἀρχηγοὺς οἰκογενειῶν, ἕνα εἴδος ἰσότητας, ὡς πρὸς τὴ θέση μέσα στὴν κοινωνία· διαπιστώνεται δηλαδὴ μιὰ ἀπουσία κοινωνικῶν τάξεων, ποὺ συνεχίζεται καὶ στὶς πρωτόγονες γεωργικὲς κοινότητες τῶν κατοπινῶν πολιτισμένων λαῶν» (Ἀντι-Ντύρινγκ, Ἀναγνωστίδης σ. 264. M.E.W., τ. 20, σ. 166: “Wie die Menschen ursprünglich aus dem Tierreich – im engern Sinne – heraustreten […] Es herrscht eine gewisse Gleichheit der Lebenslage und für die Familienhäupter auch eine Art Gleichheit der gesellschaftlichen Stellung – wenigstens eine Abwesenheit von Gesellschaftsklassen, die noch in den naturwüchsigen, ackerbautreibenden Gemeinwesen der spätem Kulturvölker fortdauert”). Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅμως, στὴν ἴδια ἐκείνη ἀταξικὴ κοινωνία σύμφωνα μὲ τὸν Ἔνγκελς, μεταξὺ τῶν ἀταξικῶν φυλῶν καὶ γενῶν δὲν ἀπουσίαζαν οἱ πόλεμοι. Ἔτσι τουλάχιστον ὑποστηρίζει ὅταν γράφει ὅτι «Ὁ πόλεμος εἶναι τόσο παληὸς ὅσο καὶ ἡ ταυτόχρονη ὕπαρξη ὁμάδων κοινοτήτων ἡ μία πλάϊ στὴν ἄλλη» (Ἀντι-Ντύρινγκ, Ἀναγνωστίδης, σ. 266, M.E.W., τ. 20, σ. 167: “der Krieg war so alt wie die gleichzeitige Existenz mehrerer Gemeinschaftsgruppen nebeneinander”). Σὲ ἁπλὰ νεοελληνικά: Ὁ πόλεμος εἶναι σταθερὸ ἀνθρωπολογικὸ μέγεθος καὶ ὄχι συνάρτηση τῆς τάδε ἢ τῆς δείνα κοινωνικῆς κατάστασης. Τὴ γνωστὴ ἐκλαϊκευμένη κομμουνιστικὴ ἄποψη γιὰ τὴν ταξικὴ αἰτιολόγηση τῶν πολέμων δὲν φαίνεται καὶ ἀλλοῦ, ἐπίσης, νὰ ἀποδέχεται ὁ Ἔνγκελς ὅταν γράφει ὅτι οἱ πρωτόγονες ἀταξικὲς φυλές, ποὺ ζοῦσαν ἀκόμη ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῶν γενῶν, «Ἀδυνάτιζαν ἀπὸ αἰώνιους πολέμους» (Ἡ καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας, Ἀναγνωστίδης, σσ. 102 καὶ 107, M.E.W., τ. 21, σ. 93: “In wenig zahlreichen Stämmen, durch weite Grenzstriche voneinander geschieden, durch ewige Kriege geschwächt, besetzten sie mit wenig Menschen ein ungeheures Gebiet”). Τότε, ὁ πόλεμος «Γινόταν μὲ τὴν ὠμότητα ποὺ ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα» χωρὶς νὰ ὑφίσταται ταξικὸ συμφέρον (M.E.W., τ. 21, σ. 97: “der Krieg wurde geführt mit der Grausamkeit, die den Menschen vor den übrigen Tieren auszeichnet und die erst später gemildert wurde durch das Interesse”). Συνάγεται ὅτι κατὰ τὸν Ἔνγκελς τὸ ταξικὸ συμφέρον μετριάζει τὴν ἀγριότητα τοῦ ἀταξικοῦ πρωτόγονου πολέμου. Σὲ μιὰ τέτοια ἀταξικὴ κοινωνία, δὲν ἐτίθετο μὲ τὴ λήξη ἑνὸς πολέμου ζήτημα ὑποδούλωσης τῶν ξένων ἡττημένων φυλῶν παρὰ μόνον τῆς ἐκδίωξής τους ἢ τῆς ἐξόντωσής τους (Ἡ καταγωγὴ τῆς οἰκογένειας… : M.E.W., τ. 21, σ. 96, 152: “Für Sklaven ist noch kein Raum, für Unterjochung fremder Stämme in der Regel auch noch nicht. Als die Irokesen um 1651 die Eries und die „Neutrale Nation» besiegt hatten, boten sie ihnen an, als Gleichberechtigte in den Bund zu treten; erst als die Besiegten dies weigerten, wurden sie aus ihrem Gebiet vertrieben. […] der Krieg …kann mit Vernichtung des Stamms endigen, nie aber mit seiner Unterjochung. Es ist das Großartige, aber auch das Beschränkte der Gentilverfassung, daß sie für Herrschaft und Knechtung keinen Raum hat”).). Ἔτσι, οἱ Μ.-Ε. φαίνεται ὅτι πίστευαν πὼς ἡ ἔμφυτη ἀνθρώπινη ἀγριότητα τῆς πρωτόγονης ἀταξικῆς κοινωνίας δὲν θὰ ὑπῆρχε στὴν μελλοντικὴ ἀταξικὴ κοινωνία, κι αὐτὸ γιατὶ μᾶλλον πίστευαν πὼς στὴν μελλοντικὴ ἀταξικὴ κοινωνία ἡ σπάνη τῶν ἀγαθῶν θὰ ἐκλείψει. Ἐάν, ὡστόσο, ἡ ἔμφυτη ἀνθρώπινη ὠμότητα, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ Ἔνγκελς, εἶναι μεγαλύτερη ἐκείνης τῶν ζώων, τότε τίθεται τὸ ἐρώτημα πῶς ἕνα μέγεθος ἐγγενὲς κι ἀνεξάρτητο τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν (ἀφοῦ ἀνιχνεύεται στὴν ἱστορία καὶ δίχως κοινωνικὲς τάξεις) θὰ ἐξαφανιστεῖ λόγῳ μιᾶς ὁποιασδήποτε κοινωνικῆς μεταβολῆς. Σὲ κάθε περίπτωση, πάντως, εἶναι προφανὲς ὅτι γιὰ τοὺς Μ.-Ε. ἡ ἀταξικὴ κοινωνία δὲν συνεπάγεται ἀπαραιτήτως ἀνυπαρξία πολέμων.

