«Οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί»

R. Girard, Ἐθερώρουν τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπήν, διάφορες σελίδες στὴν ἀρχή:

Πρὶν καταδικάσουμε τὶς ἀπαγορεύσεις ὡς «ἄσκοπα κατασταλτικές», πρὶν ἐπαναλάβουμε ἐκστατικοὶ τὴ φράση ποὺ ἔγινε διάσημη ἀπὸ τὰ «γεγονότα τοῦ Μάη τοῦ ‘68»: «ἀπαγορεύεται νὰ ἀπαγορεύεις», δέον εἶναι νὰ ἀναρωτηθοῦμε σχετικὰ μὲ τὶς συνέπειες τῆς ἐπιθυμίας ὅπως αὐτὴ ὁρίζεται στὴ δέκατη ἐντολή, τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον. Ἐὰν τούτη ἡ ἐπιθυμία εἶναι ἡ κοινότερο ὅλων, τί θὰ συνέβαινε στὴν περίπτωση πού, ἀντὶ νὰ ἀπαγορεύεται, γινόταν ἀνεκτὴ καὶ μάλιστα ἐνθαρρυνόταν;

Ὁ πόλεμος στοὺς κόλπους κάθε ἀνθρώπινης ὁμάδας, ὑποομάδας, οἰκογένειας θὰ ἦταν ἀτέρμονος….

Γιὰ νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι οἱ πολιτιστικὲς ἀπαγορεύσεις εἶναι ἄχρηστες, ὅπως ἐπαναλαμβάνουν ἀπερίσκεπτα οἱ δημαγωγοὶ τῆς «μοντερνικότητας», πρέπει νὰ ἀσπαστεῖ τὸν πιὸ ἀκραῖο ἀτομικισμό, αὐτὸν ποὺ πρεσβεύει τὴν ἀπόλυτη αὐτονομία τῶν ἀτόμων, δηλαδὴ τὴν αὐτονομία τῶν ἐπιθυμιῶν τους. Πρέπει, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ πιστεύει ὅτι οἱ ἄνθρωποι τείνουν ἐκ φύσεως νὰ μὴν ἐπιθυμοῦν τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον.

Ἀρκεῖ ὅμως νὰ παρατηρήσουμε δύο παιδιὰ ἢ δύο ἐνήλικες νὰ φιλονικοῦν γιὰ ἕνα ἀσήμαντο ἀντικείμενο ὥστε νὰ καταλάβουμε πὼς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ εἶναι λανθασμένο. Ἡ δέκατη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου βασίζεται στὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀξίωμα, ποὺ εἶναι καὶ τὸ μόνο ρεαλιστικό.

Ἐὰν τὰ ἄτομα τείνουν ἐκ φύσεως νὰ ἐπιθυμοῦν αὐτὸ ποὺ κατέχουν ἢ ἀκόμα αὐτὸ ποὺ ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπιθυμοῦν οἱ διπλανοί τους, τότε στοὺς κόλπους τῶν ἀνθρώπινων ὁμάδων ὑπάρχει μιὰ πολὺ ἰσχυρὴ προδιάθεση γιὰ τὶς διαμάχες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἀντιζηλία. Ἐὰν αὐτὴ ἡ τάση δὲν συναντοῦσε περιορισμούς, θὰ ἀπειλοῦσε μονίμως τὴν ἁρμονία καὶ τὴν ἐπιβίωση ἀκόμα κάθε κοινόητας.

Οἱ ἀντίζηλες ἐπιθυμίες εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπίφοβες, καθὼς τείνουν νὰ ἐνδυναμώνονται ἀμοιβαῖα. Ἡ ἀρχὴ τῆς κλιμάκωσης καὶ τῆς πλειοδοσίας διέπει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ διαμάχη. Ἔχουμε ἐδῶ ἕνα φαινόμενο τόσο κοινότοπο, τόσο εὐρέως γνωστό, τόσο ἐνάντιο πρὸς τὴν ἰδέα ποὺ σχηματίζουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καί, ὡς ἐκ τούτου, τόσο ταπεινωτικό, ὥστε προτιμοῦμε νὰ τὸ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴ συνείδησή μας καὶ νὰ προσποιούμαστε πὼς δὲν ὑπάρχει, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ ἀπέναντι στὸ πραγματικὸ εἶναι μιὰ πολυτέλεια τὴν ὁποία οἱ μικρὲς ἀρχαϊκὲς κοινωνίες δὲν μποροῦσαν νὰ προσφέρουν στὸν ἑαυτό τους.

