Ἃς οἱ πλάνοι καθεῖλον..

Ἃς οἱ πλάνοι καθεῖλον ἐνθαδ᾽ εἰκόνας
ἄνακτες ἐστήλωσαν εὐσεβεῖς πάλιν

Ἐπίγραμμα τοῦ 9ου αἰ. (843) ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, γιὰ τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων. Ἀναγράφηκε στὸ ψηφιδωτὸ ποὺ παριστάνει τὴν Παναγία ἔνθρονη στὴν Ἁγία Σοφία.

theodora_ii

Ἡ αὐτοκράτειρα καὶ ἁγία Θεοδώρα, ποὺ ἀναστήλωσε τὶς εἰκόνες (Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) τὸ 843. Οἱ Εἰκονομάχοι σὲ σύνοδό τους τοῦ 815 (Κ/πολη), ὑποστήριξαν ὅτι ἡ προηγούμενη ἐπίσης αὐτοκράτειρα γυναίκα ποὺ ἀναστήλωσε τὶς εἰκόνες, ἡ Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἔπραξε κάτι τέτοιο «ἐπὶ γυναικείᾳ ἀφελότητι«, ἐξαιτίας τῆς γυναικείας ἀφέλειάς της δηλαδή. Εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Βυζαντινὲς ἦταν ἀπὸ τὶς πιὸ μαχητικὲς ὑπερασπίστριες τῶν εἰκόνων. Αὐτὲς τῶν αὐτοκρατορικῶν οἰκογενειῶν τουλάχιστον. Εἶναι ἀρκετὰ λογικό, ἀφοῦ μιὰ εἰκόνα μπορεῖ νὰ τοποθετηθεί καὶ σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους, ὅπου συνήθως πέρναγαν τὴ ζωή τους οἱ γυναῖκες, καὶ συνεπῶς γιὰ τὴ μέση βυζαντινὴ γυναίκα ἡ εἰκόνα ἦταν ἡ ἄμεση-«πρόχειρη» παρουσία τοῦ Θεοῦ ὅταν δὲν ὑπῆρχε λόγος (ψώνια κ.λπ.) ἢ χρόνος γιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἐπίσκεψη τῆς ἐκκλησίας. Ἂν τῆς ἀπαγόρευαν τὴν εἰκόνα, τί θὰ τῆς ἔμενε; Ἀντίθετα, βλέπουμε τοὺς εἰκονομάχους αὐτοκράτορες νὰ νοιάζονται γιὰ πολιτικοὺς ἢ οἰκονομικοὺς σκοπούς, π.χ. δήμευση μοναστικῶν περιουσιῶν κ.λπ. χωρὶς νὰ εἶναι ἰδιαίτερα φιλοσοφημένα ἄτομα.

Ἡ Εἰκονομαχία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ ἕναν μοναδικὸ λόγο. Σίγουρα, ὁ ρόλος τῶν Μουσουλμάνων, μὲ τὶς ἰουδαϊκὲς προκαταλήψεις τους, ὑφίσταται. Οἱ Μονοφυσίτες, ποὺ προϋπῆρχαν τοῦ Ἰσλάμ, ἀπορροφώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ στὴ θεία ἐπίσης καθιστοῦσαν ἀδύνατη τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ὑπῆρχε καὶ μιὰ μερίδα κατὰ τὸν 4ο αἰ., ποὺ ἐπέκρινε τὴ χρήση τῶν εἰκόνων ὡς εἰδωλολατρική. Οἱ κυριότεροι εἰκονομάχοι ἐπίσκοποι πάντως, βρίσκονταν στὴν Κ. καὶ Δ. Μικρὰ Ἀσία, ἐνῶ ὁ εἰκονόφιλος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ζοῦσε στὴν Ἀνατολή. Βεβαίως, καὶ ἕνα κάποιο μὴ ἑλληνικὸ πνεῦμα, ἀνατολίτικο καὶ συγκεκριμένα σημιτικό, ὑφίσταται στὴν ἀπόρριψη τῆς ἀπεικόνισης τοῦ θεοῦ. Σὲ κάθε περίπτωση, διακρίνει κάποιος τὴ συμμαχία τῆς ἑλληνικῆς ἀντίληψης ὅτι ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ ἀπεικονιστεῖ καλλιτεχνικὰ μὲ τὴν χριστιανικὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ θεοῦ συνεπάγεται τὴ δυνατότητα γιὰ καλλιτεχνικὴ ἀπεικόνισή του. Εἶναι αὐτὸ τὸ εἶδος συμμαχίας Ἑλληνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ ποὺ ταράσσει πολλοὺς σήμερα, γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα (κάθε Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) θὰ τοὺς ἀκοῦτε νὰ θρηνοῦν γιὰ τὰ βάσανα τῶν Εἰκονομάχων ἢ γιὰ τὰ δῆθεν ἀναθέματα κατὰ τοὺ Ἑλληνισμοῦ.