Βέβαια, ὑπάρχει τὸ γράμμα τοῦ Ἔνγκελς πρὸς τὸν Γ. Μπλόχ, τὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ παρατεθεῖ, καὶ στὸ ὁποῖο διαβάζουμε: «Τὸ ἔσχατο καθοριστικὸ στοιχεῖο στὴν ἱστορία εἶναι ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ ἀναπαραγωγὴ τῆς πραγματικῆς ζωῆς … Ἂν κάποιος διαστρεβλώσει αὐτὸ καὶ πεῖ ὅτι τὸ οἰκονομικὸ στοιχεῖο εἶναι ὁ μόνος καθοριστικὸς παράγοντας, μεταμορφώνει τὴν πρόταση σὲ μιὰ ἀνόητη, ἀφηρημένη φράση. Ἡ οἰκονομικὴ κατάσταση εἶναι ἡ βάση, ἀλλὰ τὰ διάφορα στοιχεῖα τῆς ὑπερδομῆς –πολιτικὲς μορφὲς τῆς ταξικῆς πάλης καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της, ἤτοι: συντάγματα καθιερωθέντα ἀπὸ τὶς νικήτριες τάξεις ἔπειτα ἀπὸ ἐπιτυχὴ σύγκρουση (ἀγώνα) κ.λπ., νομικὲς μορφὲς ἀκόμη καὶ ἡ ἀντανάκλαση ὅλων αὐτῶν τῶν πραγματικῶν συγκρούσεων (ἀγώνων) στὸ νοῦ τῶν συγκρουόμενων, πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικὲς θεωρίες, θρησκευτικὲς ἀπόψεις καὶ ἡ περαιτέρω διαμόρφωσή τους σὲ δογματικὰ συστήματα- ἐπίσης ἀσκοῦν τὴν ἐπίδρασή τους στὴν πορεία τῶν ἱστορικῶν συγκρούσεων (ἀγώνων), καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις βαρύνουν περισσότερο ὅσον ἀφορᾶ τὸν καθορισμὸ τῆς μορφῆς τους. Ὑφίσταται μιὰ ἀλληλεπίδραση ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων, στὴν ὁποία ἐν μέσῳ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀτελείωτης σειρᾶς συμβάντων (δηλαδή, πραγμάτων καὶ γεγονότων τῶν ὁποίων ἡ ἐσωτερικὴ διασύνδεση εἶναι τόσο ἀπόμακρη ἢ ἀδύνατη νὰ ἀποδειχθεῖ ὥστε τὴ θεωροῦμε ἀνύπαρκτη, ὡς ἀμελητέα), ὁ οἰκονομικὸς μηχανισμὸς ἐπιβάλλεται ὡς ἀναγκαῖος. Διαφορετικά, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας σὲ κάθε ἱστορικὴ περίοδο θὰ ἦταν εὐκολότερη τῆς ἐπίλυσης μιᾶς ἁπλῆς ἐξίσωσης πρώτου βαθμοῦ. Ἡ ἱστορία γίνεται ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλά, κατὰ πρῶτο λόγο, ὑπὸ πολὺ συγκεκριμένες προϋποθέσεις καὶ συνθῆκες. Μεταξὺ αὐτῶν οἱ οἰκονομικὲς εἶναι τελικὰ οἱ ἀποφασιστικές. Ἀλλὰ οἱ πολιτικὲς κ.λπ. ὄντως ἀκόμη καὶ οἱ παραδόσεις ποὺ στοιχειώνουν τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων ἐπίσης παίρουν ἕνα ρόλο, ὄχι ὅμως τὸν ἀποφασιστικό …. Θὰ ἦταν δύσκολο νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ὕπαρξη κάθε μικροῦ κράτους στὴ Γερμανία, στὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν, μὲ οἰκονομικοὺς ὅρους χωρὶς κάποιος νὰ καταστεῖ καταγέλαστος … Γιὰ τὸ ὅτι οἱ νεώτεροι κάποιες φορὲς τονίζουν τὴν οἰκονομικὴ πλευρὰ ὑπεύθυνοι ἐν μέρει εἴμαστε ὁ Μὰρξ κι ἐγώ. Ἔπρεπε, ἐνάντια στοὺς ἀντιπάλους μας, νὰ τονίσουμε τὴν ἀπορριπτόμενη ἀπὸ αὐτοὺς βασικὴ ἀρχή, καὶ δὲν ὑπῆρχε πάντα ὁ χρόνος, ὁ τόπος καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα ποὺ συμμετέχουν στὴν ἀλληλεπίδραση» (M.E.W., τ. 37, σσ. 463-5: “…in letzter Instanz bestimmende Moment in der Geschichte die Produktion und Reproduktion des wirklichen Lebens. […] Wenn nun jemand das dahin verdreht, das ökonomische Moment sei das einzig bestimmende, so verwandelt er jenen Satz in eine nichtssagende, abstrakte, absurde Phrase. Die ökonomische Lage ist die Basis, aber die verschiedenen Momente des Überbaus -politische Formen des Klessenkampfs und seine Resultate – Verfassungen, nach gewonnener Schlacht durch die siegende Klasse festgestellt usw.- Rechtsformen, und nun gar die Reflexe aller dieser wirklichen Kämpfe im Gehirn der Beteiligten, politische, juristische, philosophische Theorien, religiöse Anschauungen und deren Weiterentwicklung zu Dogmensystemen, üben auch ihre Einwirkung auf den Verlauf der geschichtlichen Kämpfe aus und  bestimmen in vielen Fällen vorwiegend deren Form. Es ist eine Wechselwirkung aller dieser Momente, worin schließlich durch alle die unendliche Menge von Zufälligkeiten (d.h. von Dingen und Ereignissen, deren innerer Zusammenhang untereinander so entfernt oder so unnachweisbar ist, daß wir ihn als nicht vorhanden betrachten, vernachlässigen können) als Notwendiges die ökonomische Bewegung sich durchsetzt. Sonst wäre die Anwendung der Theorie auf eine beliebige Geschichtsperiode ja leichter als die Lösung einer einfachen Gleichung ersten Grades. Wir machen unsere Geschichte selbst, aber erstens unter sehr bestimmten Voraussetzungen und Bedingungen. Darunter sind die ökonomischen die schließlich entscheidenden. Aber auch die politischen usw., ja selbst die in den Köpfen der Menschen spukende Tradition, spielen eine Rolle, wenn auch nicht die entscheidende. […] Es wird schwerlich gelingen, die Existenz jedes deutschen Kleinstaates der Vergangenheit und Gegenwart […] ökonomisch zu erklären, ohne sich lächerlich zu machen. […] Daß von den Jüngeren zuweilen mehr Gewicht auf die ökonomische Seite gelegt wird, als ihr zukommt, haben Marx und ich teilweise selbst verschulden müssen. Wir hatten, den Gegnern gegenüber, das von diesen geleugnete Hauptprinzip zu betonen, und da war nicht immer Zeit, Ort und Gelegenheit, die übrigen an der Wechselwirkung beteiligten Momente zu ihrem Recht kommen zu lassen”). Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Π. Κονδύλης, «Ὅταν ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας ἢ τῆς παραγωγῆς διευρύνεται τόσο πολὺ ὥσπου ταυτίζεται μὲ τὸ κοινωνικό, τελικα χάνει κάθε περίγραμμα καὶ τὰ εἰδικά της χαρακτηριστικά», ὁπότε ἀναρωτιέται κάποιος εὔλογα γιατί θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμῶνται ἀπὸ τὴ θεωρία οἱ κατηγορίες οἰκονομικῆς προέλευσης. Ἄν, ἀντίθετα, ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας εἶναι αὐστηρὰ καθορισμένη, μὲ τὰ εἰδικά της χαρακτηριστικά, τότε «Τὸ οἰκονομικὸ στοιχεῖο ἐμφανίζεται ἁπλῶς ὡς μιὰ κοινωνικὴ περιοχὴ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ὁπότε τίθεται τὸ ἐρώτημα τῆς κοινωνικοοντολογικῆς προτεραιότητας τῆς μίας ἢ τῆς ἄλλης περιοχῆς».

