Ἀθανάσιος Χριστόπουλος: Ἰλιάδας Α’

Ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ μετέφρασαν τὴν Ἰλιάδα ἦταν ὁ λόγιος Ἀθανάσιος Χριστόπουλος ἀπὸ τὴν Καστοριά. Μετέφρασε (κατὰ τὶς δεκαετίες τοῦ 1830 καὶ 1840) τὴν πρώτη ραψωδία τῆς Ἰλιάδας χρησιμοποιώντας λέξεις ἀπὸ τὰ καστοριανὰ καὶ κοζανίτικα. Εἶχε προηγηθεῖ, ὡς μεταφραστὴς τῆς Ἰλιάδας, ὁ ἐπίσης Δυτικομακεδόνας, Κοζανίτης Γεώργιος Ρουσιάδης (1816-19). Τὰ λάθη δικά μου.

 

ΟΜΗΡΟΣ

ΙΛΙΑΔΑΣ Α’

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εἰς τὴν νεότητά μου ἐδοκίμασα νὰ μεταφράσω τὸν Ὅμηρον μὲ στίχους ὁμοιοκατάληκτους˙ ἀλλ’ ἀφοῦ ἀρκετὰ ἐκοπίασα, δὲν ἐδυνήθηκα νὰ μεταφράσω κατὰ τὸν πόθον μου χωρὶς περιττὰ παραγεμίσματα˙ καὶ παραιτήθηκα. Εἰς τὸ γῆρας μου ενθυμήθηκα, ὅτι ὅλ’ οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες μεταχειρίζουνταν στίχους ἀνομοιοκαταλήκτους κατὰ διαφόρους ρυθμούς, συνηθισμένους εἰς τοὺς καιρούς των, καθὼς καὶ οἱ μαθηταί τους Ῥωμαῖοι. Μάρτυρες τοῦ λόγου μου εἶναι τὰ σωζόμενα ποιήματά τους. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔτι ὅλοι τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ Ὕμνοι, ἐκτὸς τῶν ἰδιομέλων λεγομένων, εἶναι στίχοι ἀνομοικατάληκτοι ρυθμῶν μουσικῶν διαφόρων καὶ ἤχων. Καθὼς, παραδείγματος χάριν εἶναι καὶ οἱ ἑξῆς κατὰ τὸν Δώριον ἦχον:

Ἀνοίξω τὸ στόμα μου

καὶ πληρωθήσεται πνεύματος˙

καὶ λόγον ἐρεύξομαι

τῇ βασιλίδι μητρί˙

καὶ ὀφθήσομαι

φαιδρῶς πανηγυρίζων˙

καὶ ᾄσω γηθόμενος

ταύτης τὰ θαύματα.

Και:

Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν,

ἀθλοφόρε Γεώργιε,

συνελθόντες σήμερον.

Εὐφημοῦμέν σε

ὅτι τὸν δρόμον τετέλεκας˙

τὴν πίστην τετήρηκας˙

καὶ ἐδέξω ἐκ Θεοῦ

τὸν τῆς νίκης σου στέφανον,

ὃν ἱκέτευε,

ἐκ φθορᾶς καὶ κινδύνων λυτρωθῆναι

τοὺς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας

τὴν ἀεισέβαστον μνήμην σου.

Καὶ τ. λ.

           

Λοιπὸν κι ἐγὼ τοὺς παλαιούς μας μιμούμενος, μετέφρασα τὴν Α’ Ἰλιάδα μὲ τοὺς ἀνομοιοκατάληκτους τροχαϊκοὺς τοῦ Αἰσχύλου στίχους. Καὶ τοῦτ’ ὄχι δι’ ἄλλο, πάρεξ νὰ ἰδῶ, ἂν ὁ Ὅμηρος μεταφράζεται πληρέστερα χωρὶς παραγεμίσματα λέξιν πρὸς λέξιν μὲ αὐτούς.

Τέτοιους πολλοὺς ὁ Αἰσχύλος εἰς τοὺς Πέρσας μεταχειρίζεται. Εἶναι δὲ αὐτοὶ οἱ δεκαπεντασύλλαβοί μας, οἱ λεγόμενοι πολιτικοί. Καθώς:

 

Ὦ βαθυζώνων ἄνασσα, Περσίδων ὑπερτάτη,

μῆτερ, ἡ Ξέρξου γηραιά, χαῖρε, Δαρείου γύναι.

Καὶ τ. λ.

           

Οἱ δὲ ὁμοιοκατάληκτοι στίχοι εἶναι, νομίζω, τῶν Σαρακηνῶν Ἀράβων. Αὐτοὶ ἐδίδαξαν καὶ τοὺς Πέρσας τὴν ὁμοιοκαταληξίαν. Τοὺς Σαρακηνοὺς βέβαια ἐμιμήθησαν καὶ οἱ Ἱσπανοί, ἐπὶ τῆς Σαρακηνοκρατίας τους. Τοὺς Ἱσπανοὺς ἔπειτα οἱ Φράγκοι τοὺς ἀκολούθησαν˙ καὶ τοὺς Φράγκους οἱ Ἰταλοὶ καὶ πολὺ κατόπ’ οἱ Ἕλληνές μας τοὺς Ἰταλούς. Πρῶτος μιμητής τους φαίνεται ὁ Κρητικὸς Βιζέντζος Κορνάρος, ὁ ποιητὴς τῶν Ἐρώτων τοῦ Ἐρωτόκριτου καὶ τῆς Ἀρετούσας.

                                                                                                                                                                                                    Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΙΛΙΑΔΑΣ Α’

 

 

 

 

 

 

 

 

10

 

 

 

 

 

 

 

 

 

20

 

 

 

 

 

 

 

 

 

30

 

 

 

 

 

 

 

 

 

40

 

 

 

 

 

 

 

 

 

50

 

 

 

 

 

 

 

 

 

60

 

 

 

 

 

 

 

 

 

70

 

 

 

 

 

 

 

 

 

80

 

 

 

 

 

 

 

 

 

90

 

 

 

 

 

 

 

 

 

100

 

 

 

 

 

 

 

 

 

110

 

 

 

 

 

 

 

 

 

120

 

 

 

 

 

 

 

 

 

130

 

 

 

 

 

 

 

 

 

140

 

 

 

 

 

 

 

 

 

150

 

 

 

 

 

 

 

 

 

160

 

 

 

 

 

 

 

 

 

170

 

 

 

 

 

 

 

 

 

180

 

 

 

 

 

 

 

 

 

190

 

 

 

 

 

 

 

 

 

200

 

 

 

 

 

 

 

 

 

210

 

 

 

 

 

 

 

 

 

220

 

 

 

 

 

 

 

 

 

230

 

 

 

 

 

 

 

 

 

240

 

 

 

 

 

 

 

 

 

250

 

 

 

 

 

 

 

 

 

260

 

 

 

 

 

 

 

 

 

270

 

 

 

 

 

 

 

 

 

280

 

 

 

 

 

 

 

 

 

290

 

 

 

 

 

 

 

 

 

300

 

 

 

 

 

 

 

 

 

310

 

 

 

 

 

 

 

 

 

320

 

 

 

 

 

 

 

 

 

330

 

 

 

 

 

 

 

 

 

340

 

 

 

 

 

 

 

 

 

350

 

 

 

 

 

 

 

 

 

360

 

 

 

 

 

 

 

 

 

370

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

380

 

 

 

 

 

 

 

 

 

390

 

 

 

 

 

 

 

 

 

400

 

 

 

 

 

 

 

 

 

410

 

 

 

 

 

 

 

 

 

420

 

 

 

 

 

 

 

 

 

430

 

 

 

 

 

 

 

 

 

440

 

 

 

 

 

 

 

 

 

450

 

 

 

 

 

 

 

 

 

460

 

 

 

 

 

 

 

 

 

470

 

 

 

 

 

 

 

 

 

480

 

 

 

 

 

 

 

 

 

490

 

 

 

 

 

 

 

 

 

500

 

 

 

 

 

 

 

 

 

510

 

 

Τὴν ἔχθραν ψάλλε τὴν κακήν, θεά, τοῦ Ἀχιλλέως,

ποὺ ἔφερε τοὺς Ἀχαιοὺς ἀναριθμήτους πόνους.

Καὶ εἰς τὸν Ἅδην ἔρριξε πολλὲς ψυχὲς ἀνδρεῖες

ἡρώων˙ καὶ τοὺς ἔκαμεν αὐτοὺς φαγὶ τῶν σκύλων.

Ἀπὸ τι δὰ ἐμάλωσαν κι ἐχώρισαν τὰ πρῶτα

ὁ δοξασμένος Ἀχιλλεὺς κι ὁ βασιλεὺς Ἀτρείδης;

Καὶ ποιός Θεὸς τοὺς ἔβαλε εἰς λόγια, νὰ μαλώσουν;

Ὁ υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Λητοῦς˙ αὐτὸς τὸν βασιλέα

ὀργίσθη˙ καὶ στὸ στράτευμα κακὴν σήκωσ’ ἀρρώστια.

Καὶ οἱ λαοὶ ἐχάνονταν˙ γιατὶ ὁ βασιλέας

Ἀτρείδης τοῦ ἀτίμασε τὸν ἱερέα Χρύσην.

Ὅτ’ ἦρθ’ αὐτὸς εἰς τὰ γοργὰ τῶν Ἀχαιῶν καράβια,

διὰ τὴν θυγατέρα του νὰ τὴν ἐλευθερώσει,

ἄπειρα λύτρα φέροντας, βαστώντας καὶ στὰ χέρια

τὸ στέμμα τοῦ Ἀπόλλωνος μὲ τὸ χρυσὸν τὸ σκῆπτρον.

Καὶ παρακάλει ὁλουνοὺς τοὺς Ἀχαιούς˙ καὶ πλέον

τοὺς δύο Ἀτρείδας τοῦ λαοῦ ἀρχιστρατήγους πρώτους.

Ἀτρεῖδες, εἶπε, κι Ἀχαιοὶ εὐμορφοκνήμιδ’ ἄλλοι

εἴθ’ οἱ θεοί, ὁποὺ κατοικοῦν τὰ δώματα τ’ Ὀλύμπου,

νὰ δώσουν νὰ πορθήσετε τὴν πόλιν τοῦ Πριάμου,

καὶ στὴν πατρίδα σας καλὰ νὰ κατευδοθῆτε.