Ὁ νομοθέτης ποὺ ἀπαγορεύει τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον πασχίζει νὰ ἐπιλύσει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα πρόβλημα κάθε ἀνθρώπινης κοινωνίας: τὴν ἐσωτερικὴ βία.

Διαβάζοντας τὴ δέκατη ἐντολὴ ἔχουμε τὴν ἐντύπωση πὼς παρακολουθοῦμε τὴ νοητικὴ διαδικασία τῆς διατύπωσής της. Θέλοντας νὰ ἐμποδίσει τὸν ἀλληλοσπαραγμὸ τῶν ἀνθρώπων, ὁ νομοθέτης ἐπιχειρεῖ ἀρχικὰ νὰ ἀπαγορεύσει ὅλα τὰ ἀντικείμενα γιὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι δὲν παύουν νὰ ἐρίζουν καὶ ἀποφασίζει νὰ καταρτίσει ἕναν κατάλογο. Ἐντούτοις γρήγορα ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὰ ἀντικείμενα εἶναι ἐξαιρατικὰ πολυάριθμα: ἀδυνατεῖ νὰ τὰ ἀπαριθμήσει ὅλα. Σταματᾶ λοιπὸν στὰ μισὰ τοῦ δρόμου, ἐγκαταλείπει τὴν προσπάθεια νὰ δώσει βάρος σὲ διαφορετικὰ κάθε φορὰ ἀντικείμενα καὶ στρέφεται πρὸς ἐκεῖνο ἢ μᾶλλον πρὸς ἐκεῖνον ποὺ εἶναι πάντοτε παρών, πρὸς τὸν πλησίον, τὸν διπλανό, τὸ ὂν τοῦ ὁποίου ἀμφίβολα ἐπιθυμοῦμε ὅσα αὐτῷ ἐστίν.

Ἐὰν τὰ ἀντικείμενα ποὺ ἐπιθυμοῦμε συμβαίνει νὰ ἀνήκουν πάντοτε στὸν πλησίον, τότε προφανῶς ὁ ἴδιος ὁ πλησίον τὰ καθιστᾶ ἐπιθυμητά. Συνεπῶς, στὴ διατύπωση τοῦ ἀπαγορευμένου ὁ πλησίον ὀφείλει νὰ ἀντικαταστήσει τὰ ἀντικείμενα καὶ πράγματι τὰ ἀντικαθιστᾶ στὸ τελευταῖο σκέλος τῆς φράσης, ποὺ δὲν ἀπαγορεύει πλέον τὰ ἀντικείμενα ποὺ ἀπαριθμοῦνται ἕνα πρὸς ἕνα, ἀλλὰ ὅσα ἀνήκουν στὸν πλησίον.

Θεωροῦμε τὴν ἐπιθυμία ἀντικειμενικὴ ἢ ὑποκειμενική, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ ὁποῖος δίνει ἀξία στὰ ἀντικείμενα, ἀπὸ τὸν ἐγγύτερο τρίτο, τὸν πλησίον. Προκειμένου νὰ διασφαλίσουμε τὴν εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, πρέπει νὰ ὁρίσουμε τὸ ἀπαγορευμένο σὲ σχέση μὲ αὐτὴ τὴν ἐπισφαλὴ διαπίστωση: ὁ πλησίον ἀποτελεῖ τὸ πρότυπο γιὰ τὶς ἐπιθυμίες μας. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐγὼ ὀνομάζω μιμητικὴ ἐπιθυμία.