5. Μιλιταρισμός.

img_20190101_223758

Ἀντίθετα ἀπὸ τὴν κρατούσα ἄποψη, πὼς ὁ μιλιταρισμὸς εἶναι στοιχεῖο ἀποκλειστικὰ φασιστικό (κι οὔτε κατὰ διάνοια δημοκρατικό), «Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπολυτρωτικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ πολέμου: Βάζει σὲ δοκιμασία ἕνα ἔθνος. Ὅπως ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀέρα κονιορτοποιεῖ ἀκαριαῖα τὶς μούμιες, ἔτσι κι ὁ πόλεμος ἐκφέρει τὴν τελεσίδικη ἑτυμηγορία γιὰ μιὰν ὀργάνωση τῆς κοινωνίας ποὺ ἔχει χάσει τὴ ζωτικότητά της», ἰσχυρίζεται ὁ Μάρξ (New-York Daily Tribune, 4502, “Another British Revelation”, 24 Σεπτεμβρίου 1855: “Such is the redeeming feature of war; it puts a nation to the test. As exposure to the atmosphere reduces all mummies to instant dissolution, so war passes supreme judgment upon social organizations that have outlived their vitality”). Οἱ Μ.-Ε. γράφουν ὅτι «Ἕνας πόλεμος θὰ ἔπρεπε νὰ συνεγείρει τὰ ὑγιὴ στοιχεῖα· θὰ ἔπρεπε νὰ φέρει στὸ προσκήνιο τὴν κρυμμένη ἐνεργητικότητα … ὥστε τουλάχιστο νὰ διεξαχθεῖ μιὰ ἀξιοπρεπὴς μάχη, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ ἐμπόλεμοι θὰ ἀποκόμιζαν τιμή, ὅπως ἡ δύναμη καὶ τὸ πνεῦμα τὰ καταφέρνουν ἀκόμη στὸ πεδίο τῆς μάχης» (“That Bore of a War”, New York Daily Tribune, 17-8-1854: “a war should have roused the sound elements; a war should have brought forth some latent energies, and assuredly there should be that much pluck among two hundred and fifty millions of men that at least one decent struggle might be got up, wherein both parties could reap some honor, such as force and spirit can carry off even from the field of battle”). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ Μ.-Ε. «Ἐπέκριναν ὅσους ἀναγόρευαν ‘τὴ βία, τὸν πόλεμο, τὴ λεηλασία, τὴ ληστεία μετὰ φόνου κ.λπ. σὲ κινητήρια δύναμη τῆς ἱστορίας’». Ἔτσι, ὁ Ἔνγκελς γράφει: «Ἡ βία εἶναι μόνο ἕνα μέσο, ἐνῶ ὁ σκοπὸς εἶναι τὸ οἰκονομικὸ ὤφελος» (Ἀντι-Ντύρινγκ, Ἀναγνωστίδης, σ. 238), καὶ (σ. 257): «Δὲν πρέπει ν’ ἀναζητοῦμε σὰν πρωταρχικὸ κίνητρο τὴν ἄμεση πολιτικὴ βία, ἀλλὰ τὴν οἰκονομικὴ δύναμη, ποὺ εἶναι δευτερογενής». Γιὰ τοὺς Μ.-Ε., «Δὲν εἶναι βέβαια ὁ ὁποιοσδήποτε πόλεμος ἱστορικὰ γόνιμος καὶ εὐπρόσδεκτος, συχνὰ προκαλεῖ μόνο καταστροφὲς δίχως κανένα νόημα, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὅμως δὲν διαμαρτυρήθηκαν ποτὲ ἐναντίον πολέμων καὶ βιαίων κατακτήσεων ἐφόσον προωθοῦσαν τὴν κοινωνικὴ ἐξέλιξη». Τὸ οὐσιώδες ζήτημα, φυσικά, εἶναι ὅτι καὶ οἱ Μ.-Ε. (ὅπως οἱ πάντες) διατηροῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὸ δικαίωμα τῆς ἔσχατης καὶ ὕψιστης δικαιοδοσίας γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ μιᾶς κατάκτησης καὶ μιᾶς εἰσβολῆς ὡς δίκαιας ἢ ἄδικης –πράγμα ποὺ ἔκαναν μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ἀστοὶ καὶ φασίστες. Παρὰ τὴν κρατούσα ἀντίληψη, «Παραμένει προφανὲς ὅτι οἱ δύο θεωρητικοὶ ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὴν ἀφελὴ ἀντίληψη πὼς ὅλοι οἱ πόλεμοι ἀνεξαιρέτως ἔχουν ἄμεσα οἰκονομικὰ κίνητρα καὶ ἔγιναν ἐπειδὴ οἱ ἐμπόλεμοι προσδοκοῦσαν ἁπτὰ οἰκονομικὰ κέρδη. Κατὰ τὴν ἀντίληψή τους οἱ πόλεμοι ἐν γένει ὀφείλονται σὲ οἰκονομικοὺς λόγους, ἂν μ’ αὐτὸ ἐννοοῦμε ὅτι λαμβάνουν ἀναγκαῖα χώα σ’ ἕνα περιβάλλον ὅπου οἱ πολιτικές, ταξικὲς καὶ ἐθνικὲς ἀντιθέσεις μεταφράζουν σὲ ἄλλη γλώσσα τὶς θεμελιωδέστερες ἀντιφάσεις ἀνάμεσα σὲ τρόπο παραγωγῆς καὶ σὲ τρόπο ἐπικοινωνίας».

6. Στρατιωτικὴ θητεία.