Τὴν κόρην λύστε μ’ τὴν γλυκὴν καὶ πάρτ’ αὐτὰ τὰ λύτρα.

Σεβόμενοι τὸν μακρόχτυπον Ἀπόλλων’ υἱὸν τοῦ Δία.

Τότ’ ὅλ’ ἐκεῖ ἐφώναξαν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ ἄλλοι,

τὸν ἱερέα νὰ ντραποῦν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰ λύτρα.

Ὅμως ὁ Ἀγαμέμνονας, δὲν τἄρεσ’, ὁ Ἀτρείδης˙

ἀλλὰ κακὰ τὸν ἔδιωξε καὶ προσταγὴ φρικτή ‘πε˙

Μὴ σ’ εὕρω, γέροντα, ἐγὼ στὰ βαθουλὰ καράβια,

ἢ νὰ ἀργήσεις τώρ’ αὐτοῦ ἢ ὕστερ’ πάλε νάρθεις˙

καὶ τοῦ Θεοῦ δὲν σ’ ὠφελήσ’ τὸ στέμμα καὶ τὸ σκῆπτρον.

Αὐτὴν ἐγὼ δὲν ἀπολνῶ, πρὶν τὴν ἐρθεῖ τὸ γῆρας,

στὸ Ἄργος, εἰς τὸ σπίτι μου, μακρυὰ ‘πὸ τὴν πατρίδα,

ἔχοντας ἔργον τὸ πανὶ καὶ τὸ δικό μου στρῶμα.

Μόν’ φύγε˙ μή με σύγχιζε, γερὸς γιὰ νὰ πηγαίνεις.

Ἔτσ’ εἶπε˙ καὶ φοβήθηκεν ὁ γέρος κι ὑποτάχθη

στὸν λόγον˙ καὶ ἐκίνησε σιωπηλὰ στὴν ἄκραν

τῆς φλοισβερῆς τῆς θάλασσας καὶ περισςὰ μακρόθεν

πηγαίνοντας προσεύχουνταν στὸν βασιλέ’ Ἀπόλλων’,

ὁποὺ τὸν γέννησ’ ἡ Λητὼ ἡ εὐμορφομαλλιάρα.

Ἄκουσ’ μ’, ἀργυροδόξαρε, ὁποὺ τὴν Χρύσαν σκέπεις

καὶ Κίλλαν καὶ τὴν Τένεδον ἀνδρεῖα βασιλεύεις,

Σμινθέα, ἂν ὀρόφωσα ποτέ μου τὸν ναόν σου

ἢ ἂν καὶ σὲ κατάκαυσα μηριὰ παχειὰ ποτέ μου

γιδιῶν καὶ ταύρων, τέλειωσε τὸν πόθον μου ἐτοῦτον.

Οἱ Δαναοὶ τὰ δάκρυά μου μὲ βέλη σ’ ἂς πλερώσουν.

Ἔτσ’ εἶπε προσευχόμενος. Τὸν ἄκουσ’ ὁ Ἀπόλλων.

Κι ἀπ’ τοῦ Ὀλύμπου τὲς κορφὲς κατέβη θυμωμένος,

ἔχοντας εἰς τοὺς ὤμους του δοξάρι καὶ φαρέτραν.

κι εἰς τὸν θυμὸν κινούμενος, βροντήξαν οἱ σαΐτες

στοὺς ὤμους του˙ κι ἐπήγαινεν ὁμοιάζοντας σὰν νύχτα.

Ἐκάθησε τότ’ ἔπειτα μακρυὰ ‘πὸ τὰ καράβια˙

καὶ μετὰ τοῦτο ἔρριξε κατοπινὰ σαΐταν.

Κι ἔγινε βρόντος τρομερὸς ἀπ’ τ’ ἀργυρὸ δοξάρι.

Πρῶτα τὲς μούλες λάβωσε καὶ τοὺς γοργοὺς τοὺς σκύλους.

Ἀλλὰ κατόπι ρίχνοντας πικρὸ σ’ ἐκείνους βέλος

χτυποῦσε, καὶ πυκνὲς φωτιὲς νεκρῶν ἐκαίγαν πάντα.

Μέρες ἐννιὰ στὸ στράτευμα ἐτρέχαν θεοῦ βέλη.

Στὲς δέκα κάλεσ’ εἰς βουλὴν λαὸν ὁ Ἀχιλλέας.

Αὐτὸν ἐφώτισ’ ἡ Θεὰ ἀσπραγκαλιάρα Ἥρα,

λυπούμενη τοὺς Δαναούς, ὅτ’ ἔβλεπε πεθαίνουν.

Λοιπὸν σὰν ἐσυνάχθηκαν καὶ κάθησαν ἀντάμα,

ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς σηκώθ’ εἰς τούτους κι εἶπεΐ

Ἀτρείδη, θὰ ποδίσομεν ἐμεῖς, νομίζω, τώρα

κι ὀπίσω θὰ γυρίσομεν, ἂν φύγομεν τὸν Χάρον˙

ὅτ’ ὁ λοιμὸς κι ὁ πόλεμος τοὺς Ἀχαιοὺς δαμάζει.

Ἔλ’ ἂς ρωτήσομεν τινὰ μάντιν ἢ ἱερέα,

νὰ πεῖ τί τόσον θύμωσεν ὁ Φοῖβος ὁ Ἀπόλλων;

Μὴ μέμφεται γιὰ τάξιμον; Ἢ μὴ γιὰ ἑκατόμβην;

Ἢ μήπως θέλει λίπ’ ἀρνιῶν ἢ καὶ γιδιῶν τελείων

νὰ λάβει κι ὕστερ’ τὸ κακὸν νὰ μᾶς ἀπομακρύνει;

Ἔτσ’ εἶπ’ αὐτὸς καὶ κάθησε. Κι εἰς τούτους ἐσηκώθη

ὁ Κάλχας θεστορόπουλος μέγας ὀρνιθομάντης,

ποὺ ἤξευρε τὰ ὅσα εἶν’ καὶ ἦταν καὶ θὰ εἶναι,

κι εἰς τὴν Τρῳάδ’ ὁδήγησε τῶν Ἀχαιῶν τὸν στόλον

μὲ τὴν μαντείαν του, ὁποὺ τὸν ἔδωσ’ ὁ Ἀπόλλων.

Αὐτὸς ἐκείνους φρόνιμα ὁμίλησε καὶ εἶπε˙

Φίλε τοῦ Δία Ἀχιλλεῦ, προστάζεις νὰ λαλήσω

τοῦ μακροχτύπη βασιλέ’ Ἀπόλλωνα τὴν κάκια;

Τὴν λέγω ‘γώ˙ ἀλλὰ ἐσὺ ὑπόσχου κι ὄμνεξέ με

νὰ μὲ βοηθήσεις πρόθυμα μὲ λόγια καὶ μὲ χέρια˙

Γιατὶ νομίζω βέβαια ἄνθρωπον θὰ θυμώσω,

ποὺ τοὺς Ἀργείους ὁλουνοὺς μεγαλοβασιλεύει˙

Καὶ εἰς αὐτὸν οἱ Δαναοὶ ὑποταγμένοι εἶναι.

Ὅτι νικάει ὁ βασιλεύς, ἂν στὸν μικρὸν θυμώσει.

Κι ἂν καὶ χωνεύσει τὸν θυμὸν τὴν ἴδιαν ἡμέραν,

κρατεῖ πλὴν πάθος στὴν καρδιά, κατόπι νὰ τὸ κάμει.

Κ’ ἐσὺ στοχάσου τὸ λοιπόν, ἂν ἴσως καὶ μὲ σώσεις.

Τὸν ἀποκρίθ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ὁ γοργοπόδης˙ κι εἶπε˙

Ὑπερθαρρεύοντας εἰπὲ ὅ,τι χρησμὸν γνωρίζεις˙

γιατί, μὰ τὸν Ἀπόλλωνα, τὸν φίλτατον τοῦ Δία,

πρὸς τὸν ὁποῖον ἐσὺ προσεύχεσαι, ὦ Κάλχα,

καὶ εἰς τοὺς Δαναοὺς χρησμοὺς ξηγᾶς καὶ φανερώνεις,

ὅσο ἐγώ ‘μαι ζωντανὸς κι’ ἀπάν’ στὴν γῆν θωριοῦμαι,

κανένα ἀπ’ τοὺς Δαναοὺς ἐδ’ ὅλους στὰ καράβια

δὲν βάνει χέρ’ ἀπάνω σου˙ κι’ ἂν πεῖς κι ὁ Ἀγαμέμνων,

ποὺ τώρ’ ὅτ’ εἶν’ δοξάζεται τῶν Ἀχαιῶν ὁ πρῶτος.

Καὶ τότε δὰ θαρρεύτηκε καὶ εἶπ’ ὁ ἅγιος μάντις.

Δὲν μέμφεται γιὰ τάξιμον αὐτὸς ἢ ἑκατόμβην,

μόν’ γιὰ τὸν ἱερέα του, π’ ἀτίμασ’ Ἀγαμέμνων.

κι’ οὐδὲ τὴν κόρ’ ἀπόλυκε, οὐδὲ τὰ λύτρ’ ἐδέχθη.

Γιὰ τοῦτο πόνους ἔδωσε˙ κι ἀκόμα θέλει δώσει.

Οὔτε σηκώνει τοῦ λοιμοῦ προτοῦ τὰ βαρειά του χέρια,

ὡσποὺ δὲν παραδώσομεν τὴν μαυρομάταν κόρην,

ἄλυτρην, ἀναγόραστην στὸν ποθητὸν πατέρα

κι εἰς Χρύσαν δὲν προσφέρομεν ἁγίαν ἑκατόμβην

καὶ τότε νὰ ἐλπίσομεν πὼς τὸν ἐξιλεοῦμεν.

Ἔτσ’ εἶπ’ αὐτὸς καὶ κάθησε. Κι εἰς τούτους ἐσηκώθη

Ὁ ἥρως μέγας βασιλεὺς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων

θλιμμένος, καὶ κατάκαρδα ὅλος θυμὸν γεμάτος.