Ὅποιος δὲν ἔχει σαφὴ ἰδέα τοῦ τί εἶναι ἀνάθεμα, πῶς μπορεῖ μιὰ ὁμάδα νὰ διακρίνει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ ἄλλες ὁμάδες καὶ ποιὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώσης καὶ τῆς ἀποδοχῆς ἑνὸς πράγματος, δὲν ἔχει ἰδέα περὶ τίνος πρόκειται.  Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ δεχτεῖ λ.χ. ὅτι οἱ ψυχὲς προϋπάρχουν καὶ μετενσαρκώνονται, καὶ δηλώνει μὲ τὸ ἀνάθεμα ὅτι ὅποιος πιστεύει σὲ κάτι τέτοιο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι, οὔτε νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ταυτοχρόνως Χριστιανό. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «ἀνάθεμα» -τίποτε περισσότερο ἢ λιγότερο. Ἂν αὐτὸ τὸ πράγμα, τὴν μετενσάρκωση, ἡ Ἐκκλησία τὸ ὀνόμασε «Ἑλληνισμό», δὲν φταίει ἡ ἴδια οὔτε εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσουμε τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς. «Ἑλληνισμὸ» ὀνόμασαν πολὺ νωρίτερα τῶν «ἀναθεμάτων» οἱ ὕστεροι (4ος αἰ.) Συροφοίνικες λόγιοι Παγανιστὲς τὴν κοσμοθεωρία τους προσπαθώντας νὰ ἀποδείξουν ὅτι τὰ βαβυλωνιακὰ Χαλδαϊκὰ Λόγια (θεουργία) καὶ ἄλλα πράγματα (ἀστρολογία, μαντεία, μετενεσάρκωση) στὰ ὁποῖα πίστευαν ἦταν ἡ οὐσία τοῦ κλασσικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικότητας. Ἔκλεβαν ἕναν ὅρο μὲ σκοπὸ ὄχι νὰ τὸν ὑπερασπιστοῦν ἀλλὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν τὸν πέρση θεὸ Μίθρα, τὴ χαλδαϊκὴ-βαβυλωνιακὴ θεουργία καὶ τὴν αἰγυπτιακὴ μαγεία. Ἂν ἡ Ἐκκλησία πῆρε τὶς μετρητοῖς τὸν αὐτοπροσδιορισμὸ τῶν Παγανιστῶν ὡς «Ἑλλήνων», μποροῦμε νὰ τῆς τὸ καταλογίσουμε. Πάντως, δὲν τὸν ἐφηῦρε, τὸν βρῆκε ἀπέναντί της ἕτοιμο τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν τοῦ Διοκλητιανοῦ. Δὲν γίνεται ὡστόσο νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ οὐσία τῆς διαμάχης ποὺ περιγράφεται μὲ τὰ «ἀναθέματα κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ» στὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας συνίσταται στὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ ἐμᾶς τῆς αἰγυπτιακῆς καὶ βαβυλωνιακῆς θεωρίας τῆς μετενσάρκωσης, ἢ τῆς ἀστρολογίας, ὡς κλασσικῆς ἀρχαιοελληνικῆς. Ἂν ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ πιστεύουν ὅτι ἡ Ἀθήνα τοῦ 5ου π.Χ. αἰ. θεωροῦσε ὕψιστο πνευματικὸ ἐπίπεδο τὴν ἀστρολογία καὶ τὴν μετενάρκωση, νὰ τὸ ποῦν.

Ἡ σύγκριση ποὺ γίνεται συχνὰ – πυκνά, μεταξὺ τῆς κριτικῆς τῶν τοτινῶν Χριστιανῶν στὴν παγανιστικὴ λατρεία τῶν ἀγαλμάτων (καὶ τῆς σχετικῆς ἀπολογίας τῶν λόγιων Παγανιστῶν) καὶ τῆς κριτικῆς τῶν Εἰκονομάχων στὴν εἰκονόφιλη προσκύνηση τῶν εἰκόνων (καὶ τῆς σχετικῆς ἀπολογητικῆς τῶν Εικονόφιλων) εἶναι ἐσφαλμένη γιὰ ἕναν λόγο. Ἡ παγανιστικὴ θρησκεία δὲν εἶχε δόγματα, παρὰ ἀφενὸς ἕνα ἐπίσημο, διαφορετικὸ σὲ κάθε πόλη, τελετουργικὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ τηρεῖται αὐστηρὰ καὶ δὲν εἶχε φιλοσοφικὲς προεκτάσεις, καὶ ἀφετέρου μιὰ λαϊκὴ δεισιδαιμονία. Ἔτσι, δὲν εἶχε τεθεῖ στὴν κλασικὴ Ἀρχαιότητα ποτὲ θέμα ρύθμισης τῆς ὀρθῆς ἀντίληψης περὶ ἀγαλμάτων, γιατὶ ἐνδιέφερε ἡ τήρηση τοῦ τελετουργικοῦ  (τῆς θυσίας κ.λπ.). Ἡ δεισιδαιμονία δὲν καταδικαζόταν π.χ. μὲ ποινές. Μόνο ἡ μαύρη μαγεία. Δὲν ὑπῆρχε δογματικὸ πλαίσιο, Παγανισμός ἦταν ὅ,τι γινόταν καὶ ὅπως αὐτὸ γινόταν λατρευτικά, ἄρα κανένας ἔλεγχος στὴν ἀτομικὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ ἀγάλματα. 