Ὁ Ἔνγκελς ἐπέκρινε «Τοὺς μόνιμους στρατούς, οἱ ὁποῖοι ἀποσποῦν ἀπὸ τὸ ἔθνος τὸ πιὸ ρωμαλέο καὶ τὸ πιὸ χρήσιμο τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὸ ὑποχρεώνουν νὰ διατρέφει μὴ παραγωγικοὺς ἀνθρώπους» καὶ «Ἐπαγγελόταν ὅτι στὴν κομμουνιστικὴ κοινωνία οἱ μάζες τῶν ἐργατῶν, ποὺ οἱ στρατοὶ εἶχαν ἀφαιρέσει ἀπὸ τοὺς λαοὺς θὰ ‘ἐπέστρεφαν στὴν κοινωνικὴ ἐργασία’» (“Zwei Reden”, 8 Φεβρουαρίου 1845, “Eine der kostspieligsten Einrichtungen, deren die jetzige Gesellschaft nicht entbehren kann, sind die stehenden Heere, welche der Nation den kräftigsten, brauchbarsten Teil der Bevölkerung entziehen und sie zwingen, diesen dadurch unproduktiv gewordenen Teil zu ernähren. … Diese unzähligen Massen von Arbeitskräften also, welche jetzt den zivilisierten Völkern durch die Armeen entzogen werden, würden in einer kommunistischen Organisation sonach der Arbeit zurückgegeben werden”). Ἐπίσης, στὸν Ἀντι-Ντύρινγκ (Ἀναγνωστίδης, σ. 253) γράφει: «Ὁ πόλεμος αὐτὸς ἀνάγκασε ὅλα τὰ μεγάλα κράτη τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης νὰ εἰσαγάγουν, μὲ μεγαλύτερη ὅμως περίσκεψη, τὸ πρωσσικὸ σύστημα τῆς ἐθνοφρουρᾶς καί, μαζὶ μ’ αὐτό, νὰ ἀναλάβουν στρατιωτικὰ βάρη πού, σὲ λίγα χρόνια, θὰ τὰ ὁδηγήσει ἀναγκαστικὰ στὴν καταστροφή. Ὁ στρατὸς ἔχει γίνει ὁ κύριος σκοπός, αὐτοσκοπὸς τοῦ κράτους· οἱ λαοὶ δὲν ἔχουν πιὰ κανένα ἄλλο λόγο ὕπαρξης, ἔξω ἀπὸ τὸ νὰ ἐφοδιάζουν καὶ νὰ ταΐζουν τοὺς στρατιῶτες. Ὁ μιλιταρισμὸς αὐτὸς φέρνει μέσα του καὶ τὸ σπέρμα τῆς ἴδιας του τῆς καταστροφῆς. Ὁ ἀνταγωνισμὸς ἀναγκάζει τὰ διάφορα κράτη ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ νὰ διαθέτουν κάθε χρόνο ὅλο καὶ περισσότερα χρήματα γιὰ τὸ στρατό, τὸ στόλο, τὰ πυροβόλα κ.λπ., δηλαδὴ νὰ ἐπιταχύνουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν οἰκονομική τους κατάρρευση καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ καταπιάνωναι ὅλο καὶ πιὸ σοβαρὰ μὲ τὴ γενικὴ ὑποχρεωτικὴ στρατιωτικὴ θητεία καὶ ἔτσι στὸ τέλος νὰ ἐξοικειώνουν ὁλόκληρο τὸ λαὸ στὸ χειρισμὸ τῶν ὅπλων, κάνοντάς τον ἔτσι ἱκανὸ στὴ δεδομένη στιγμή, νὰ ἐπιβάλει τὴ δική του θέληση, πάνω στὴ μεγαλόσχημη στρατιωτικὴ διοίκηση. Καὶ ἡ στιγμὴ αὐτὴ θὰ ἔρθει μόλις οἱ τεράστιες λαϊκὲς μάζες –οἱ ἐργάτες τῆς ὑπαίθρου καὶ τῆς πόλης καὶ οἱ ἀγρότες– ἀποχτήσουν τὴν ἀπαραίτητη θέληση. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ στρατὸς τῶν δυναστῶν θὰ μετατραπεῖ σὲ λαϊκὸ στρατό. Ἡ στρατιωτικὴ μηχανὴ ἀρνεῖται ὑπηρεσία καὶ ὁ μιλιταρισμὸς ἐξαφανίζεται, σύμφωνα μὲ τὴ διαλεχτικὴ τῆς ἴδιας του τῆς ἀνάπτυξης. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ καταφέρει ἡ ἀστικὴ δημοκρατία τοῦ 1848, ἀκριβῶς γιατὶ ἦταν ἀστικὴ καὶ ὄχι προλεταριακή, δηλαδὴ νὰ ὁπλίσει τὶς ἐργαζόμενες μάζες μὲ τὴ θέληση, ποὺ τὸ περιεχόμενό της νὰ ἀνταποκρίνεται στὴν ταξική τους θέση, θὰ τὸ καταφέρει σίγουρα ὁ σοσιαλισμός. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει διάσπαση τοῦ μιλιταρισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, καὶ ταυτόχρονα τὴ διάσπαση ὅλων τῶν μόνιμων στρατῶν» (M.E.W., τ. 20, σ. 158-9: “Zweitens aber hat dieser Krieg alle kontinentalen Großstaaten gezwungen, das verschärfte preußische Landwehrsystem bei sich einzuführen, und damit eine Militärlast, bei der sie in wenigen Jahren zugrunde gehn müssen. Die Armee ist Hauptzweck des Staats, ist Selbstzweck geworden; die Völker sind nur noch dazu da, die Soldaten zu lief er n und zu ernähren. Der Militarismus beherrscht und verschlingt Europa. .Aber dieser Militarismus trägt auch den Keim seines eignen Untergangs in sich. Die Konkurrenz der einzelnen Staaten untereinander zwingt sie einerseits, jedes Jahr mehr Geld auf Armee, Flotte, Geschütze etc. zu verwenden, also den finanziellen Zusammenbruch mehr und mehr zu beschleunigen; andrerseits mit der allgemeinen Dienstpflicht mehr und mehr Ernst, und damit schließlich das ganze Volk mit dem Waffengebrauch vertraut zu machen; es also zu befähigen, in einem gewissen Moment seinen Willen gegenüber der kommandierenden Militärherrlichkeit durchzusetzen. Und dieser Moment tritt ein, sobald die Masse des Volks – ländliche und städtische Arbeiter und Bauern – einen Willen hat. Auf diesem Punkt schlägt das Fürstenheer um in ein Volksheer; die Maschine versagt den Dienst, der Militarismus geht unter an der Dialektik seiner eignen Entwicklung. Was die bürgerliche Demokratie von 1848 nicht fertigbringen konnte, eben weil sie bürgerlich war und nicht proletarisch, nämlich den arbeitenden Massen einen Willen geben, dessen Inhalt ihrer Klassenlage entspricht – das wird der Sozialismus unfehlbar erwirken. Und das bedeutet die Sprengung des Militarismus und mit ihm aller stehenden Armeen von innen heraus”). Ἐπίσης, σημειώνει: «Τὸ ἐπαναστατικὸ κόμμα ἀπὸ τὴν καθιέρωση τῆς γενικῆς στρατιωτικῆς θητείας προσδοκοῦσε ἰδιαίτερα ἀποτελέσματα καὶ πλεονεκτήματα: ‘Ὅσο περισσότεροι ἐργάτες ἀσκοῦνται στὰ ὅπλα τόσο τὸ καλύτερο. Ἡ γενικὴ στρατιωτικὴ θητεία ἀποτελεῖ τὸ ἀναγκαῖο καὶ φυσικὸ συμπλήρωμα τοῦ γενικοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος· δίνει στοὺς ψηφοφόρους τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀποφάσεις τους μὲ τὸ ὅπλο στὸ χέρι ἐνάντια σ’ ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα πραξικοπήματος’». Ἡ καθολικὴ στρατιωτικὴ θητεία εἶναι «Ὁ μόνος δημοκρατικὸς θεσμὸς» στὴν Πρωσσία (“Die preußische Militärfrage und die deutsche Arbeiterpartei” -1865: “Die allgemeine Wehrpflicht – beiläufig die einzige demokratische Institution, welche in Preußen, wenn auch nur auf dem Papier, besteht […] Je mehr Arbeiter in den Waffen geübt werden, desto besser. Die allgemeine Wehrpflicht ist die notwendige und natürliche Ergänzung des allgemeinen Stimmrechts; sie setzt die Stimmenden in den Stand, ihre Beschlüsse gegen alle Staatsstreichversuche mit den Waffen in der Hand durchzusetzen”). Γι’ αὐτό, «Ἡ γενικὴ στρατιωτικὴ θητεία θὰ ὄφειλε ‘νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ ὅλους γιὰ νὰ μάθουν νὰ ἀγωνίζονται, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ ὅσους ἔχουν τὴν ἀναγκαία μόρφωση ὥστε νὰ ἐκπαιδευθοῦν ὡς ἀξιωματικοὶ στὶς μονοετεῖς σχολὲς ἐθελοντῶν’». Αὐτὸ δὲν σήμαινε ὅτι γιὰ τοὺς Μ.-Ε. ἡ καθολικὴ θητεία θὰ μετέτρεπε τὸν τακτικὸ στρατὸ σὲ ἐπαναστατικὴ ὀργάνωση. Ὡστόσο, «Οἱ ἀγῶνες στὰ ὁδοφράγματα δὲν ἀποφέρουν τίποτε: ‘Ἡ ἐποχὴ τῶν ὁδοφραγμάτων καὶ τῶν ὁδομαχιῶν πέρασε ὁριστικά· ὅταν ὁ στρατὸς πολεμᾶ, ἡ ἀντίσταση εἶναι τρέλα’» (Ἔνγκελς πρὸς Lafargue, 3 Νοεμβρίου 1892). Ἐπίσης, «Ἡ ἐπανάσταση μόνον ἀπὸ τὸ στρατὸ μπορεῖ νὰ ξεκινήσει» (Ἔνγκελς πρὸς Bebel, 11 Δεκεμβρίου 1884). Αὐτὸ θὰ γίνει εἴτε μὲ τὴν «Ἀποδιοργάνωση τῶν στρατῶν καὶ τὴν πλήρη χαλάρωση τῆς πειθαρχίας» (Ἔνγκελς πρὸς Μάρξ, 26 Σεπτεμβρίου 1851) εἴτε μὲ τὴ σύσταση «Μυστικῶν ἑταιρειῶν μέσα στὸν ἴδιο τὸ στρατό» (Ἔνγκελς πρὸς Μάρξ, 17 Μαρτίου 1858). Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ στάση τοῦ Ἔνγκελς δείχνει ὄχι ἀπόρριψη τοῦ μιλιταρισμοῦ γιὰ χάρη τοῦ φιλειρηνισμοῦ ἀλλὰ θεώρηση τοῦ στρατοῦ ὡς καθοριστικοῦ παράγοντα γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἐπανάστασης ἀκόμη κι ἂν πρέπει νὰ διαβρωθεῖ τὸ ἠθικὸ τοῦ ἀστικοῦ στρατοῦ: Ὁ σκοπός του εἶναι ποὺ πρέπει νὰ ἀλλάξει. Γιὰ νὰ καταργηθεῖ ὅταν, μὲ τὸ καλό, ἐπιφέρει τὴν ἀταξικὴ κοινωνία.