Καὶ ὅμοια τὰ μάτια του ὡσὰν φωτιὰ λαμπρή ‘ταν.

Πρῶτα τὸν Κάλχαντα, κακὰ κοιτάζοντας, τὸν εἶπε˙

Κακομάντι, χαροποιὸν ποτέ σου δὲν μοῦ εἶπες,

πάντοτε τὰ κακὰ ‘γαπᾶ ὁ νοῦς σου νὰ μαντεύει.

Λόγον καλὸν δὲν λάλησες˙ οὔτ’ ἔκαμες ποτέ σου.

Καὶ τώρα προφητεύοντας στοὺς Δαναοὺς, φωνάζεις,

πὼς τάχα πόνους γιατ’ αὐτὸ τοὺς κάμν’ ὁ μακροχτύπης,

γιατὶ ἐγὼ δὲν ἤθελα τῆς κόρης Χρυσηΐδας

τὰ λαμπρὰ λύτρα νὰ δεχθῶ, ὅτι περίπου θέλω

νά’ χω αὐτὴν στὸ σπίτι μου, γιατὶ καὶ τὴν προκρίνω

ἀπ’ τὴν κορασιδένια μου γυναίκα Κλυταιμνήστρα.

Ὅτι δὲν εἶν’ κατώτερη αὐτὴ ἀπὸ ἐκείνην

στὸ σῶμα καὶ στὸ κάλλος της, στὴ γνώση καὶ στὰ ἔργα.

Ἀλλὰ καὶ ἔτσι δέχομαι, ὀπίσω νὰ τὴ δώσω,

Ὅτ’ ὁ λαὸς θέλω νὰ ζεῖ καὶ ὄχι νὰ πεθάνει.

Ἀλλ’ ὅμως ἑτοιμάστε με πάραυτα δῶρον ἄλλο,

μὴ τοὺς Ἀργείους μεταξὺ μονάχος ἀπομείνω

ἀφιλοδώρητος ἐγώ˙ ὅτ’ ἐπειδὴ δὲν πρέπει.

Τὸ βλέπετ’ ὅλοι πὼς ἀλλοῦ τὸ δῶρόν μου πηγαίνει.

Τὸν ἀποκρίθ’ ὁ Ἀχιλλεὺς κατόπ’ ὁ γοργοπόδης.

Ἔνδοξ’ Ἀτρείδη καὶ πολλὰ φιλόπλουτε ἀπ’ ὅλους˙

οἱ μεγαλόψυχ’ Ἀχαιοὶ πῶς νὰ σὲ δώσουν δῶρον;

Δῶρα πολλὰ δὲν ξεύρομεν πούποτ’ ἀποθεμένα˙

Ἀλλὰ τὰ ὅσ’ ἁρπάξαμεν ἀπὸ τὲς πολιτεῖες,

αὐτὰ διαμοιράσθηκαν˙ κι αὐτὰ δὲν παραπρέπει,

νὰ τὰ μεταμαζώξομεν ἀπ’ τοὺς λαοὺς ὀπίσω.

Πλὴν τώρ’ αὐτὴν στεῖλ’ στὸν θεόν˙ κι οἱ Ἀχαιοὶ κατόπι

νὰ σὲ πληρώσομεν τριπλὰ καὶ τετραπλά, ὁπόταν

δώσει ὁ Ζεὺς ν’ ἁρπάξομεν τὴν πολιτείαν Τροίαν.

Τὸν ἀποκρίθ’ ὁ βασιλεὺς ὁ Ἀγαμέμνων κι εἶπε.

Ὦ ὁμοιόθε’ Ἀχιλλεῦ, ὡσὰν καλὸς ποὺ εἶσαι,

μὴ δόλια δὲν μὲ περνᾶς, οὐδὲ μὲ καταπείθεις.

Ἤ θέλεις νά ‘χεις δῶρο σὺ κι ἐγὼ νἀ κάθομ’ ἔτσι;

Προστάζεις με νὰ δώσ’ αὐτήν; Τὴν δίδω, ἀλλ’ ἀνίσως

οἱ μεγαλόψυχ’ Ἀχαιοὶ μὲ δώσουν δῶρον ἄλλο,

ταιριάζοντάς το στὴν καρδιά μ’, ἰσότιμον γιὰ νά ‘ναι.

Εἰδὲ καὶ δὲν μὲ δώσουνε, τότε λοιπὸν ὁ ἴδιος

ἐγὼ μονάχος ἔρχομαι, κι ἢ παίρνω τὸ δικόν σου

τὸ δῶρον’ ἢ τοῦ Αἴαντος, εἴτε τοῦ Ὀδυσσέως,

καὶ θὰ θυμώσει καὶ αὐτός, πρὸς ὅποιον ὑπάγω.

Ἀλλὰ αὐτὰ μὲν καὶ μετὰ θὰ στοχασθοῦμεν πάλε.

Τώρ, ὅμως ἔλ’ νὰ σύρομεν στὴν θάλασσαν καράβι

κι εἰς τοῦτο νὰ συνάξομεν πιτήδειους λαμνοτάδες,

καὶ ν’ ἀποκαταθέσομεν τὴν ἑκατόμβην μέσα

καὶ νὰ τὴν ἀνεβάσομεν τὴν εὔμορφην Χρυσίδα.

Κι’ ἂς γένει ἄνδρας ἀρχηγὸς κανένας βουληφόρος,

ὁ Αἴας, ἢ Ἰδομενεύς, εἴτε ὁ Ὀδυσσέας,

ἢ κατατρομερότατε ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους

Υἱὲ Πηλέως καὶ ἐσύ, διὰ νὰ θυσιάσεις

θυσίαν τὸν Ἀπόλλωνα, νὰ μᾶς τὸν ἱλεώσεις.

Κι ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς τὸν στραβοκοίταξ’ κι εἶπε˙

Ὤϊμέ, δολερόγνωμε ντυμέν’ ἀναισχυντίαν,

πῶς πρόθυμ’ ἕνας Ἀχαιὸς τοὺς λόγους σου θ’ ἀκούσει.

ἢ νά ‘ρθει δρόμον ἢ γερὰ νὰ πολεμάει ἀνθρώπους;

διατὶ γιὰ τοὺς κονταρευτὰς ἐγὼ τοὺς Τρωαδίτας

δὲν ἦρθ’ αὐτοῦ νὰ πολεμῶ˙ ὅτ’ αἴτιοι δὲν μ’ εἶναι,

ὅτ’ οὔτε βόδια μου ποτέ, οὔτ’ ἄλογα μ’ ἐπῆραν˙

Οὐδὲ στὴν πολυκάρπιμην κι’ ἀνδρειοθρέφτραν Φθίαν,

καρποὺς ποτὲ μ’ ἐχάλασαν, γιατ’ εἶναι μεταξύ μας

πολλὰ κατάσκια βουνὰ καὶ θάλασσα βοΐστρα,

ἀλλὰ ἀκολουθήσαμεν, ἀναίσχυνται, μ’ ἐσένα,

νὰ λάβομεν ἐκδίκησιν ἀπὸ τοὺς Τρωαδίτας,

γιὰ τὸν Μενέλαον καὶ γιὰ σέ, νὰ χαίρεσαι’ αὐθάδη.

Αὐτὰ δὲν τὰ στοχάζεσαι, οὔτε ποσῶς φροντίζεις,

καὶ φοβερίζεις μάλιστα τὸ δῶρο νὰ μὲ πάρεις,

ὁποὺ κοπίασα πολλὰ κι οἱ Ἀχαιοὶ μ’ ἐδῶσαν.

Οὔτ’ ἔχω δῶρον ὅμοιον ἐγὼ ποτὲ μ’ ἐσένα,

ὅταν πορθοῦν οἱ Ἀχαιοὶ Τρωάδας πλούσιαν πόλιν,

ἀλλὰ τὸ μέρος τὸ πολὺ τ’ ὁρμητικοῦ πολέμου

τὸ κυβερνοῦν τὰ χέρια μου. Ὁπόταν ὅμως ἔλθει

ὁ μοιρασμός, τότε λοιπὸν ἐσὺ τὸ δῶρον ἔχεις

τὸ πλέον μεγαλύτερον˙ ἐγὼ δὲ τὸ ὀλίγον

δεχόμενος εὐχάριστα, ἔρχομαι στὰ καράβια,

ἀφοῦ καὶ κατακουρασθῶ, στὲς μάχες πολεμώντας.

Τώρα, στὴ Φθί’ ἀναχωρῶ, καλύτερα πολ’ εἶναι

μὲ τὰ κορωνοκάραβα νὰ πάγω στὴν πατρίδα.

Καὶ σύ, νομίζω, πὼς αὐτοῦ ἀτιμασμένος ὄντας

πλοῦτον καὶ εἰσοδήματα δὲν θὰ παραρουφήξεις.

Τὸν ἀποκρίθ’ ὁ βασιλεὺς κατόπ’ ὁ Ἀγαμέμνων.

Φεύγα τ΄ ὀγληγορότερον, ἂν λαχταρ’ ἡ καρδιά σου,

ἐγὼ δὲν σὲ παρακαλῶ, νὰ μείνεις γιατ’ ἐμένα.

Σ’ ἐμένα κι ἄλλ’ εὑρίσκονται, ὁποὺ θὰ μὲ τιμήσουν,

μάλιστα ὁ Αἴας ὁ σοφός. Ἐσὺ δὲ μ’ εἶσ’ ἀπ’ ὅλους

τοὺς διοθρέπτους βασιλεῖς ὁ καταμισημένος.

Πάντα μαλώματ’ ἀγαπᾶς καὶ πολέμους καὶ μάχες.

Εἰδὲ πολύ ‘σαι δυνατός, τοῦτο θεὸς σὲ τό ‘δωσ’.

Ὕπαγε στὴν πατρίδα σου μὲ τοὺς δικούς σου φίλους,

καὶ μ’ ὅλα τὰ καράβια σου καὶ δὰ τοὺς Μυρμιδόνας

βασίλευε. Κι ἐσέν’ ἐγὼ δὲ σὲ ψηφῶ, ἀλλ’ οὔτε

φροντίζω ἂν ἐθύμωσες, ἀλλὰ καὶ σὲ καυχιοῦμαι

πὼς τὴν Χρυσήδα μὲ στερεῖ ὁ Φοῖβος ὁ Ἀπόλλων.