Ἡ μιμητικὴ ἐπιθυμία εἶναι συχνά, ἀλλὰ ὄχι πάντοτε, συγκρουσιακή, καὶ τοῦτο γιὰ λόγους ποὺ ἡ δέκατη ἐντολὴ καθιστᾶ εὐλογοφανεῖς. Τὸ ἀντικείμενο ποὺ ἐπιθυμῶ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ πλησίον μου ἐκεῖνος, ὁ πλησίον δηλαδή, ἐννοεῖ νὰ τὸ διαφυλάξει, νὰ τὸ κρατήσει γιὰ προσωπική του χρήση καὶ δὲν θὰ ἀφήσει νὰ τοῦ τὸ ἀφαιρέσουν χωρὶς νὰ προβάλει ἀντίσταση. Ἡ ἐπιθυμία μου θὰ παρακωλυθεῖ, ἀντὶ ὅμως νὰ τὸ ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ μετατεθεῖ σὲ ἕνα ἄλλο ἀντικείμενο, ἐννέα φορὲς στὶς δέκα θὰ ἐναντιωθεῖ καὶ θὰ ἐνδυναμωθεῖ μιμούμενη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ προτύπου της.

Ἡ ἀντίσταση ἐντείνει τὴν ἐπιθυμία, κυρίως ὅταν ἡ πρώτη πηγάζει ἀπὸ ἐκεῖνον ἢ ἐκείνη ποὺ ἐμπνέει αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία. Στὴν περίπτωση ποὺ ἡ ἐπιθυμία δὲν ἀπορρέει ἐξ αρχῆς ἀπὸ τὸν πλησίον, σίγουρα θὰ προέλθει σύντομα ἀπὸ αὐτόν, καθότι, ἐὰν ἡ μίμηση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πλησίον γεννᾶ τὴν ἀντιζηλία, ἡ ἀντιζηλία γεννᾶ, ὡς ἀντάλλαγμα, τὴ μίμηση.

Ἡ ἐμφάνιση ἑνὸς ἀντίζηλου μοιάζει νὰ ἐπιβεβαιώνει τὴ βασιμότητα τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ἀμύθητη ἀξία τοῦ ἐπιθυμητοῦ ἀντικειμένου. Ἡ μίμηση ἐνδυναμώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐχθρότητα, οἱ ἀντίζηλοι ὅμως κάνουν ὅ,τι περνᾶ ἀπὸ τὸ χέρι τους προκειμένου νὰ ἀποκρύψουν τόσο ἀπὸ τὸν ἄλλο ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς ἐνδυνάμωσης.

Ἰσχύει καὶ τὸ ἀντίστροφο. Μιμούμενος τὴν ἐπιθυμία του, δίνω στὸν ἀντίζηλό μου τὴν ἐντύπωση πὼς ἔχει βάσιμους λόγους νὰ ἐπιθυμεῖ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, νὰ κατέχει αὐτὸ ποὺ κατέχει, κι ἔτσι ἡ σφοδρότητα τῆς ἐπιθυμίας του διπλασιάζεται.

Ἡ νηφάλια κατοχὴ κατὰ κανόνα ἀποδυναμώνει τὴν ἐπιθυμία. Προσφέροντας στὸ πρότυπό μου ἕναν ἀντίζηλο, τοῦ ἀνταποδίδω κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἐπιθυμία ποὺ μοῦ δανείζει. Παρέχω ἕνα πρότυπο στὸ ἴδιο μου τὸ πρότυπο καὶ τὸ θέαμα τῆς ἐπιθυμίας μου ἐπιτείνει τὴ δική του, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς πού, ἀντιπαραβαλλόμενος μὲ ἐμένα, ἐνδυναμώνει τὴ δική μου ἐπιθυμία. Αὐτὸς ὁ ἄντρας, γιὰ παράδειγμα, τοῦ ὁποίου τὴ σύζυγο ποθῶ, μὲ τὸν καιρὸ εἶχε πάψει ἐνδεχομένως νὰ τὴν ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἐπιθυμία του εἶχε νεκρωθεῖ, μὰ καθὼς ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ δική μου, τὴ ζωντανή, ξαναπαίρνει ζωή…

Πέραν τοῦ ὅτι εἴμαστε τυφλοὶ ἀπέναντι στὶς μιμητικὲς ἀντιζηλίες ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο μας, κάθε φορὰ ποὺ ἐξυμνοῦμε τὴ δύναμη τῶν ἐπιθυμιῶν μας τὶς ἐκθειάζουμε. Συγχαίρουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ τὸ ὅτι φέρουμε μιὰ ἐπιθυμία ποὺ ἔχει «τὸ εὖρος τῶν ἀπέραντων πραγμάτων», μὰ δὲν βλέπουμε τί κρύβει αὐτὴ ἡ ἀπεραντοσύνη, τὴν εἰδωλολατρία δηλαδὴ τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία ἀναγκαστικὰ συνδέεται μὲ τὴν εἰδωλολατρία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλὰ εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὴν τελευταία.