7. Λένιν.

Ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Ἔνγκελς, ὁ Λένιν ὑποστηρίζει τὴν ἐπαναστατικὴ ἡττοπάθεια καὶ τὴν προσπάθεια νὰ ἡττηθεῖ ἡ ἡμέτερη χώρα: «Ἡ ἐπαναστατικὴ τάξη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εὔχεται σ’ ἕνα ἀντιδραστικὸ πόλεμο τὴν ἥττα τῆς δικῆς της κυβέρνησης, δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέψει τὴ συνάφεια ἀνάμεσα στὶς στρατιωτικὲς ἀποτυχίες τῆς κυβέρνησης καὶ στὴ διευκόλυνση τῆς κατατρόπωσής της» («Ὁ σοσιαλισμὸς καὶ ὁ πόλεμος»:, “Both the advocates of victory for their governments in the present war and the advocates of the slogan “neither victory not defeat”, equally take the standpoint of social-chauvinism. A revolutionary class cannot but wish for the defeat of its government in a reactionary war, cannot fail to see that its military reverses facilitate its overthrow”, 7ος-8ος/1915). Καί: «Ἐπανάσταση κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος, ἀλλὰ ἡ μετατροπὴ τοῦ πολέμου τῶν κυβερνήσεων σὲ ἐμφύλιο πόλεμο ἀφ’ ἑνὸς διευκολύνεται μὲ τὶς στρατιωτικὲς ἀποτυχίες τῶν κυβερνήσεων, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι πρακτικὰ ἀδύνατο νὰ ἐπιδιώκεις τέτοιαν μετατροπὴ δίχως ἔτσι νὰ συμβάλεις στὴν ἥττα» (Sotsial-Demorkrat ἀρ. 43, «Ἡ ἥττα τῆς κυβέρνησης τοῦ καθένα στὸν ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο», “A revolution in wartime means civil war; the conversion of a war between governments into a civil war is, on the one hand, facilitated by military reverses («defeats») of governments; on the other hand, one cannot actually strive for such a conversion without thereby facilitating defeat”, 26 Ἰουλίου 1915). Βέβαια, δὲν ἀπαντᾶ στὸ ἑξῆς ἐνδεχόμενο: Ἂν ὅλοι οἱ προλετάριοι κάθε ἀντίπαλου στρατοῦ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἥττα τοῦ δικοῦ τους στρατοῦ, τότε θὰ ἐπακολουθοῦσε φυσικὰ ὄχι ἡ ταυτόχρονη ἥττα ὅλων τῶν ἀντιμαχόμενων στρατῶν καὶ κυβερνήσεων, ἀλλὰ ἡ ἥττα τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἡ νίκη τῆς ἄλλης. Δηλαδή, ἡ νίκη μιᾶς καπιταλιστικῆς χώρας μὲ τὴ βοήθεια τοῦ προλεταριάτου μιᾶς ἄλλης καπιταλιστικῆς. Παρὰ ταῦτα, ὁ Λένιν ἀντιτίθεται στὴν ἰδέα τῆς μονομεροῦς ἐπαναστατικῆς ἡττοπάθειας: «Αὐτὸς ὁ πόλεμος δὲν μπορεῖ νὰ τερματιστεῖ ἐξαιτίας τῆς ἄρνησης τῶν στρατιωτῶν τῆς μίας πλευρᾶς μόνον, νὰ συνεχίσουν νὰ πολεμοῦν, ἐξαιτίας τοῦ ἁπλοῦ τερματισμοῦ τῶν ἐχθροπραξιῶν ἀπὸ τὸν ἕνα ἐκ τῶν ἀντιμαχομένων» («Ψήφισμα γιὰ τὸν πόλεμο»: “This war cannot be ended by a refusal of the soldiers of one side only to continue the war, by a simple cessation of hostilities by one of the belligerents”, 24-9 Ἀπριλίου 1917).

Κατὰ τὸν Λένιν, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐπαίνων τῶν Μ.-Ε. στοὺς ἀστικοὺς-προοδευτικοὺς καὶ ἐθνικοαπελευθερωτικοὺς πολέμους τοῦ 19ου αἰ. στὸν ἰμπεριαλιστικὸ Α’ Π.Π. ἦταν ἐνάντια στὴν ἀλήθεια, ἀφοῦ οἱ πόλεμοι τοῦ 19ου αἰ. διεξήχθησαν ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχε σύγχρονος ἰμπεριαλισμὸς οὔτε εὐνοϊκὲς ἀντικειμενικὲς συνθῆκες γιὰ τὸ σοσιαλισμὸ οὔτε μαζικὰ σοσιαλιστικὰ κόμματα σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς τοτινὲς ἐμπόλεμες δυνάμεις. Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ πόλεμοι μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων δὲν συμφέρουν πλέον τὸ προλεταριάτο, ἀντίθετα μὲ ἐκείνους τοῦ 19ου, γιὰ ὁρισμένους ἐκ τῶν ὁποίων οἱ Μ.-Ε. πίστευαν ὅτι εὐνοοῦν τὸν ἐρχομὸ τοῦ σοσιαλισμοῦ («Σοσιαλισμὸς καὶ πόλεμος», Sotsial-Demokrat, Φθινόπωρο 1915: “To apply the appraisal of this bourgeois-progressive and national-liberating war to the present   imperialist war means mocking at truth. The same applies with still greater force to the war of 1854-1855, and to all the wars of the nineteenth century, when there was no modern imperialism, no ripe objective conditions for Socialism, and no mass Socialist parties in any of the belligerent countries”). Ἕνας ἰμπεριαλιστικὸς πόλεμος μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει μόνο σὲ μιὰ ἰμπεριαλιστικὴ εἰρήνη, δηλαδὴ στὴν μεγαλύτερη, εὐρύτερη καὶ ἐντατικότερη ἐκμετάλλευση τῶν ἀδύναμων ἐθνῶν καὶ χωρῶν ἀπὸ τὸ κεφάλαιο (“Proposals Submitted by the Central Committee of the R.S.D.L.P. to the Second Socialist Conference”, Sotsial-Demokrat, ἀρ. 54–55, 10-6-1916: “an imperialist war can lead only to an imperialist peace, i.e., to greater, more extensive and more intense oppression of wreak nations and countries by finance capital”).