Κι ἐγὼ μὲ τὰ καράβια μου καὶ φίλους μου τὴν παίρνω,

ἀλλὰ τὴν καλομάγουλη Βρισήδα κι ἐγὼ παίρνω,

τὸ δῶρόν σου, ἐρχόμενος ὁ ἴδιος στὴν σκηνήν σου,

γιὰ νὰ ἰδεῖς ἐσὺ καλά, τὸ πόσον ἀπ’ ἐσένα

εἶμαι καλύτερος ἐγώ, νὰ φοβηθῆ καὶ ἄλλος

ἴσια μὲ μένα νὰ μιλεῖ καὶ ὅμοιος νὰ γένει.

Ἔτσ’ εἶπε˙ καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς μάνισε, κι ἡ καρδιά του

στὰ στήθη του τὰ μαλλιαρὰ φαντάσθηκε δυὸ γνῶμες.

Ἢ τὸ σπαθὶ τὸ κοφτερὸ ἀπ’ τὸ μηρὶ νὰ σύρει,

καὶ νὰ σκορπίσει τοὺς λοιπούς, νὰ σφάξει τὸν Ἀτρείδη˙

ἢ νὰ κρατήσει τὸν θυμόν, νὰ παύσει τὴν ὁρμήν του.

Ὥς ποὺ αὐτὰ στοχάζουνταν στὸν νοῦν καὶ στὴν ψυχήν του,

κι’ ἀπ’ τὸ θηκάρι σέρνουνταν τὸ μέγα τὸ σπαθί του,

ἡ Ἀθηνᾶ ‘π’ τὸν οὐρανὸν ἐπρόφθασε καὶ ἦρθε˙

Ὅτι τὴν ἔστειλ’ ἡ θεὰ ἀσπραγκαλιάρα Ἥρα,

ἴσια ‘γαπώντας καὶ τοὺς δυὸ καὶ προστατεύοντάς τους.

Ἐστάθ’ ὀπίσω κι ἔπιασεν ἀπ’ τὰ ξανθὰ μαλλιά του

τὸν Ἀχιλλέα, πρὸς αὐτὸν φαινόμενη μονάχα.

Ἀλλ’ ὅμως ἀπὸ τοὺς λοιποὺς δὲν ἔβλεπε κανένας.

Ξιπάσθηκεν ὁ Ἀχιλλεύς, γύρισ’, κι εὐθὺς ἐγνώρισ’

τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ τρομερὰ τὰ μάτια της τὸν φάνκαν.

Καὶ δὰ φωνάζοντας αὐτὴν φτερωτοὺς εἶπε λόγους.

«Τί ἦρθες, κόρη τοῦ Διός, ὀπὄχεις τὴν αἰγίδα;

Ἤ τ’ Ἀγαμέμνονος νὰ δεῖς τὴν ὕβριν τοῦ Ἀτρείδη;

Ἀλλὰ σὲ λέγω καὶ αὐτό, νομίζ’ ὅτι θὰ γένει˙

μὲ τὲς ὑπερηφάνειες του θὰ χάσει τὴν ζωήν του.»

Τὸν εἶπε πάλε ἡ θεὰ γαλανομάτ’ Ἀθήνα˙

ἦρθα ἐγώ, ἂν πείθεσαι, νὰ παύσω τὸν θυμόν σου.

Μὲ ἔστειλε δὲ ἡ θεὰ ἀσπραγκαλιάρα Ἥρα,

ἴσια ‘γαπώντας καὶ τοὺς δυὸ καὶ προστατεύοντάς σας.

Κι ἔλ’ ἄφησε τὸν πόλεμον, μὴ σέρνεις τὸ σπαθί σου

μὲ χέρι, μόν’ ὀνείδισε, ὅπως κι ἂν εἶν’, μὲ λόγους˙

Ὅ,τι σὲ λέγω ἔτσι δά˙ τ’ ὁποῖον καὶ θὰ γένει˙

ἕναν καιρὸν θὰ σὲ ἐρθοῦν τρὶς τόσα λαμπρὰ δῶρα,

γι’ αὐτὴν τὴν ἀτιμίαν σου˙ καὶ στάσου, ἄκουσέ με.

Τὴν ἀποκρίθ’ ὁ Ἀχιλλεὺς ὁ γοργοπόδης, κι εἶπε˙

Πρέπει, θεά, τὸν λόγον σου νὰ τὸν δεχθῆ καθένας,

κι ἂν θυμωμένος εἶν’ πολλά˙ ὅτ’ εἶν’ καλύτερ’ ἔτσι.

Ὅποιος ἀκούει τοὺς θεούς, κι αὐτοὶ τὸν παρακούουν.

Εἶπε˙ καὶ ἐσταμάτησε τὸ χέρι τὸ βαρύ του

στὴν ἀσημένια τὴ λαβή˙ κι ὀπίσω στὸ θηκάρι

τὸ μέγα σπαθὶ ἔσπρωξε˙ κι εἰς τῆ θεᾶς Ἀθήνας

τὸν λόγον δὲν ἀπείθησε. τότε λοιπὸν κι ἐκείνη

στὸν Ὄλυμπον ἀνέβηκεν, εἰς τοῦ αἰγιδοφόρου

τοῦ Δία τὰ βασίλεια, πρὸς τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους.

Ὁ Ἀχιλλεὺς δὲ καὶ μετὰ πρὸς τὸν Ἀτρείδην εἶπε,

λόγους πικρούς, κι ἀπ’ τὸν θυμὸν δὲν ἔπαυεν ἀκόμα.

«Μεθύστακα, σκυλόματε, καὶ μὲ καρδιὰν ἐλάφου!

Δὲν τόλμησες ν’ ἀρματωθῆς εἰς πόλεμον ποτέ σου

μὲ τὸν λαὸν ἢ μ’ Ἀχαιοὺς τοὺς πρώτους εἰς καρτέρι,

ἀλλὰ σὲ φαίνεται αὐτό, ὅτ’ εἶν’ ἡ μαύρη μοίρα.

καὶ βέβαια στὸ στράτευμα τῶν Ἀχαιῶν τὸ μέγα

σ’ εἶναι πολὺ καλλίτερον νὰ κάθεσαι νὰ παίρνεις

τὰ δῶρα ἀπὸ ὅποιον σ’ εἰπεῖ τὸ ἐναντίον.

Φαγὰς τοῦ κόσμου βασιλεύς, κι ἀχρείους βασιλεύεις.

Ἀλλιῶς μόν’ τώρα θά ‘βλαβες τὸ ὕστερον Ἀτρείδη.

Ἀλλὰ σὲ λέγω βέβαια, κι ὀμνέγω μέγαν ὅρκον.

Ναί, μὰ τὸ σκῆπτρον τοῦτο νὰ (ὁποὺ δὲν θὰ φυτρώσει

φύλλα καὶ ρόζους πώποτε, ἀφοῦ σ’ τὰ ὄρ’ ἐκόπη,

οὐδὲ θ’ ἀνθίσει, ἐπειδὴ τὰ φύλλα καὶ τὴν φλούδαν

τὰ λέπισε τὸ σίδερον, κι οἱ βασιλεῖς δὲ τώρα

οἱ Ἀχαιοί, ποὺ ἔλαβαν τὸ κράτος ἀπ’ τὸν Δία,

στὲς ἀπαλάμες τὸ κρατοῦν) κι αὐτὸς θά ‘ν’  ὅρκος μέγας:

Ἕναν καιρὸ οἱ Ἀχαιοὶ ὅλοι θὰ πιθυμήσουν

τὸν Ἀχιλλέα, βέβαια, κι ἐσὺ καταθλιμένος

δὲν θὰ μπορέσεις τίποτε αὐτοὺς νὰ ὠφελήσεις,

ὁπόταν ἀπ’ τὸν Ἕκτορα τὸν ἀνδρειοφόνον πέφτουν

πεθαίνοντας, μόν’ τὴν καρδιὰν μέσα σου θὰ ξεσχίσεις

πικρά˙ γιατὶ δὲν τίμησες τῶν Ἀχαιῶν τὸν πρῶτον,

λέγοντάς ἔτσι ἔρριξε κάτω στὴν γῆν τὸ σκῆπτρον

τὸ μαλαματοκάρφωτον, κι ἐκάθησε κι ἐκεῖνος.

Ὁ δὲ Ἀτρείδης ἔβραζε κι αὐτὸς ἀπ’ τ’  ἄλλο μέρος.

Τότε ἀπάν’ τινάχθηκεν ὁ γλυκολόγος Νέστωρ,

ὁ λιγυρὸς δημήγορος τῶν πολιτῶν τῆς Πύλου,

π’ ἔχυν’ ἡ γλώσσα του λαλιὰ γλυκότερ’ ἀπ’ τὸ μέλι.

Σ’ αὐτὸν στὴν Πύλον πέρασαν δυὸ γενεὲς ἀνθρώπων

ὅσοι προεγεννήθηκαν, κι ἐθράφηκαν μαζί του,

καὶ πλέον ἐβασίλευε ἀνάμεσα στοὺς τρίτους.

Αὐτὸς εἰς τούτους φρόνιμα ὁμίλησε, καὶ εἶπε˙

Πά! πά! τί θρῆνος ἔφθασε τὴν Ἀχαΐαν μέγας.

Ἔ! πόσο δὰ θὰ εὐφρανθῆ ὁ Πρίαμος κι οἱ υἱοί του,

καὶ  θὰ χαροῦν πάρα πολλὰ κι οἱ ἄλλοι Τρωαδίτες,

ἂν μάθουν ὅλα τοῦτα σας, καὶ ὅτι πολεμιέσθε

ἐσεῖς τῶν Δαναῶν οἱ πρῶτ’ εἰς τὲς βουλὲς καὶ μάχες.

Πεισθῆτε ὅμως ὅτ’ οἱ δυὸ νεώτεροί μου εἶσθε.