Οἱ ἀδιέξοδες συγκρούσεις, ἀπόρροια τῆς διπλῆς εἰδωλολατρίας μας, εἶναι ἡ κύρια πηγὴ τῆς ἀνθρώπινης βίας. Ἐμφορούμαστε ὅλοένα καὶ περισσότερο ἀπὸ μιὰ λατρεία πρὸς τὸν πλησίον αμς, ποὺ μετατρέπεται σὲ μίσος, ἐνόσῳ ὅλο καὶ πιὸ ἀπεγνωσμένα γυρεύουμε νὰ λατρέψουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ αὐτοαναγορευτοῦμε πιὸ «ἀτομιστές». Γιὰ νὰ ἀναστείλει αὐτοὺς τοὺς μηχανισμούς, τὸ Λευιτικὸν περιέχει τὴν περίφημη ἐντολή: «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν», πράγμα ποὺ σημαίνει ἀγάπα τον οὔτε λιγότερο οὔτε πρισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου.

Ἡ ἀντιπαλότητα τῶν ἐπιθυμιῶν δὲν ἔχει μόνο τὴν τάση νὰ ἐντείνεται ἀλλὰ καί, καθὼς παροξύνεται, διαχέεται στὴν περιφέρεια, μεταδίδεται σὲ τρίτους, ἐξίσου ἀκόρεστους μὲ ἐμᾶς γιὰ ψευδοαπεραντοσύνη.

Ἡ κύρια πηγὴ τῆς βίας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ μιμητικὴ ἀντιζηλία. Δὲν εἶναι συμπτωματικὴ οὔτε ὅμως καὶ καρπὸς ἑνὸς «ἐπιθετικοῦ ἐνστίκτου» ἢ μιᾶς «ἐπιθετικῆς ἐνόρμησης».

Οἱ μιμητικὲς ἀντιζηλίες μποροῦν νὰ γίνουν τόσο ἔντονες ὥστε οἱ ἀντίζηλοι ἐξευτελίζονται ἀμοιβαῖα, κλέβουν ὁ ἕνας τὰ κτήματα τοῦ ἄλλου, διαφθείρουν ἀντίστοιχα τὶς συζύγους τους καὶ ἐντέλει δὲν διστάζουν οὔτε μπροστὰ στὸ φόνο.

Ὁ ἀναγνώστης θὰ παρατήρησε πὼς μόλις ἀνέφερα καὶ πάλι, αὐτὴ τὴ φορὰ κατὰ σειρὰ ἀντίστροφη τοῦ Δεκάλογου, τὶς τέσσερις σημαντικότερες ἐκδηλώσεις βίας ποὺ ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὶς τέσσερις ἐντολὲς ποὺ προηγοῦνται τῆς δέκατης, καὶ τὶς ὁποῖες ἤδη παρέθεσα στὴν ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου.

Ἐὰν ὁ Δεκάλογος ἀφιερώνει τὴν ὕστατη ἐντολή του στὴν ἀπαγόρευση τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον, τὸ κάνει γιατὶ ἔχει τὴ διαύγεια νὰ ἐντοπίσει μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία ποιὸς εὐθύνεται γιὰ τὶς βιαιοπραγίες ποὺ ἀπαγορεύονται στὶς τέσσερις ἐντολὲς ποὺ προηγοῦνται.

Ἐὰν παύαμε νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ πλησίον, δὲν θὰ γινόμασταν ποτὲ ἔνοχοι φόνου, μοιχείας, ληστείας, ψευδομαρτυρίας. Ἐὰν σεβόμασταν τὴν τελευταία ἐντολή, θὰ περίττευαν ἐξαιτίας της καὶ οἱ τέσσερις προηγούμενες.

