Ἀφροξυλάνθες

Βιωματικὸ πόστ, μὲ στοιχεῖα κοινωνικῆς κριτικῆς κι ἐλιτισμοῦ.

Ἦταν κάποτε μιὰ ἔνοικος στὸ ἀποπάνω μας διαμέρισμα. Τὴν λέγαν Ἀφροξυλάνθη. Ὅταν πρωτοῆρθε ἡ Ἀφροξυλάνθη, μᾶς δήλωσε ὅτι δὲν ἀντέχει τὸν θόρυβο. Τὰ ἀρχικῶς δυὸ σκυλιά της τὰ ἄφηνε στὸ διαμέρισμα (καὶ στὸ μπαλκόνι, τὰ καλοκαίρια) νὰ οὐρλιάζουν μόνα τους ἐπὶ ἑφτάωρα ὁλόκληρα -δὲν μποροῦσε νὰ ζήσει χωρὶς αὐτά. Φιλοζωισμὸς σὲ βάρος τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἀφροξυλάνθη τίναζε τὰ χαλιὰ καὶ τὶς κουβέρτες της μισὸ μέτρο ἀπόσταση ἀπὸ τὰ ἁπλωμένα μωρουδίστικά μας· κι ὅταν τῆς ἔκανες παρατήρηση, σοῦ ἀπαντοῦσε ὅτι ἡ βαρύτητα στέλνει τὴ σκόνη πρὸς τὰ κάτω –οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιά. Δὲν τῆς εἶχαν διδάξει στὸ σχολεῖο γιὰ τὴν δύναμη τοῦ ἀνέμου καὶ τὴν τυρβώδη ροή, ποὺ στέλνει τὴ σκυλοσκόνη δεξιὰ κι ἀριστερά (ἄρα καὶ στὰ μωρουδίστικα) τοῦ σημείου τινάγματος. Κι ἂς εἶχε καὶ δεύτερο μπαλκόνι. Ἡ Ἀφροξυλάνθη πηδιόταν ἀβέρτα (πιθανότατα μὲ ὅποιον λοῦμπεν ἔβρισκε στὰ κοτέτσια ὅπου δούλευε τὶς νύχτες) μὲ ἀνοιχτὰ τὰ καλοκαιρινὰ παράθυρα κραυγάζοντας ἀπὸ ὑπερτάτη ἡδονὴ ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσε, γιατὶ δὲν ἀντιλαμβανόταν τίποτα ἢ γιατὶ ἁπλὰ στ’ ἀρχίδια της γιὰ παιδιὰ καὶ λοιπούς· κάποιοι, μοῦ εἶχαν πεῖ τρίτοι, τὴν ἠχογράφησαν καὶ ἔπειτα ἔπαιζαν τὴν ἠχογράφηση γιὰ πλάκα, ἀλλὰ ὄχι ἐγώ. Ἐπίσης, δὲν ἤμουν ἐγὼ αὐτὸς ποὺ ἔφερα καμμιὰ δεκαριὰ φορὲς τὴν ἀστυνομία βράδυ γιὰ τὰ οὐρλιάζοντα σκυλάκια της· ἦταν οἱ ἀπέναντι γείτονες. Ἐμεῖς ὅμως ἤμασταν κακοὶ νοικάρηδες εἶπε ἡ Ἀφροξυλάνθη στὴν σπιτονοικοκυρά μας· καὶ ἡ σπιτονοικοκυρά μας, τὴν πληροφόρησε κατάμουτρα λίγο μετὰ ἡ Ἀφροξυλάνθη ὅτι ἦταν πουτάνα (ἡ σπιτονοικοκυρά). Ξέχασα κι ὅτι ἡ Ἀφροξυλάνθη ἦταν τοῦ κινήματος «Δὲν Πληρώνω» κατὰ κάποιον τρόπο· δὲν πλήρωνε νοίκια καὶ τέτοια, παρὰ ὅποτε τῆς τὰ πλήρωνε ἕνας καημένος γέρος θεῖος της. Δὲν ξέρω κι ἂν ὁ γιόκας της ἦταν δύστυχος, δὲν φαινόταν κακός. Χωρισμένη, δίχως ἄλλο -ποιὸς θὰ ἄντεχε τὴν Ἀφροξυλάνθη ὅπως τὴν περιέγραψα; Πιὸ καλά, γκαίη.

Μιὰ μέρα, ἡ Ἀφροξυλάνθη ἔφυγε χωρὶς νὰ μᾶς χαιρετίσει. Θυμήθηκα τὸν Μεγάλο Περίπατο τοῦ Πέτρου, τῆς Ἄλκης Ζέη. Σὲ αὐτό, τὴν τελευταία μέρα τῆς Κατοχῆς, οἱ Γερμανοὶ τὰ μάζεψαν ὅλα καὶ μπῆκαν στὸ φορτηγό. Τότε, ὁ κολλητὸς τοῦ Πέτρου ἔκανε τὸ λάθος καί, καθὼς ἔφευγε τὸ φορτηγό, τὸ μούτζωσε. Αὐτὸ σταμάτησε· βγῆκε ἕνας Γερμανὸς μὲ τὸ ὁπλοπολυβόλο του καὶ τὸν γάζωσε. Ἔπειτα, ξαναμπῆκε στὸ φορτηγὸ καὶ ἔφυγαν γιὰ τὴ Γερμανία τους. Τότε, ὅταν ἦμαν μικρός, μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση. Σήμερα σκέφτομαι ὅτι ἀφοῦ ἐπακολούθησε ὁ Ἐμφύλιος ὅπου κατὰ τὸ γνωστὸ ἀνέκδοτο «Εἶσαι μὲ μᾶς ἢ μὲ τοὺς ἄλλους;», εἶχες μιὰ α πιθανότητα νὰ πεθάνεις, τελικὰ δὲν ἦταν καὶ τόσο τραγικὸ νὰ πεθάνεις τελευταία μέρα τῆς Κατοχῆς. Δὲν μούτζωσα τὸ φορτηγὸ μὲ τὰ πράγματα τῆς Ἀφροξυλάνθης. Ἂν καὶ μετὰ ἀπὸ κάποιο συμβάν (στρατὸς ἢ ἄλλα) σκέφτεσαι ὅτι ζοῦν ἀνάμεσά μας. Κι ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα εἶδος τερματισμοῦ τοῦ Κακοῦ.

 

Advertisements
This entry was posted in ανθρώπινα, κοινωνία and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s