Ἐγὼ συνέζησα ποτὲ μ’ ἄνδρας καλλίτερούς σας,

κι ἐκεῖν’ ἐμένα πώποτε δὲν μὲ καταφρονοῦσαν.

Δὲν εἶδ’ ἀνθρώπους τέτοιους, οὔτε θὰ ἰδῶ ποτέ μου,

ὡσὰν καὶ τὸν Πειρίθοον, Δρύοντα βασιλέα,

Πολύφημον ἰσόθεον, Ἐξάδιον Καινέα.

Τὸν ὅμοιον μὲ τοὺς θεοὺς Θησέα τὸν Αἰγείδην,

ὅτ’ ἦταν δυνατότατοι ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους,

δυνατότατ’ ἦταν καὶ θηριὰ βουνίσια πολεμοῦσαν

δυνατότατ’ καὶ τρομερὰ τ’ ἀφάνισαν διόλου.

Μ’ αὐτοὺς περνοῦσα τὸ λοιπόν, σὰν ἦρθ’ ἀπὸ τὴν Πύλον

μακρυὰ ‘πὸ τόπον μακρυνόν˙ καὶ μ’ ἔκραξαν ἐκεῖνοι

καὶ πολεμοῦσα δὰ κι ἐγὼ κατὰ τὴν δίναμίν μου.

Ὅμως μ’ αὐτοὺς ἀδύνατον ἦταν νὰ πολεμήσει

Κανένας ἀπ’ τοὺς τωρινοὺς τῆς γῆς αὐτῆς ἀνθρώπους,

καὶ μ’ ἄκουαν τὲς συμβουλὲς καὶ πείθουνταν στὸν λόγον.

Ἀλλὰ πεισθῆτε καὶ ἐσεῖς˙ κάλλιο ‘ναι νὰ πεισθῆτε.

Οὔτε ἐσύ, ὡσὰν καλός, τὴν κόρην μὴ τὸν παίρνεις,

μὸν ἄφσ’ καθὼς οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ τὴν ἐδώκαν δῶρον.

Μήτε, Πηλείδη, καὶ ἐσὺ θέλε ν’ ἀντιλογίζεις

τὸν βασιλέα, ἐπειδὴ ποτὲ βασιλεὺς ἄλλος

ἀπ’ ὅσους τίμησεν ὁ Ζεύς, δὲν ἔλαβ’ ὅμοιαν δόξαν.

Εἰδὲ κι ἐσ’ εἶσαι δυνατός, κι ἔχεις θεὰν μητέρα,

αὐτὸς πλὴν εἶν’ καλύτερος, πλειότερους ὁρίζει.

Ἀτρείδη, παῦσε τὴν ὀργὴν κι ἐγὼ τὸν Ἀχιλλέα,

ὁπού ‘ναι εἰς τοὺς Ἀχαιοὺς προπύργιον μεγάλον

τῆς μάχης, τὸν παρακαλῶ, νὰ παύσει τὴν ὀργήν του.

Τὸν ἀποκρίθ’ ὁ βασιλεὺς ὁ Ἀγαμέμνων κι εἶπε.

Ναίσκε, τοῦτ’ ὅλα γέροντα, τὰ εἶπες κατὰ λόγον,

ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θέλ’ νὰ βασιλεύει,

θέλ’ ὅλους νὰ ἐξουσιάζ’, ὅλους νὰ βασιλεύει,

νὰ προστάζ’ ὅλους˙ πλὴν αὐτὰ κανείς, θαρρῶ, δὲν στρέγει,

ἂν οἱ αἰώνιοι θεοὶ τὸν ἔκαμαν ἀνδρεῖον,

διὰ ἐτοῦτο οἱ βρισιὲς τὸν τρέχουν νὰ τὲς λέγει.

Αὐτὸν δέ, διακόπτοντας ὁ Ἀχιλλεύς, τὸν λέγει.

Καὶ δὰ νὰ ὀνομάζομαι δειλὸς καὶ τιποτένιος,

ἂν σ’ ὅ,τι ἔργον καὶ μ’ εἰπεῖς ποτέ μου σὲ ἀκούσω.

Σ’ ἄλλους αὐτὰ παράγγελνε, κι ἐμένα μὴ προστάζεις,

γιατὶ ἐγὼ δὲν πείθομαι ποτὲ σὲ σένα πλέον.

Ἄλλο σὲ λέγω καὶ ἐσὺ βάλε το στὰ μυαλά σου.

Ἐγὼ μὲ χέρια βέβαια δὲν θέλω πολεμήσει

διὰ τὴν κόρην, οὔτ’ ἐσέν’ οὔτε κανέναν ἄλλον,

ὅτι ἐσεῖς τὴν παίρνετε, ποὺ μὲ τὴν ἐδωσέτε.

Ἀπὸ δὲ τ’ ἄλλα, ὅσα μ’ εἶν’ στὸ μαῦρο τὸ καράβι,

δὲν θέλεις πάρει τίποτε χωρὶς τὸ θέλημά μου.

Εἰδ’ ἔλα δά, δοκίμασε, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ τοῦτοι.

Εὐθὺς τὸ μαῦρο αἷμα σου θὰ ρεύσ’ εἰς τὸ κοντάρι.

Ἔτσι αὐτοὶ μ’ ἀντιλογιὲς μαλώνοντας, σηκώθκαν.

καὶ τὴν βουλὴν ἀπόλυσαν σ’ Ἀχαϊκὰ καράβια.

Κι ὁ μὲν Πηλείδης στὲς σκηνὲς καὶ στὰ καράβια πῆγε

μὲ τοῦ Μενοίτιου τὸν υἱὸν καὶ μὲ τοὺς σύντροφούς του.

Ὁ δὲ Ἀτρείδης ἔσυρε στὴν θάλασσαν καράβι

γοργό, καὶ ἐδιόρισεν εἴκοσι λαμνωτάδες˙

καὶ ἔμπασε γιὰ τὸ θεὸ τὴν ἑκατόμβην μέσα

καὶ τὴν εὐμορφομάγουλην ἀνέβασε Χρυσήδα

κι ἀρχηγὸς ὁ πολύγνωσος ὁ Ὀδυσσεὺς ἐμβῆκε.

Κι αὐτοὶ μὲν ἐταξίδευαν στὸν νερουλὸν τὸν δρόμον,

τοὺς δὲ λαοὺς νὰ ἁγνισθοῦν ἐπρόσταξ’ ὁ Ἀτρείδης.

Κι ἁγνίζουνταν καὶ ἔρριχναν στὴ θάλασσα τὲς λέρες

καὶ στὸν Ἀπόλλων’ ἔκαμναν θυσίαν ἑκατόμβες

τέλειες ταύρων καὶ γιδιῶν, σιμὰ στὸ περιγιάλι

τῆς θάλασσας τῆς ἄπατης κι ἀνέβαινεν ἡ λίπα

στὸν οὐρανὸν μὲ τὸν καπνὸν στριφοκουλουριασμένη.

Αὐτὰ μὲν ἐκοπίαζαν στὸ στράτευμα ἐκεῖνοι˙

ὅμως κι ὁ Ἀγαμέμνονας δὲν ἔπαυ’ ἀπ’ τὴν μάχην,

ὁπου τὸν ἐφοβέρισε τὸν Ἀχιλλέα πρῶτα,

ἀλλὰ πρὸς τὸν Ταλθύβιιον καὶ Εὐρυβάτην εἶπε˙

(ὁποὺ τὸν ἦταν κήρυκες καὶ πρόθυμ’ ὑπηρέτες)˙

Πηγαίνετε εἰς τὴν σκηνὴν οἱ δυὸ τοῦ Ἀχιλλέως,

κι ἀπὸ τὸ χέρι πιάνοντας τὴν Βρισοπούλαν, φέρτε.

Ἂν δὲν τὴν δώσει τότ’ ἐγὼ ὁ ἴδιος τὴν παίρνω,

πηγαίνοντας μὲ πλειότερους˙ κι αὐτὸ θὰ τὸν τρομάξει.

Ἔτσι λαλώντας, κι αὐστηρὰ προστάζοντας, τοὺς πέμπει.

Αὐτοὶ δὲ καὶ ἀθέλητα, κατάγιαλα κινώντας,

στῶν Μυρμιδόνων τὲς σκηνὲς καὶ στὰ καράβια πῆγαν.

Τὸν ηὗραν στὸ καράβι του σιμὰ καὶ στὴν σκηνήν του.

καθήμενον˙ τοὺς εἶδ’ αὐτὸς καὶ δὲν ἐπαραχάρη.

Φοβήθκαν καὶ συστάλθηκαν αὐτοὶ τὸν βασιλέα

καὶ στάθκαν˙ δὲν τὸν ‘ρώτησαν τίποτε, οὔτε εἶπαν.

Ἐκεῖνος ὅμως μὲ τὸν νοῦν τ’ ἐγνώρισε  κι ἐφώναξ’.

Χαίρετε κήρυκες, Διὸς μηνύτορες κι ἀνθρώπων.

Σιμώστε˙ δὲν μὲ φταῖτ’ ἐσεῖς, ἀλλὰ ὁ Ἀγαμέμνων,

ὁποὺ σᾶς ἔστειλεν ἐσᾶς γιὰ τὴν Βρισήδα κόρην.

Κι ἔλα δά, Πάτροκλ’ ἔνδοξε, τὴν κόρην ἔβγαλ’ ἔξω.

Καὶ δός την τούτους νὰ τὴν πᾶν˙ κι ἂς εἶν’ αὐτοὶ μαρτύροι

μπρὸς στοὺς ἀθάνατους θεούς, μπρὸς στοὺς θνητοὺς ἀν-

θρώπους,

καὶ μπρὸς εἰς τὸν ἀπάνθρωπον αὐτὸν τὸν βασιλέα,

τὸ πῶς θὰ γέν’ ἕναν καιρὸ πάλε δική μου χρεία,

νὰ σώσω ἀπὸ τὸν κακὸν ἀφανισμὸν τοὺς ἄλλους.

Ὅτι αὐτὸς ξεπάρθηκε μὲ τὰ ζουρλὰ μυαλά του

καὶ δὲν ἠξεύρει νὰ νοεῖ τὰ μπρὸς καὶ τὰ ὀπίσω,

διὰ νὰ μάχονται γεροὶ οἱ Ἀχαιοὶ στὰ πλοῖα.