Ἀντὶ νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν αἰτία καὶ νὰ προχωρᾶ στὰ ἀποτελέσματα, κατὰ τὸν τρόπο μιᾶς φιλοσοφικῆς ἀνάπτυξης, ὁ Δεκάλογος ἀρχίζει τὴν ἀντίστροφη πορεία. Καταπιάνεται ἀρχικὰ μὲ τὸ πιὸ ἐπεῖγον: θέλοντας νὰ ἀποτρέψει τὴ βία, ἀπαγορεύει τὶς πράξεις βίας. Στρέφεται στὴ συνέχεια πρὸς τὴν αἰτία καὶ ἀνακαλύπτει τὴν ἐπιθυμία ποὺ ἐμπνέει ὁ πλησίον. Αὐτὴν λοιπὸν καὶ ἀπαγορεύει, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀπαγορεύσει παρὰ μόνο στὸ μέτρο ποὺ τὰ ἐπιθυμητὰ ἀντικείμενα ἀνήκουν νόμιμα σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο ἀντίζηλους. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀποθαρρύνει ὅλες τὶς ἀντιπαλότητες λόγῳ ἐπιθυμίας.

Ἐὰν ἐξετάσουμε τὶς ἀπαγορεύσεις τῶν ἀρχαϊκῶν κοινωνιῶν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δέκατης ἐντολῆς, διαπιστώνουμε ὅτι, χωρὶς νὰ εἶναι τόσο σαφεῖς ὅσο ἡ τελευταία, πασχίζουν ἐξίσου νὰ ἀπαγορεύσουν τὴ μιμητικὴ ἐπιθυμία καὶ τὶς ἀντιπαλότητες ποὺ γεννᾶ. Οἱ πιὸ αὐθαίρετες φαινομενικὰ ἀπαγορεύσεις δὲν εἶναι καρπὸς οὔτε  μιᾶς κάποιας «νεύρωσης» οὔτε τῆς μνησικακίας ὁρισμένων μεμψίμοιρων γερόντων, ποὺ μόνο τους μέλημα εἶναι νὰ παρεμποδίζουν τὴ διασκέδαση τῶν νέων. Στὴ βάση τους, οἱ ἀπαγορεύσεις δὲν ἔχουν τίποτα τὸ ἰδιότροπο οὔτε τὸ κακοπροαίρετο, στηρίζονται σὲ μιὰ ἐποπτεία ἀνάλογη μὲ αὐτὴ τοῦ Δεκάλογου, ποὺ ὑπόκειται ὅμως σὲ κάθε λογῆς συγχύσεις….

Ὅσο ὁ ἀνταγωνισμός τους ὀξύνεται, οἱ ἀνταγωνιστές, κατὰ παράξοδο τρόπο, ὁμοιάζουν ὁλοένα καὶ περισσότερο. Ἀντιμάχονται ὅλο καὶ πιὸ ἄτεγκτα ὅσο καὶ ἡ ἀντιπαράθεσή τους ἐξαλείφει τὶς πραγματικὲς διαφορὲς ποὺ ἄλλοτε τοὺς χώριζαν. …

Γιατί ὁ Ἰησοῦς θεωρεῖ τὸν Πατέρα καὶ τὸν ἑαυτό Του ὡς τὰ καλύτερα πρότυπα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους; Ἐπειδὴ οὔτε ὁ Πατέρας οὔτε ὁ Υἱὸς ἐπιθυμοῦν ἀκόρεστα, ἐγωιστικά…Δίνει στοὺς ἀνθρώπους δίχως νὰ ὑπολογίζει, δίχως νὰ ἐντοπίζει πάνω τους τὴν πραγματικὴ διαφορά…