Ὁ Λένιν ἀπορρίπτει ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀνάμιξη μεταξὺ ἠθικισμοῦ καὶ ἐπανάστασης. «Οἱ ἐλπίδες περὶ ἀφοπλισμοῦ, ὅσο διαρκεῖ τὸ καπιταλιστικὸ καθεστώς, πρέπει νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ‘ἀντιδραστικές, μικροαστικὲς δημοκρατικὲς ψευδαισθήσεις’» (Προσχέδιο τοῦ Ρωσικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος: “the R.C.P. emphatically rejects the hope of disarmament under capitalism as the reactionary philistine illusion of petty-bourgeois democrats”, 1919). Ἐπίσης: «Ὅποιος ἐγείρει τέτοια ‘νεφελώδη εἰρηνιστικά’ αἰτήματα, δὲν καταλαβαίνει τὴ συνάφεια μεταξὺ πολιτικῆς καὶ ταξικῆς κυριαρχίας, παρὰ σκέφτεται μὲ βάση ἀφηρημένα σχήματα ὅπως ‘ὁ πόλεμος εἶναι κακός, ἡ εἰρήνη εἶναι εὐεργεσία’» («Ὁμιλία ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος γιὰ τὸν πόλεμο», 27 Ἀπριλίου 1917: “it is a hazy pacifist idea that fails completely to appreciate the connection between politics and the oppressing class. War is an evil, peace is a blessing…”). «Ἡ προλεταριακὴ προβληματικὴ γιὰ τὴν εἰρήνη διαφέρει ριζικὰ ἀπὸ τὴν ἀστικὴ δημοκρατική: Τὸ σύνθημα ‘εἰρήνη μὲ κάθε ἀντίτιμο’ εἶναι ἀπαράδεκτο, γιατὶ ἔτσι συγκαλύπτεται τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε εἰρήνη, ὅπως καὶ κάθε πόλεμος, ἐπιδιώκει ὁρισμένους σκοπούς» («Τὸ εὐρωπαϊκὸ κεφάλαιο καὶ ὁ δεσποτισμός»Vperyod, ἀρ. 13, 23 Μαρτίου 1905: “Reality has now shown that “peace at any price” has become the slogan of the European financiers and reactionaries …We should not demand only peace; for if the autocracy continues to exist, peace will spell ruin to the country.” Exactly: we should not demand only peace; for a tsarist peace is no better (and is some times worse) than a tsarist war. We should not put for ward the slogan of “peace at any price”, but only of peace with the fall of the autocracy, of peace concluded by a liberated nation, by a free Constituent Assembly, i.e., peace not at any price, but solely at the price of overthrowing absolutism”). Καὶ «Ὅπως δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ ὑποχρέωση πρὸς ὑπεράσπιση τῆς εἰρήνης μὲ κάθε ἀντίτιμο, ἔτσι καὶ δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ ὑποχρέωση πρὸς καταδίκη τοῦ πολέμου καθ’ ἑαυτόν, ἀφοῦ, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι ἀναπόδραστος, ἡ ἱστορία ἔχει γνωρίσει καὶ δικαίους πολέμους. Ἡ ἔννοια τοῦ δίκαιου πολέμου ἔχει λοιπὸν νὰ κάμει ἀποκλειστικὰ μὲ τοὺς σκοπούς, ὄχι μὲ τὴ διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου: ‘Ὄσο διαρκεῖ ἕνας πόλεμος, φαίνεται γελοῖο νὰ μιλᾶμε γιὰ Δίκαιο, γιατὶ κάθε πόλεμος ὑποκαθιστᾶ τὸ δίκαιο μὲ τὴν ἄμεση βία’» («Ἀπάντηση στὸν Π. Κιέφσκυ», 8ος-9ος/1916, Proletarskaya Revolutsia, ἀρ. 7 (1929): “All talk of “rights” seems absurd during a war, because every war replaces rights by direct and outright violence”). «Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ὄντας ἐξ ἴσου πόλεμος, κάνει ἀναγκαστικὰ τὸ ἴδιο, ὅμως, ‘Κάθε ἠθικὴ καταδίκη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου εἶναι ἀνεπίτρεπτη ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ Μαρξισμοῦ’» («Ὁ ἀνταρτοπόλεμος», Proletary, τχ. 5, 30 Σεπτεμβρίου 1906:“Any moral condemnation of civil war would be absolutely impermissible from the standpoint of Marxism”). «Ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ πολέμου δὲν γίνεται μὲ ἠθικὰ ἐπιχειρήματα καὶ εἰρηνικὰ μέσα, ‘παπαδίστικες συναισθηματικὲς χαζοκλαψοῦρες γιὰ ‘εἰρήνη μὲ κάθε ἀντίτιμο’ δὲν ἔχουν καμμιὰ ἐπίδραση, ἡ ἄρνηση τῆς στράτευσης γιὰ λόγους συνείδησης καὶ ἡ ἀπεργία ὡς μέσα παρεμπόδισης τοῦ πολέμου εἶναι ‘ἁπλῶς βλακεία’ καὶ ‘δειλὸ ὄνειρο’» («Ἡ κατάσταση καὶ τὰ καθήκοντα τῆς σοσιαλιστικῆς Διεθνοῦς», Sotsial-Demokrat, ἀρ. 33, 1 Νοεμβρίου 1914: “War is no chance happening, no “sin” as is thought by Christian priests (who are no whit behind the opportunists in preaching patriotism, humanity and peace), but an inevitable stage of capitalism, just as legitimate a form of the   capitalist way of life as peace is. Present-day war is a people’s war. What follows from this truth is not that we must swim with the “popular” current of chauvinism, but that the class contradictions dividing the nations continue to exist in wartime and manifest themselves in conditions of war. Refusal to serve with the forces, anti-war strikes, etc., are sheer nonsense, the miserable and cowardly dream of an unarmed struggle against the armed bourgeoisie, vain yearning for the destruction of capitalism without a desperate civil war or a series of wars”)». Κατὰ τὸ 1916, ὁ Λένιν «Στὴν ‘ἰμπεριαλιστικὴ’ προσπάθεια ‘στρατιωτικοποίησης’ ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ, μαζὶ μὲ τὴ νεολαία, ἀντέτεινε: ‘Τόσο τὸ καλύτερο. Προχωρῆστε ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα -ὅσο πιὸ γρήγορα, τόσο πιὸ πλησιέστερα βρίσκεται ἡ ἔνοπλη ἐξέγερση ἐναντίον τοῦ καπιταλισμοῦ’. Ὁ ἀφοπλισμὸς φαινόταν ἔτσι αἴτημα ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ προλεταριάτου: ‘Μιὰ καταπιεζόμενη τάξη ποὺ δὲν ἐπιδιώκει νὰ μάθει τὴν τέχνη τῶν ὅπλων, νὰ ἀσκηθεῖ στὰ ὅπλα καὶ νὰ κατέχει ὅπλα, μιὰ τέτοια καταπιεζόμενη τάξη ἀξίζει νὰ τὴν καταπιέζουν, νὰ τὴν κακοποιοῦν καὶ νὰ τὴν μεταχειρίζονται σὰν σκλάβα’» («Τὸ πολεμικὸ πρόγραμμα τῆς προλεταριακῆς ἐπανάστασης», 9ος/1916, Jugend-Internationale, ἀρ. 9 καὶ 10, (9ος καὶ 10ος 1917): “Today the imperialist bourgeoisie militarizes the youth as well as the adults; tomorrow, it may begin militarizing the women. Our attitude should be: All the better! Full speed ahead! For the faster we move, the nearer shall we be to the armed uprising against capitalism…An oppressed class which does not strive to learn to use arms, to acquire arms, only deserves to be treated like slaves”). Ἀλλὰ καὶ παλιότερα, στὸ τσαρικὸ καθεστὼς πρὸ πολέμου, ὁ Λένιν πίστευε ὅτι ἡ καθολικὴ στρατιωτικὴ θητεία ἦταν «Ἀναμφίβολα δημοκρατικὴ μεταρρύθμιση», ἡ ὁποία «Ξεκόβει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν τάξεων καὶ ἐγκαινιάζει τὴν ἰσοτιμία τῶν πολιτῶν» («Ἡ στρατολόγηση τῶν 183 φοιτητῶν», Ἰανουάριος 1901, Iskra, ἀρ. 2: “Real universal military service is undoubtedly a democratic reform; by abolishing the social-estate system it would make all citizens equal”). Μάλιστα, πίστευε ὅτι «Δὲν μποροῦσε νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀγώνα ὅσο ἡ ἐπανάσταση δὲν ἔχει … ἀγκαλιάσει καὶ τὸν στρατό… Στὴν πράξη, ἡ ταλάντευση τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποία συνεπιφέρει κάθε πραγματικὸ λαϊκὸ κίνημα, ὁδηγεῖ, ἐνῶ παράλληλα ὀξύνεται ἡ ἐπαναστατικὴ πάλη, μὲ τὴν κυριολεξία τοῦ ὅρου σὲ ἀγώνα κατάκτησης τοῦ στρατοῦ» («Διδάγματα ἀπὸ τὴν ἐξέγερση τῆς Μόσχας», 29 Αὐγούστου 1906, Proletary, ἀρ. 2: “unless the revolution assumes a mass character and affects the troops, there can be no question of serious struggle. That we must work among the troops goes without saying […] the wavering of the troops, which is inevitable in every truly popular movement, leads to a real fight for the troops whenever the revolutionary struggle be comes acute”). Δυὸ χρόνια μετὰ τὴν ἐξέγερση τῶν Μπολσεβίκων, ὁ Λένιν ἀπέδιδε τὴν ἐπιτυχία της πρῶτα καὶ κύρια στὶς συμπάθειες καὶ τὴ νομιμοφροσύνη ποὺ εἶχαν κερδίσει οἱ Μπολσεβίκοι στὸ στρατό (The Constituent Assembly Elections and The Dictatorship of the Proletariat, “by October-November 1917, the armed forces were half Bolshevik. If that had not been the case we could not have been victorious, Δεκέμβριος 1919”). Ἀναρωτιέται καθένας, φυσικά, πόσο βάρβαρα φαίνονται τὰ παραπάνω γιὰ τὰ ἐκλεπτυσμένα μυαλὰ τῶν ἀντιεθνολαϊκιστῶν μαρξιστῶν Ἀριστερῶν, οἱ ὁποῖοι τρέχουν στὰ δικαστήρια γιὰ νὰ ὑποστηρίζουν τοὺς «ἀντιρρησίες συνείδησης» καὶ τοὺς «ἀρνητὲς στράτευσης».