Ἔτσ’ εἶπε καὶ ὁ Πάτροκλος στὸν φίλον τ’ ὑποτάχθη.

Καὶ τὴν ὀμορφομάγουλην ἐβγάζοντας Βρισήδα

ἀπ’ τὴν σκηνήν, τὴν ἔδωκε διὰ νὰ τὴν πηγαίνουν.

Κι αὐτοὶ ὀπίσω κίνησαν στ’ Ἀχαϊκὰ καράβια.

Καὶ ἡ γυναίκ’ ἀθέλητα ἐπήγαινε μαζί τους.

Ἐδάκρυσεν ὁ Ἀχιλλεύς, κι εὐθὺς ἀπ’ τοὺς συντρόφους

χώρισε καὶ στῆς θάλασσας τῆς ἀσπρουλῆς τὴν ἄκραν

κάθησεν, εἰς τὸ πέλαγος τὸ μελαψὸν θωρώντας.

Καὶ δὰ πρὸς τὴν μητέρα του τὴν πολυαγαπημένην

περίσσα προσευχήθηκεν ἁπλώνοντας τὰ χέρια.

Μητέρα, σὰν μ’ ἐγέννησες λιγόζωος νὰ εἶμαι,

τιμὴν ὁ ὑψιβρόντης Ζεὺς χρωστοῦσε νὰ μὲ δώσει.

Τώρ’ ὅμως δὲν μ’ ἐτίμησεν οὐδὲ κἂν ὀλιγάκι.

Ὁ βασιλεὺς μ’ ἀτίμασεν Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων˙

Ὅτ’ ἅρπαξε τὸ δῶρόν μου, τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔχει.

Ἔτσ’ εἶπε δακρυχύνοντας˙ κι ἡ σεβαστὴ μητέρα

τὸν ἄκουσε, καθήμενη στῆς θάλασσας τὰ βάθη,

σιμὰ εἰς τὸν πατέρα της τὸν γέροντα, κι ἀμέσως

σὰν καταχνιὰ ‘π’ τὴν θάλασσαν τὴν ἀσπρουλὴν ἀνέβη.

Καὶ δὰ ἐκάθησε σιμὰ σ’ αὐτὸν τὸν δακρυσμένον,

καὶ μὲ τὸ χέρ’ τὸν χἀιδευσε καὶ εἶπεν˙ Ἀχιλλέα,

τί κλαῖς, παιδάκι μου, καὶ τί λύπ’ ἦρθε στὴν καρδιά σου;

Λάλησε, μὴ τὸ κρύβεσαι˙ γιὰ νὰ ἰδοῦμ’ οἱ δυό μας.

κι ὁ γοργοπόδης Ἀχιλλεὺς βαρειὰ ἐστέναξ’ κι εἶπε˙

«Ξεύρεις˙ τί ὅλα νὰ σ’ εἰπῶ, ἀφοῦ καὶ τὰ γνωρίζεις;

Πήγαμε στοῦ Ἠετίωνος μεγάλην πόλιν Θήβαν˙

τὴν ἐπορθήσαμεν λοιπὸν κι ἐφέραμεν ἐδ’ ὅλα˙

κι οἱ Ἀχαιοὶ τὰ μοίρασαν καλὰ ‘ναμεταξύ τους˙

κι ἐχάρισαν τὴν εὔμορφην Χρυσήδα στὸν Ἀτρείδην˙

κι ἦρθ’ ὁ ἱερεὺς τ’  Ἀπόλλωνος ὁ Χρύσης στὰ καράβια,

τὰ γλήγορα τῶν Ἀχαιῶν τῶν χαλκοποκαμίσων.

διὰ τὴν θυγατέρα του, νὰ τὴν ἐλευθερώσει,

ἄπειρα λύτρα φέροντας, κρατώντας κι εἰς τὰ χέρια

τὸ στέμμα τοῦ Ἀπόλλωνος μὲ τὸ χρυσὸν τὸ σκὴπτρον

καὶ παρακάλει ὁλουνοὺς τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ πλέον

τοὺς δυὸ Ἀτρείδες τοῦ λαοῦ, ἀρχιστρατήγους πρώτους.

Τότ’ ὅλ’ ἐκεῖ ἐφώναξαν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ ἄλλοι

τὸν ἱερέα νὰ ντραποῦν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰ λύτρα.

Ὅμως ὁ Ἀγαμέμνονας δὲν τ’  ἄρεσ’ ὁ Ἀτρείδης,

ἀλλὰ κακὰ τὸν ἔδιωξε, σκληρὰ προστάζοντάς του.

Κι ὁ γέρος ἀνεχώρησεν ὀπίσω θυμωμένος.

καὶ προσευχόμενος λοιπὸν τὸν ἄκουσ’ ὁ Ἀπόλλων,

ὅτ’ ἐπειδὴ πάρα πολὺ ἀγαπημένος τ’ ἦταν.

Κι εἰς τοὺς Ἀργείους ἔρριξε θανατηφόρον βέλος.

Σωρ’ οἱ λαοί, ἀπέθνησκαν καὶ τοῦ θεοῦ τὰ βέλη

παντοῦ στὸ στράτευμ’ ἔτρεχαν τῶν Ἀχαιῶν τὸ μέγα.

Μᾶς εἶπ’ ὁ μάντης ὁ σοφὸς χρησμοὺς τοῦ μακροχτύπη˙

κι εὐθὺς ‘γὼ πρῶτος τὸν θεὸν νὰ ἱλεάσομ’ εἶπα˙

Ὁ δὲ Ἀτρείδης θύμωσε˙ κι ἀμέσως ἐσηκώθη

καὶ λόγον ἐφοβέρισεν, ὁποὺ κι ἐτελειώθη.

Κι ἐκείνην μὲν οἱ Ἀχαιοὶ μὲ τὸ γοργὸ καράβι

τὴν πᾷν στὴν Χρύσαν˙ καὶ τὸν πᾶν τὸν βασιλέα δῶρα˙

Προτώρα δὲ ἀπ’ τὴν σκηνὴν οἱ κήρυκες μ’ ἐπῆραν

τὴν κόρην, ποὺ οἱ Ἀχαιοὶ μ’ ἐδώκαν τοῦ Βρισέως.

Ἀλλὰ ἐσύ, ἂν δύνασαι, βοήθα τὸ παιδί σου.

Πήγαινε εἰς τὸν Ὄλυμπον κι ἱκέτευσε τὸν Δία,

ἂν τὴν καρδιὰν τὸν ἔκαμες μ’ ἔργον ποτὲ ἢ λόγον.

Πολλάκις στὰ βασίλεια σ’ ἄκουσα τοῦ πατρός σου

καυχούσουν κι ἔλεγες τὸ πῶς τὸν μελανοσυννέφαν

υἱὸν τοῦ Κρόνου μόνη σου μέσα στοὺς ἀθανάτους

ἀπὸ τὸν φοβερὸν χαμὸν τὸν ἔχεις γλυτωμένον,

ὁπόταν οἱ θεοί ‘θελαν οἱ ἄλλοι νὰ τὸν δέσουν,

(Ἡ Ἥρα καὶ ὁ Ποσειδῶν καὶ ἡ Παλλάδ’ Ἀθήνα)˙

Κι ἐσὺ θεά ‘π’ τὸ δέσιμο τὸν ἔλυσες σὰν πῆγες

κι ἐκάλεσες εἰς τὸν μακρὺν τὸν Ὄλυμπον ἀμέσως

αὐτὸν τὸν ἑκατόχερον, ὁποὺ τὸν ὀνομάζουν

οἱ μὲν θεοὶ Βριάρεον, οἱ ἄνθρωποι δὲ ὅλοι

Αἰγαῖον, ‘π’ ἀνδρειότερος ἀπ’ τὸν πατέρα τ’ εἶναι.

Αὐτὸς λοιπὸν ἐκάθησε σιμὰ εἰς τὸν Κρονίδην

μεγαλοκαμαρώνοντας καὶ τὸν ἐφοβήθηκαν

αὐτ’ οἱ ἀθάνατοι θεοί καὶ πλέον δὲν τὸν δέσαν.

Ἐκεῖνα τώρα θύμισ’ τον καὶ κάθησε σιμά του˙

καὶ πιάσ’ τον ἀπ’ τὰ γόνατα καὶ παρακάλεσέ τον,

τοὺς Τρωαδίτας, ἂν δεχθῆ, διὰ νὰ βοηθήσει,

στὲς πρύμνες καὶ στὴν θάλασσαν τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ διώξουν

σκοτώνοντας, γιὰ νὰ χαροῦν τὸν βασιλέα ὅλοι˙

νὰ νοιώσ’ ὁ μέγας βασιλεὺς Ἀτρείδης Ἀγαμέμνων

Τὴν βλάβην του, π’ ἀτίμασε τῶν Ἀχαιῶν τὸν πρῶτον.

Τὸν ἀποκρίθη κι’ ἔπειτα χύνοντας δάκρ’ ἡ Θέτη˙

Ὤχ! τέκνο μου, τί σ’ ἔθρεφα, ‘γὼ ἡ πικρογεννήτρα!

Κι ἂς κάθουσουν κἂν ἄπαθος κι ἄδακρος στὰ καράβια,

ἀφοῦ ‘ν’ κοντὴ κι ὄχι μακρὴ ἡ μοίρα τῆς ζωῆς σου.

Τώρ’ εἶσαι καὶ ὀλιγόζωος, κι ἄτυχος παρ’ ἀπ’ ὅλους.

Ὥρα κακὴ σ’ ἐγέννησα μέσα εἰς τὰ βασίλεια.

Πάγω λοιπὸν στὸν Ὄλυμπον τὸν καταχιονισμένον

ἐγὼ νὰ πῶ τὸν λόγον σου εἰς τὸν ἀστράφτην Δία,

ἂν πείθεται˙ καὶ κάθου τώρ’ εἰς τὰ γοργὰ καράβια

καὶ κάκιωνε τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ παῦσ’ ἀπ’ τοὺς πολέμους.