Τὸ μειονέκτημα ὡστόσο τῶν ἀπαγορεύσεων εἶναι ὅτι δὲν παίζουν ἱκανοποιητικὰ τὸ ρόλο τους. Ἡ κατὰ κύριο λόγο ἀρνητική τους φύση ἐξερεθίζει ἀναγκαστικὰ μέσα μας τὴ μιμητικὴ ροπὴ πρὸς τὴν παράβαση. Ὁ καλύτερος τρόπος νὰ προληφθεῖ ἡ βία δὲν εἶναι νὰ ἀπαγορευτοῦν τὰ ἀντικείμενα ἢ ἀκόμα ἡ ἀντίζηλη ἐπιθυμία, ὅπως ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει ἡ δέκατη ἐντολή, ἀλλὰ νὰ προσφερθεῖ στοὺς ἀνθρώπους ἕνα πρότυπο, τὸ ὁποῖο ἀντὶ νὰ τοὺς ἐμπλέκει στὶς μιμητικὲς ἐπιθυμίες θὰ τοὺς προστατεύει ἀπὸ αὐτές.

Συχνὰ πιστεύουμε ὅτι μιμούμαστε τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν μιμούμαστε παρὰ ψεύτικα μοντέλα αὐτονομίας καὶ ἀφθαρσίας. Ἐντούτοις, ἀντὶ ἡ μίμηση νὰ μᾶς κάνει αὐτόνομους και ἄτρωτους, ἀκριβῶς τότε ἀναλωνόμαστε σὲ ἄσπονδες ἀντιπαλότητες. Τὸ στοιχεῖο ποὺ θεοποιεῖ αὐτὰ τὰ πρότυπα στὰ μάτια μας εἶναι ὅτι θριαμβεύουν σὲ περιπτώσεις μιμητικῆς ἀντιπαλότητας, ἡ σφοδρότητα τῶν ὁποίων ἐπισκιάζει τὴν ἴδια τους τὴν ἀσημαντότητα. …

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ πλάσμα ἐκεῖνο ποὺ ἀπώλεσε ἕνα μέρος τοῦ ζωικοῦ του ἐνστίκτου γιὰ νὰ ἀποκτήσει πρόσβαση σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἐπιθυμία. Ἅπαξ καὶ οἱ φυσικές τους ἀνάγκες ἱκανοποιηθοῦν, οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν ἔντονα, μόνο ποὺ δὲν ξέρουν τί ἀκριβῶς, καθότι κανένα ἔνστικτο δὲν τοὺς καθοδηγεῖ. Δὲν διαθέτουν καθαυτὸ ἐπιθυμία. Τὸ ἴδιον τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτῆς. Γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουμε πραγματικὰ πρέπει νὰ καταφύγουμε στοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς περιβάλλουν, πρέπει νὰ δανειστοῦμε τὶς ἐπιθυμίες μας.

Ὁ δανεισμὸς αὐτὸς γίνεται συχνὰ ἐρήμην τόσο τοῦ δανειστῆ ὅσο καὶ τοῦ δανειζόμενου.

ΣΧΟΛΙΑ:

Δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ ἀρνηθῶ τὸ πρόβλημα ποὺ ἐντοπίζει ὁ Ρ.Ζ. οὔτε νὰ ἀρνηθῶ σὲ ὅλο του τὸ εὖρος τὶς προτεινόμενες λύσεις ποὺ δίνει. Μᾶλλον περιορίζω περισσότερο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ εὖρος τῆς ἐφαρμογῆς τους: Κι ὁ Ρ.Ζ. παραδέχεται ὅτι οἱ Δέκα Ἐντολὲς ἀφοροῦν τὰ νόμιμα ἀγαθὰ τοῦ πλησίον, ὅταν αὐτὰ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ ὅλους ὡς νόμιμα -ἀκόμη κι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κατὰ βάθος τὰ ἐποφθαλμιοῦν-, ὄχι κάθε περίπτωση ἁρπακτικῆς διάθεσης.