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι «Ὁ Λένιν προσδοκοῦσε τὴ δημιουργία μιᾶς οὐσιώδους προϋπόθεσης γιὰ τὴ μελλοντικὴ κατάργηση τοῦ μόνιμου στρατοῦ καὶ τὴν ἀντικατάστασή του μὲ μιὰν πολιτοφυλακή. Τοῦτο ἦταν ἕνα παλαιό του αἴτημα, τὸ ὁποῖο στήριζε στὸ ἐπίσης παλαιὸ σοσιαλιστικὸ ἐπιχείρημα ὅτι οἱ μόνιμοι στρατοὶ εἶναι ἀποκομμένα ἀπὸ τὸν λαὸ ἐργαλεῖα τῆς ἀντίδρασης, ἐκπαιδευμένα γιὰ νὰ πυροβολοῦν τὸν λαό». Ὡστόσο, «Κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῶν σκληρῶν ἀναγκῶν τῆς ὀργάνωσης τῆς μπολσεβικικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐπικράτησης στὸν ἐμφύλιο πόλεμο, ὁ Λένιν ἀναγκάσθηκε νὰ παραμερίσει σιωπηρὰ τὴν παλαιά του πεποίθηση ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη ἀπεδείκνυε τὴν ἱκανότητα μιᾶς πολιτοφυλακῆς νὰ στέκεται στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων τόσο στὸν ἀμυντικὸ ὅσο καὶ στὸν ἐπιθετικὸ πόλεμο. Ἡ ἔμπρακτη ἀπεμπόληση τοῦ σχεδίου τῆς πολιτοφυλακῆς –θεωρητικά, βέβαια, γιατὶ τὸ σχέδιο δὲν ἐγκαταλείφθηκε ποτέ, ἁπλῶς ἀναβλήθηκε ἡ ἐφαρμογή του– συμβάδισε μὲ μιὰ σφοδρότατη πολεμικὴ ἐναντίον τῆς λογικὰ συναφοῦς ἰδέας ἑνὸς ἀντάρτικου στρατοῦ καὶ ἑνὸς ἀνταρτοπολέμου ὡς μόνης ὀργάνωσης καὶ μόνης στρατηγικῆς ἀνταποκρινόμενης στὸν χαρακτήρα ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ καθεστῶτος».