Ὅτι πρὸς τὸν Ὠκεανὸν ὁ Ζεὺς ἐχθὲς ἐπῆγε

στοὺς εὐσεβεῖς Αἰθίοπας, διὰ νὰ τὸν φιλεύσουν

καὶ τὸν συνακολούθησαν ὅλ’ οἱ θεοὶ ἀντάμα,

μετὰ δὲ μέρες δώδεκα στὸν Ὄλυμπον γυρίζει,

καὶ τότε στὰ χαλκόπατα βασίλεια τοῦ Δία

ἐγὼ πηγαίνω ἔπειτα, καὶ δὰ τὰ γόνατά του

θὰ πιάσω καὶ στοχάζομαι πὼς θὰ τὸν καταπείσω.

Ἔτσ’ εἶπε κι ἀναχώρησε, κι αὐτοῦ τὸν ἄφσ’ ἐκεῖνον

διὰ τὴν εὐμορφόζωνην γυναίκα θυμωμένον,

ποὺ τοῦ την πῆραν στανικά. – Λοιπὸν ὁ Ὀδυσσέας

τὴν ἑκατόμβην πάγοντας, ἔφθασεν εἰς τὴν Χρύσαν.

Καὶ ὅταν στὸν πολύβαθον λιμέν’ αὐτοὶ ἐμβήκαν,

τὰ μὲν πανιὰ τὰ μάζωξαν, τὰ θέσαν στὸ καράβι,

τὸ δὲ κατάρτ’ ἀπόθεσαν εἰς τὸν καταρτοδόχον,

μὲ τοὺς προτόνους παρευθὺς ἀφήνοντάς το κάτω.

Καὶ τὸ καράβι λάμνοντας στὸ σκάλωμα τὸ πῆγαν˙

ἔρρίξαν καὶ τὲς ἄγκυρες˙ δέσαν τὰ πρυμοσχοίνια˙

κι ἐβγῆκαν τότε καὶ αὐτοὶ στῆς θάλασσας τὴν ἄκραν˙

τὴν ἑκατόμβην ἔβγαλαν, τὸν μακροχτύπ’ Ἀπόλλων.

Βγῆκ’ ἀπ’ τὸ θαλασσότρεχον καράβ’ ἡ Χρυσηίδα

καὶ τούτην ὁ Πολύγνωμος ὁ Ὀδυσσεὺς κατόπιν,

πηγαίνοντάς την στὸν βωμὸν τὴν ἔθεσε στὰ χέρια

τ’  ἀγαπητοῦ της τοῦ πατρὸς καὶ πρὸς ἐκεῖνον εἶπεν.

Ὁ Ἀγαμέμνων μ’ ἔστειλεν ὁ βασιλεύς, ὦ Χρύση,

νὰ φέρω καὶ τὴν κόρην σου, νὰ κάμω κι ἑκατόμβην

στὸν Φοῖβον γιὰ τοὺς Δαναούς, ὥστε τὸν βασιλέα

νὰ τὸν ἐξιλεώσομεν, ὅπου εἰς τοὺς Ἀργείους

ἔστελνε πολυστέναχτα παθήματ’ αὐτὸς τώρα.

Ἔτσ’ εἶπε καὶ στὰ χέρια του τὴν ἔθεσε, κι ἐκεῖνος

χαρούμενος ἐδέχθηκε τὴν ποθητήν του κόρην.

Κι αὐτοὶ τὸν θεὸν ἔστησαν εὐθὺς τὴν ἑκατόμβην

στὸν εὐμορφόκτιστον βωμὸν τριγύρου στὴν ἀράδα.

Ἔπειτα χερονίφθηκαν, τὲς οὐλοχύτες πῆραν.

Κι ὁ Χρύσης μεγαλεύχονταν, σηκώνοντας τὰ χέρια.

Ἄκουσ’ μ’ ἀργυροδόξαρε, ὁποὺ τὴν Χρύσαν σκέπεις,

καὶ Κίλλαν, καὶ τὴν Τένεδον ἀνδρεῖα βασιλεύεις.

Σὲ παρακάλεσα προτοῦ, κι ἐσὺ ἀκούοντάς με,

κατάβλαψες τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τίμησες ἐμένα.

Καὶ τώρ’ ἀποτελείωσε μ’ ἀκόμ’ αὐτὸν τὸν πόθον.

Τώρα σήκωσ’ τοὺς Δαναοὺς τὸ κακὸν πάθος πλέον.

Ἔτσ’ εἶπε προσευχόμενος, τὸν ἄκουσ’ ὁ Ἀπόλλων.

Λοιπὸν σὰν προσευχήθηκαν κι ἔρριξαν οὐλοχύτες,

ἀπάνω στρέψαν τοὺς λαιμοὺς καὶ ἔσφαξαν κι ἐγδάραν

καὶ τὰ μικρὰ τὰ ἔκαψαν, τὰ σκέπασαν μὲ πάχος,

διπλώνοντας καὶ ἔθεσαν τὰ σπλάχν’ ἀπάν’ σ’ ἐκεῖνα.

Κι ὁ γέροντας τὰ ἔκαιγε στὲς σχίζες κι ἀπὸ πάνω

μαῦρο κρασὶ ἐράντιζε, οἱ νέοι δὲ σιμά του

κρατοῦσαν τὰ πεντόσουγλα εἰς τὰ δικά τους χέρια.

Λοιπόν, σὰν κάηκαν τὰ μηριὰ καὶ ἔφαγαν τὰ σπλάγχνα

τὰ ἄλλα τὰ κομμάτιασαν, τὰ πέρασαν στὲς σοῦγλες,

πιτήδεια τὰ καλόψησαν καὶ τἄσυραν ‘πίσ’ ὅλα.

Κι ἀπ’ τὴ δουλειὰ σὰν ἔπαυσαν κι ἑτοίμασαν τραπέζι,

ἔτρωγαν˙ τίποτ’ ἡ καρδιὰ φαγίσιο δὲν στεριούταν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

(1) Ὁ Ὅμηρος, εἰς τὸ ποίημά του, τοὺς Ἕλληνας, ὅσοι μὲ τὸν Ἀγαμέμονα ἐπολέμησαν τὴν Τρωάδα, τοὺς ὀνομάζει ὅλους κοινῶς ἐπίσης Ἀχαιούς, καὶ Παναχαιούς, καὶ Δαναούς, καὶ Ἀργείους, καὶ Πανέλληνας.

(2) Ἡ βουλὴ τοῦ Δία εἶν’ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐβουλεύθηκε μὲ τὴν Θέτιν, νὰ βοηθήσει δηλαδή τοὺς Τρωαδίτας, διὰ νὰ νικήσουν τοὺς Ἀχαιούς, ὥστε ν’ ἀναγκασθῆ ὁ Ἀγαμέμνων, νὰ προσπέσ’ εἰς τὸν Ἀχιλλέα˙ καὶ τὰ λοιπά. Ἰδὲ παρεμπρός.

(3) Κνημίδες ἐλέγουνταν οἱ μετάλλινες πλάκες, ὁποὺ τὲς ἐφοροῦσαν εἰς τὲς ἄνζες τῶν ποδαριῶν, διὰ νὰ μὴν βλάπτονται ἀπὸ τὰ χτυπήματα τῶν ἐχθρῶν.

(4) Ἄργος. Ὁ Ὅμηρος λέγει ἐδῶ τὴν Πελοπόννησον˙ καθὼς καὶ εἰς τὸν στίχον: «Ἔτσι πόλις Ἐφύρη μέσου Ἄργεος ἱπποβότοιο». Ἐπειδὴ ὁ οἶκος τοῦ Ἀγαμέμνονος ἦταν εἰς τὴν Μυκήνην, καὶ ὄχι εἰς τὸ Ἄργος τὴν πολιτείαν˙ ὅτι αὐτὸ τὸ ἐξουσίαζεν ὁ Διομήδης κατὰ τοὺς στίχους: «Οἱ δ’ Ἄργος τ’ εἶχον Τίρυνθά τε, τῶν δ’ αὖθ’ ἡγεμόνευε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης».

(5) Σμίνθος ἐλέγουνταν αἰολικὰ ὁ χωραφίσιος ποντικός. Λέγει δὲ ὁ Ποντικὸς Ἡρακλείδης κατὰ Στράβωνα, ὅτι Σμινθεὺς ἐκεῖ ὁ Ἀπόλλων ὀνομάζουνταν, ἐπειδὴ ὁ τόπος τοῦ ἱεροῦ του εἶχε πολλοὺς σμίνθους. Καθὼς κατὰ Στράβωνα καὶ πολλοὶ ἄλλοι τόποι εἰς τὸ ἀσιατικὸν τοῦ Ἑλλησπόντου παραθαλάσιον ὀνομάζουνταν Σμίνθια διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Εἰς δὲ τὴν Τένεδον τοῦ καιροῦ του ἦταν, λέγει, τοῦ Σμινθέως Ἀπόλλωνος ἱερόν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Χρύσαν (τὴν στημένην εἰς τὰ ἵχνη τῆς παλιᾶς εἰς τὸ ἀντικρυστὸν τῆς Τενέδου παραθαλάσσιον) ἦταν ἱερόν, ὅπου ἦταν καὶ τὸ εἴδωλον τοῦ Σμινθέως Ἀπόλλωνος μὲ σύμβολον τὸν σμίνθον εἰς τὸ πόδι του, ἔργον τοῦ Πάριου Σκόπα.

(6) Τί εἶδος ἀρρωστιᾶς ἦταν ὁ λοιμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος πρῶτα ἐμόλευσε τοὺς σκύλους καὶ τὰ μουλάρια, κι ὕστερα τοὺς ἀνθρώπους, ἄδηλον εἶναι. Πανούκλα βέβαια δὲν ἦταν˙ ὅτι τὰ ζῶα δὲν πανουκλιάζουν τὴν ἀνθρώπινην πανούκλαν, δι’ αὐτὸ δὲν τὸ μετέφρασα τὸ λοιμός.