Ἔπειτα, ὁ Κονδύλης, μὲ τὴν ἀνάλυσή του γιὰ τὴν δυάδα καὶ τὴν τριάδα, ἀναφέρει κι ἄλλες περιπτώσεις: τὸ ποθητὸ ἀντικείμενο ἢ ἄτομο μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας μεσολαβητὴς ἢ κάποιος ποὺ ζεῖ σὲ βάρος τῶν δύο ἀνταγωνιστῶν. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἕνας ἀποδιοπομπαῖος τράγος ἀφότου οἱ δυὸ ἀνταγωνιστὲς «τὰ βροῦν» μεταξύ τους· ἤ, χειρότερα, ἕνας δοῦλος δύο κυρίων. Ἡ περίπτωση ποὺ καὶ οἱ δυὸ ἀνταγωνιστὲς ἀποκρούσουν τὴ διαμάχη γιὰ τὸ ἴδιο ἐπιθυμητὸ ἀντικείμενο ἢ ἄτομο, θέτοντας πάνω ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο αὐτὸ ὡς σημαντικότερη τὴ φιλία τους ἐνέχει τὸν παραπάνω κίνδυνο. Ὑπάρχει καὶ ἡ περίπτωση ὅπου τὸ ἀντικείμενο τῆς κοινῆς ἐπιθυμίας ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο. Ὁ Ρ. Ζ. χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ ἐραστῆ· συμπληρωματικά, μπορεῖ ὁ σύζυγος ὄχι νὰ ζηλέψει ἀλλὰ νὰ διαβολοστείλει τὴν ἀπὸ τὸν ἐραστὴ ποθητὴ σύζυγό του. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξουδετέρωση-κατανίκηση τῆς μιμητικῆς ἐπιθυμίας μπορεῖ νὰ γίνεται μὲ μὴ βίαιους ἀλλὰ διαφορετικοὺς τρόπους.

Γιὰ νὰ εἶναι πρακτικὰ ἐφικτὴ σὲ κάθε περίπτωση ἡ εἰρηνικὴ ἐπίλυση τῆς ἀντιζηλίας μὲ τρόπο ποὺ αὐτὴ νὰ ξεπερνιέται καὶ συνεπακόλουθα τὸ κοινὰ ἐπιθυμητὸ ἀντικείμενο νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀντίζηλους ἀξιακὰ κατώτερο σὲ σχέση μὲ τὴν δυνατότητα φιλίας μεταξὺ δυὸ ἀντίζηλων, δηλαδὴ προκειμένου μιὰ μὴ βίαιη ἐπίλυση τῆς «μιμητικῆς ἐπιθυμίας» νὰ μὴν ἀφορᾶ μόνο τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ἀπὸ τοὺς ἀντιμαχόμενους ἀναγνωρίζεται αὐθόρμητα / πρόθυμα ἡ ὕπαρξη ἑνὸς κοινοῦ συμφέροντος ἀνώτερου τοῦ κέρδους ποὺ δυνητικὰ θὰ παρεῖχε στὸν καθένα ἀντίζηλο τὸ κοινὰ ἐπιθυμητὸ ἀντικείμενο, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύει ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἐνδεχόμενα: Εἴτε νὰ ἀνακάλυπταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι ὑπάρχει, σὲ κάθε περίπτωση, Ἕνα Ἄλλο «ἀντικείμενο» τὸ ὁποῖο παρέχει σὲ ὅλους «κέρδος» κι ὠφέλεια ἀνώτερα τοῦ κέρδους ποὺ τὸ σὲ κάθε συγκεκριμένη περίπτωση διεκδικούμενο ποθητὸ ἀντικείμενο παρέχει στοὺς ἑκάστοτε ἀντίζηλους, ὥστε αὐτοὶ νὰ σταματήσουν τὴν ἀνούσια διεκδίκηση τοῦ κατώτερης ἀξίας διεκδικούμενου ποθητοῦ ἀντικειμένου καὶ κατόπιν νὰ ἀποζητήσουν αὐτὸ τὸ Ἕνα Ἄλλο ἀντικείμενο. Εἴτε νὰ δημιουργεῖτο ἕνας κόσμος (ἕνας πλανήτης, μιὰ κοινωνία) ὅπου καθένας θὰ μποροῦσε νὰ κατέχει τὰ πάντα, ἀκόμη κι ἐκεῖνα ποὺ τὰ θέλει, καὶ μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει, ταυτόχρονα κάποιος ἄλλος, ἀκόμη κι ἂν τὰ ποθητὰ αὐτὰ ἀντικείμενα εἶναι μοναδικά.