Ὁ Λένιν πίστευε ὅτι, ἂν ἐξαιρέσει κάποιος τὴν περίπτωση τῆς ἐπαναστατικῆς ἡττοπάθειας, «Στὸ ἑξῆς οἱ συγκρούσεις τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων δὲν μποροῦν νὰ ἐκπληρώσουν θετικὰ ἱστορικὰ καθήκοντα», ὅπως οἱ ναπολεόντιοι πόλεμοι καὶ ὁ γαλλοπρωσικὸς τοῦ 1870. «Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπαναστατικῆς ἡττοπάθειας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ αὐτονόητη ἐπιταγὴ γιὰ τοὺς σοσιαλιστὲς ἑνὸς ἐμπόλεμου κράτους, γίνεαι ἀνόητη καὶ καταστροφικὴ ὅταν πρόκειται γιὰ δίκαιους, ἀμυντικοὺς ἐπαναστατικοὺς πολέμους· ἡ ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας εἶναι προδοσία τοῦ σοσιαλισμοῦ σὲ περίπτωση ἑνὸς ἰμπεριαλιστικοῦ πολέμου καὶ σοσιαλιστικὸ καθῆκον σὲ περίπτωση πολέμου καταπιεζομένων λαῶν ἐναντίον τῶν μεγάλων ἰμπεριαλιστικῶν Δυνάμεων ἢ πολέμου τοῦ νικηφόρου προλεταριάτου μιᾶς χώρας ἐναντίον τοῦ καπιταλιστικοῦ περιγύρου». Ὁ Λένιν ὑποστήριζε ὅτι «Διάφοροι Σοσιαλδημοκράτες ἐσφαλμένα ἀποκηρύσσουν κάθε ἐθνικὸ πόλεμο ἐπειδὴ ὁ παρὼν [Α’ Π.Π.] παρουσιάζεται ἐσφαλμένα ὡς ἐθνικὸς πόλεμος … Τὸ μόνο πιθανὸ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς θέσης ‘Δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν πιὰ ἐθνικοὶ πόλεμοι’ εἶναι ὅτι ὁ κόσμος διαιρέθηκε σὲ μιὰ χούφτα μεγάλων ἰμπεριαλιστικῶν δυνάμεων καὶ ἔτσι κάθε πόλεμος, ἀκόμη κι ἂν ξεκινᾶ ὡς ἐθνικὸς πολεμος, μετατρέπεται σὲ ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο ἐπηρεάζοντας τὰ συμφέροντα μιᾶς ἀπὸ τὶς ἰμπεριαλιστικὲς δυνάμεις ἢ συνασπισμοῦ δυνάμεων» κατακρίνοντας τὸ ἐπιχείρημα αὐτό (The Junius Pamphlet, Ὀκτώβριος 1916, Sbornik Sotsial-Demokrata ἀρ. 1: “various Social-Democrats mistakenly repudiate all national wars because the present war is falsely represented to be a national war […] The only argument that can be used in defence of the thesis: “there can be no more national wars” is that the world has been divided up among a handful of “Great” imperialist powers, and, therefore, every war, even if it starts as a national war, is transformed into an imperialist war and affects the interests of one of the imperialist Powers or coalitions”). «Μονάχα ὅταν θὰ ἔχουμε νικήσει ὁλότελα τὴν ἀστικὴ τάξη σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο θὰ καταστοῦν ἀδύνατοι οἱ πόλεμοι» («Τὸ πολεμικὸ πρόγραμμα τῆς προλεταριακῆς ἐπανάστασης», 9ος/1916, Jugend-Internationale, ἀρ. 9 και 10, (9ος και 10ος 1917): “Only after we have overthrown, finally vanquished and expropriated the bourgeoisie of the whole world, and not merely in one country, will wars become impossible”)». Κατὰ τὸν Λένιν, «Ὁ ‘μικροαστὸς’ ἀρκεῖται βέβαια σὲ ἐξηγήσεις ὅπως ‘Ὁ ἐχθρὸς εἰσέβαλε στὴ χώρα μου’ και δὲν τὸν ἀπασχολεῖ ὁ πολιτικὸς σκοπὸς καὶ ὁ ταξικὸς χαρακτήρας, ἤτοι ἡ ἱστορικὴ-πολιτικὴ ἀποτίμηση τοῦ πολέμου» («Μιὰ καρικατούρα τοῦ Μαρξισμοῦ», κεφ. «Ἡ μαρξιστικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ‘ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας’», 8ος-10ος/1916, Zvezda, τχ. 1-2: “The philistine does not realise that war is “the continuation of policy”, and consequently limits himself to the formula that “the enemy has attacked us”, “the enemy has invaded my country”, without stopping to think what issues are at stake in the war, which classes are waging it, and with what political objects”), «Λὲς καὶ ἡ οὐσία ἑνὸς πράγμτος εἶναι ποιὸς ἐπιτέθηκε πρῶτος καὶ ὄχι τί σκοποὺς ἔχει καὶ ποιὲς τάξεις διεξάγουν τὸν πόλεμο» (Ἀνοιχτὴ ἐπιστολὴ στὸν B. Souvarine, 12ος/1916: “As if the question were: Who was the first to attack, and not: What are the causes of the war? What are its aims? Which classes are waging it?”), ἀναφέροντας προηγουμένως ὅτι: «Δὲν ἀντιτίθεμαι καθόλου στοὺς πολέμους γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς δημοκρατίας ἢ ἐνάντια στὴν ἐθνικὴ καταπίεση, οὔτε φοβᾶμαι φράσεις ὅπως ‘ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας’ ἀναφορικὰ μὲ αὐτοὺς τοὺς πολέμους ἢ τὶς ἐξεγέρσεις» (ὄ.π.,“I am not at all opposed to wars waged in defence of democracy or against national oppression, nor do I fear such words as “defence of the fatherland” in reference to these wars or to insurrections. Socialists always side with the oppressed and, consequently, cannot be opposed to wars whose purpose is democratic or socialist struggle against oppression”). Γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας γράφει ἐπίσης: «Ἡ ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας εἶναι ἕνα ψέμα σὲ ἕναν ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο, ἀλλὰ ὄχι σὲ ἕνα δημοκρατικὸ καὶ ἐπαναστατικὸ πόλεμο» («Ἀπάντηση στὸν Π. Κιέφσκυ», 8ος-9ος/1916, Proletarskaya Revolutsia, ‘αρ. 7 (1929): “Defence of the fatherland is a lie in an imperialist war, but not in a democratic and revolutionary war”).

Τὸ δίκαιο τοῦ πολέμου, λοιπόν, δὲν ἀποφασίζεται μὲ βάση ποιὸς ἐμπόλεμος ἐπιτέθηκε πρῶτος. «Ὅπως πιστεύει ὁ Λένιν, ἕνας μαρξιστὴς μπορεῖ τὸ δίχως ἄλλο νὰ ὑποστηρίξει ἕναν ἐπαναστατικὸ ἐπιθετικὸ πόλεμο ἐναντίον ‘ἀντεπαναστατικῶν χωρῶν’» («Ἡ κατάρρευση τῆς Δεύτερης Διεθνοῦς», 1915, Kommunist, τχ. 1–2, ΙΙΙ, “We Marxists have always stood, and still stand, for a revolutionary war against counter-revolutionary nations. For instance, if socialism is victorious in America or in Europe in 1920, and Japan and China, let us say, then move their Bismarcks against us—if only diplomatically at first—we certainly would be in favour of an offensive revolutionary war against them”)». Φυσικά, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Μ.-Ε., ἐναπόκειται στὸν ἑκάστοτε Λένιν καὶ φωτισμένο ἡγέτη νὰ ἀποφασίσει ποιὸς πόλεμος εἶναι ἐπαναστατικὸς καὶ δίκαιος.

Ἐντυπωσιακὴ εἶναι ἡ ὁμοιότητα τοῦ ναζιστικοῦ «ἀστραπιαίου πολέμου» μὲ τὴν ἑξῆς ἄποψη τοῦ Λένιν: «Τὸ μυστικὸ τῆς νίκης εἶναι ‘νὰ κερδίσεις μιὰ πρώτη ἐπιτυχία καὶ νὰ προχωρήσεις ἀπὸ ἐπιτυχία σὲ ἐπιτυχία χωρὶς νὰ διακόψεις τὴν ἐπίθεση ἐνάντια στὸν ἐχθρό’» (Proletarskyaya Revolutsia, ἀρ. 2, 13/14 Σεπτεμβρίου 1917: “you must win the first success and then proceed from success to success, never ceasing the offensive against the enemy, taking advantage of his confusion, etc.”). Καὶ παλιότερα, τόνιζε ὅτι «Ἡ ἐξέγερση εἶναι μιὰ τέχνη καὶ ὁ βασικὸς κανόνας τῆς τέχνης αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπίθεση ποὺ διεξάγεται μὲ ἀπόκοτη τόλμη καὶ μέγιστη ἀποφασιστικότητα» («Διδάγματα ἀπὸ τὴν ἐξέγερση τῆς Μόσχας», 29-8-1906, Proletary, ἀρ. 2: “insurrection is an art and the principal rule of this art is the waging of a desperately bold and irrevocably determined offensive”).

This entry was posted in Αριστερά and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s