(7) Τὸν στίχον – ἢ καὶ ὀνειροπόλον˙ καὶ γὰρ τ’ ὄναρ ἐκ Διὸς ἐστι – δὲν τὸν μετάφρασα, ὡς νόθον κατὰ τὴν φαντασίαν μου˙ ὅτι βέβαια δὲν πιστεύω τὸν Ὅμηρον τόσον ἀσυλλόγιστον καὶ μωρόν, ὥστε λέγοντας ὁ Ἀχιλλεὺς πρῶτα πὼς ὁ Ἀπόλλων ἔστειλε τὸν λοιμόν, ἔπειτα νὰ εἰπεῖ – καὶ γὰρ τ’ ὄναρ ἐκ Διὸς ἐστι – ἐνῶ δὲν ἦταν ἐκ Διός, ἀλλ’ ἐξ Ἀπόλλωνος˙ καὶ ὕπαρ, ὄχι δὲ ὄναρ.

(8) Φοῖβος ὁ Ἀπόλλων παρονομάζεται, λέγουν οἱ σχολιασταί τοῦ Ὁμήρου, ὡς λαμπρός˙ έπειδὴ κατ’ αὐτοὺς ἀλληγορεῖται εἰς τὸν ἥλιον. Τοῦτ’ ὅμως εἶναι ψεῦμα˙ ἐπειδή, κατὰ τὸν Ὅμηρον, ἄλλος Θεὸς εἶν’ ὁ Ἀπόλλων, καὶ ἄλλος ὁ ἥλιος˙ καὶ ποτὲ αὐτὸς εἰς τὸ ποίημά του δὲν ἀλληγόρησε εἰς τὸν ἥλιον τὸν Ἀπόλλωνα. Ἄλλοι δὲ πάλε λέγουν, ὅτι Φοῖβος παρονομάσθηκεν ἀπὸ τὴν βάβω του Φοίβην, τὴν μητέρα τῆς Λητοῦς. Πλὴν τότ’ ἔπρεπε νὰ ἔχει τὴν πατρωνυμικὴν κατάληξιν των, καθὼς ἀπὸ τὸν Κρόνον ὁ Ζεὺς Κρονίων καὶ Κρονίδης˙ καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν οὐρανίωνες οἱ υἱοί του καὶ οἱ ἐγγονοί του. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ τὸ Φοῖβος δὲν μεταγλώτισσα.

(9) Ἡ ἑκατόμβη ἦταν ἑκατὸ βοῶν θυσία, ἀλλὰ καὶ ἑκατὸ προβάτων καὶ γιδιῶν κατὰ τοὺς στίχους: «Ἀντινόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης – ἔρδον δ’ Ἀπόλλωνι τεληέσσας ταύρων ἠδ’ αἰγῶν…

(10) Εἰς τὸν στίχον: Οὐδ’ ὅγε πρὶν λοιμοῖο χεῖρας βαρείας ἀφέξει», τὸ «χεῖρα» κάποιοι ἑλληνισταὶ τὸ διορθώνουν «κήρας», σφάλλουν ὅμως μὴ γνωρίζοντες τὸ ἑλληνικὸν ἰδίωμα. Ἐμεῖς εἰς τὴν τωρινὴν ἑλληνικὴν γλώσσαν μας λέγομεν: ὅσο ζῶ ἐγώ, κανένας δὲν βάνει χέρι ἐπάνω σου», ἤγουν δὲν σὲ κακοποιεῖ. Αὐτὸ δὲ ὁ Ὅμηρος ἀπαράλλακτα τὸ λέγει: «Οὐκ ἔσθ’ οὗτος ἀνήρ … ὅς κεν Τηλεμάχῳ σῷ υἱῷ χεῖρας ἐποίσει, ζώοντος γ’ ἐμέθεν»(Ὀδ. π.). Καὶ μὲ τὸ ἐπίθετον «βαρείας»: «Οὔτις ἐμεῦ ζῶντος … σοὶ κοίλῃς παρὰ νηυςὶ βαρείας χεῖρας ἐποίσει». Ἰλ. α.

                Εἰς τὸν στίχον λοιπόν:

«Οὐδ’ ὅγε πρὶν λοιμοῖο βαρείας χεῖρας ἀφέξει», λέγει μεταφορικὰ ὁ Κάλχας, ὅτι ὁ Ἀπόλλων τὰ βαρειὰ χέρια τοῦ λοιμοῦ, ὁποὺ ἔβαλεν ἀπάνω εἰς τοὺς Ἀχαιούς, δὲν θὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ ράχη τους, ὥσπου δὲν δώσουν τὴν κόρην˙ καὶ τὰ λοιπά.

(11) Κορασιδένια γυναίκα μεταγλώτισσα τοῦ Ὁμήρου τὸ – κουριδίης ἀλόχου˙ ὅτι δὲν εἶχ’ ἄλλην λέξιν. Ἄν ἔλεγα νεόπανδρην γυναίκα, τὸ «νεόπανδρην» εἰς τὴν γλώσσαν μας δηλεῖ τὴν νεωστὶ ὑπανδρευμένην, καὶ ὄχι τὴν κουρίδιον. Κουρίδιον ὁ Ὅμηρος ὀνομάζει τὴν νέαν παρθένον, ὁποὺ ἄνδρας, ὄντας νέον ἀνύπανδρον παλληκάρι, τὴν ὑπανδρεύεται.

(12) Πολιτείαν Τροίαν μετάφρασα τὸ πίλιν Τροίην τοῦ στίχου: «Δῷσι πόλιν Τροίην εὐτείχεον ἐξαλαπάξαι». Λέγει δὲ ὁ Ὅμηρος ἐδῶ πόλιν Τροίην τὴν καθέδραν τοῦ βασιλείου τῆς Τρωάδας, τὴν ὁποίαν ὀνομάζει καὶ Ἴλιον. Ἀλλὰ εἰς τὴν λέξιν Τροίην καὶ εἰς τὴν Ἴλιον εἶν’ ἀκατάστατος˙ ἐπειδὴ Τροίην λέγει καὶ τὴν Τρωάδα, καὶ τὴν καθέδρα τοῦ βασιλείου της˙ καθὼς Ἴλιον ὅμοια λέγει καὶ τὴν Τρωάδα, καὶ τὴν καθέδραν, κατὰ τὰ ἑξῆς παραδείγματα: «Δῶσι πόλιν Τροίην εὐτείχεον ἐξαπαλάξαι. (Ἰλ. α.) «Οὐ γὰρ ἔτι Τροίην αἱρήσομεν εὐρυάγυιαν» (Ἰλ. β.) Ἡ καθέδρα. Πολλοὶ Ἀχαιῶν  … ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο. Τόνδε δ’ ἐῶμεν … αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ γέρα πεσέμεν. (Ἰλ. β.) Ἡ Τρωάδα. Καὶ Ἴλιον ἐκπέρσαντ’ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι. (Ἰλ. β.) Ἰλίου ἐκπέρσαι εὐναιόμενον πτολίεθρον. (Ἰλ. β.) Ἐπεὶ οὔπω Ἴλιος ἱρή. ἐν πεδίῳ πεπόλιστο πόλις μερόπων ἀνθρώπων, τάων μοι πέρι κῆρι τιέρ=σκετο Ἴλιος ἱρή (Ἰλ. δ.) (Ἡ καθέδρα. Και: Καὶ νήεσσ’ ἡγήσατο Ἴλιον εἴσω. (Ἰλ. α.) Νηρεύς˙ ὃς κάλλιστος ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε (Ἰλ. β.) Ὅσοι ἅμ’ Ἀτρείδης ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον» (Ἡ Τρωάδα)

(13) Αἰγίδα, πολεμικὸν φόρεμα τοῦ Διός κατασκευασμένον κατὰ τὸν μῦθον ἀπὸ τὸ δέρμα τῆς γίδας Ἀμάλθειας, βυζάστρας του. Ὅποιος ἰδῆ ζωγραφισμένην τὴν Παλλάδα, ἤγουν τὴν ἀρματωμένην Ἀθηνᾶν, βλέπει τὸ σχῆμα τῆς αἰγίδας, ὅτ’ εἶναι τὸ ἀμάνικον φόρεμά της, ὁποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τοὺς ὤμους, καὶ καταβαίνει ὣς τὸν ὀφαλόν˙ καὶ ἀπεκεῖ κάτω ἔχει τοὺς θυσάνους, ἤγουν τὰ φιδόσχημα κρεμαστὰ κλίσια. Μετὰ δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη (λέγει ὁ Ὅμηρος) , αἰγίδ’ ἔχουσ’ ἐρίτιμον, ἀγήραον, ἀθανάτην τε˙ – τῆς ἑκατὸν θύσαν οι παγχρύσεοι ἠερέθο

νται – πάντες ἐπλεκέες˙ ἑκατόμβοιος δὲ ἕκαστος.

(14) Ἁγνίζω, καὶ ἁγνίζομαι, λέξες τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας, δηλοῦν τὸ καθαρίζω, καὶ καθαρίζομαι μὲ νερὸν διαβασμένον.

(15) Εἰς τὲς τράπεζες τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων ὁ μάγειρος ἔφερνε τὰ φαγητὰ  κατὰ τοῦ Ὁμήρου τὸν στίχον: «Δαιτρὸς δὲ κρεῶν πίνακας παρέθηκεν ἀείρας», καὶ ἢ αὐτός, ἢ ἄλλος ἀπὸ τοὺς οἰκιακούς, μοιράζοντάς τα εἰς ἴσια μερίδια, τ’ ἁπλοχερνοῦσε τοὺς φιλευμένους κατὰ τὸν στίχον: Πὰρ δὲ Βοηθοίδης κρέα δαίετο καὶ νέμε μοίρας» (Ὀδ. ο.) Διὰ τοῦτο, λέγει ὁ Ὅμηρος, τὸ φαγητὸν ἴσιον. Ἀλλὰ καὶ τὸ κρασὶ μοιραστὰ τὸ ἔπιναν˙ ὅσους ὅμως ἐτιμοῦσαν, αὐτοὶ τὸ ἔπιναν ἀδιόριστα, ὅσο ἤθελαν˙ κατὰ τό:  … ἄλλοι – δαιτρὸν πίνουσι, σὸν δὲ πλεῖον δέπας αἰεί. (Ὅμ.).

Advertisements
This entry was posted in ποίηση, Αρχαιότητα, Ελλάδα and tagged , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Ἀθανάσιος Χριστόπουλος: Ἰλιάδας Α’

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s