Ἡ ἀπολογητικὴ τῶν τελευταίων Παγανιστῶν ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς κατηγόρους τους, ἡ ὁποία συνίστατο στὸ ὅτι τιμοῦν τὴν θεότητα κι ὄχι τὴν ὕλη, ὄχι ἁπλῶς ἐμφανίζεται πολὺ ἀργὰ ἀλλὰ καὶ εἶναι τελείως ἀβάσιμη σὲ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ ποικιλία τῆς παγανιστικῆς λατρείας, στὴν ὁποία ὄχι σπανίως λατρευόταν τὸ ἄγαλμα ὡς θεός, ἀλλὰ καὶ γινόταν λόγος γι’ αὐτὸ ὡς ἔμψυχο. Οἱ λόγιοι αὐτοὶ Παγανιστὲς οὔτε Πατριάρχες ἦταν οὔτε ἐκπρόσωποι Συνόδων οὔτε ἐξέφραζαν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ μικροῦ κύκλου τους. Ἀντιθέτως, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ὑφίσταται χωρὶς δόγματα, δηλαδὴ διατύπωση τοῦ τί σημαίνει τὸ α  κι ἂν εἶναι ὀρθὸ φιλοσοφικὰ-θεολογικὰ τὸ β. Ὁ σύγχρονος σαρκασμός, δηλαδή, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἔπαθαν στὴν Εἰκονομαχία τὸ ἴδιο ποὺ ἔκαναν στοὺς Παγανιστές, ἢ ὅτι χρησιμοποιοῦσαν τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα μὲ τοὺς τελευταίους Παγανιστές, εἶναι τελείως λανθασμένος, γιατὶ βασίζεται σὲ μιὰ λανθασμένη ἀντίληψη περὶ Παγανισμοῦ. Ἔρχεται μάλιστα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν διακηρυγμένη ἀπὸ τοὺς ἴδιους, σύγχρονούς μας, ἄποψη γιὰ «πλουραλισμὸ τοῦ Παγανισμοῦ».

Τὸ ψηφιδωτὸ στὴν Ἁγία Σοφία, ποὺ φτειάχτηκε τὸ 867. Εἶναι τὸ πιὸ πρόσφατο μέσα σὲ ἐκκλησία μετὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν Εἰκονόφιλων. Ἡ μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση (24 χρόνια) ἀπὸ τὸν τερματισμὸ τῆς Εἰκονομαχίας μπορεῖ νὰ δείχνει δυὸ πράγματα: Εἴτε ὅτι ὁ κρατικὸς εἰκονόφιλος μηχανισμὸς δὲν ἦταν ἀκόμη ἀρκετὰ προετοιμασμένος γιὰ τέτοια ἔργα (δὲν εἶχε ἀπαλλαχθεῖ ἀπὸ Εἰκονομάχους) καὶ συνεπῶς οἱ Εἰκονόφιλοι προχωροῦσαν σιγὰ-σιγὰ στὴν ἐπιβολὴ τῶν ἀπόψεών τους. Γιὰ παράδειγμα, ἡ Εἰρήνη εἶχε ἐξαναγκαστεῖ νὰ ξαποστείλει μακριὰ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη τὰ εἰκονομαχικὰ στρατεύματα προτοῦ προχωρήσει στὴ Σύνοδο τοῦ 787. Εἴτε ὅτι ἡ Εἰκονομαχία εἶχε ἐπιφέρει μιᾶς μορφῆς καλλιτεχνικὴ κάμψη ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπεικόνιση τῶν ἱερῶν προσώπων σὲ ἐπίπεδο μνημειακῆς τέχνης (τοιχογραφίες καὶ ψηφιδωτά), ἀφοῦ ἡ ἀπεικόνιση τοῦ προσώπου ἀπαιτοῦσε τοὺς πιὸ φίνους καλλιτέχνες (τὴν ἔκανε μόνο ὁ πρωτομάστορας τοῦ συνεργείου καθὼς καὶ τὰ χέρια ἴσως, ἐνῶ οἱ κατώτεροι τεχνίτες ἔκαναν τὰ ροῦχα, κι οἱ ἀρχάριοι μόνο τὸ φόντο). 

hagia_sophia_constantinople_theotokos_02

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, Ύστερη Αρχαιότητα, Ισλάμ, Ρωμανία, βυζαντινή τέχνη, θρησκεία and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s