Ὅμως, οὔτε τὸ ἕνα ἐνδεχόμενο εἶναι δυνατό, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἕνα τέτοιο Ἄλλο ἀντικείμενο (α΄ περίπτωση) εἶναι   ἀ ν ύ π α ρ κ τ ο . Ἕνας τέτοιος κόσμος (β΄ περίπτωση) εἶναι  ἀ δ ύ ν α τ ο ς.

Ἀσφαλῶς ὁρισμένοι, ὅπως κι ὁ Ρ.Ζ. θὰ ποῦν: τὸ «ἀντικείμενο» αὐτὸ εἶναι ὁ Θεός. Ὅμως ὅσες ἔννοιες καθίστανται κοινὰ ἢ παγκόσμια ἀποδεκτές, παύουν  νὰ συνιστοῦν σύμβολο συνεννόησης καὶ εἰρήνευσης, καὶ γίνονται ἀντικείμενο διαμάχης γιὰ τὴν ἑρμηνεία τους. Ἡ βία, ἔτσι, μετατίθεται σὲ ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδο, φεύγοντας ἀπὸ τὸ χυδαῖο ὑλικὸ ἐπίπεδο (λεφτά, γυναῖκες κ.λπ.) Ἡ ὑψιστη δικαιοδοσία καὶ ἰσχὺς στὴν κοινωνία, ὅπως γράφει ὁ Κονδύλης, ἀνήκει σὲ αὐτὸν ποὺ ὁρίζει δεσμευτικὰ τὶς βασικὲς ἔννοιες. Ἡ ἔννοια τοῦ τσαγκάρη δὲν παρέχει τόσο γενικὴ ἰσχύ, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ λέει στοὺς ἀνθρώπους τί νὰ κάνουν, κι ἔχει ἀναγνωριστεῖ ἢ ἐπιβληθεῖ ὡς τέτοιος, κατέχει τὴν ὕψιστη δικαιοδοσία. Προφανῶς ὁ Ἰησοῦς παρέχει ἕνα τέτοιο πρότυπο, ὅπως ὁ Ρ. Ζ. περιγράφει, καὶ προφανῶς δὲν ἄφησε τὴν Ἐκκλησία μόνη μετὰ τὴν Ἀνάληψη. Τὸ τί γίνεται στὴν καθημερινότητα εἶναι, ὡστόσο, ζήτημα ἑρμηνείας καὶ δικαιοδοσίας κάποιων.

Βεβαίως, κανεὶς Χριστιανὸς δὲν ἰσχυρίστηκε ὅτι ἀπὸ τώρα λύθηκαν ἢ μποροῦν νὰ ἐπιλυθοῦν ὅλα τὰ προβλήματα τῆς μιμητικῆς βίας, κι ὁ Ρ.Ζ. ἀλλοῦ τὸ ἀναγνωρίζει. Ἡ ἀποσπασματικότητα ἢ μερικὴ ἰσχὺς τῶν προτεινόμενων χριστιανικῶν λύσεων δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἄλλη λέξη γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει ἐπέλθει ἡ Δευτέρα Παρουσία.

Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀνάλυση τοῦ Ρ. Ζ. εἶναι ἔτη φωτὸς μπροστὰ σὲ σχέση μὲ τὶς ταξικὲς καὶ ἄλλες ἀναλύσεις τῶν Ἀριστερῶν καὶ τῶν Φιλελεύθερων, ποὺ δὲν ἔχουν σκεφτεῖ κἂν τὸ ζήτημα τῆς ἐπιθυμίας. Στὴν πραγματικότητα, ὅποτε τὸ σκέφτονται, οἱ μὲν Ἀριστεροὶ τὸ βλέπουν μὲ ὅρους Δικαίου καὶ Ἀδίκου μὲ σκοπὸ νὰ ἄρουν τὴν Ἀδικία. Δὲν σκέφτονται ὅτι ἀκόμη καὶ σὲ μιὰ ἀγγελική, ἀταξικὴ κοινωνία οἱ ἄνθρωποι θὰ συνεχίσουν νὰ ἐποφθαλμιοῦν τὰ ἀγαθὰ τοῦ κάθε πλησίον τους, οὔτε ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν ἐπιλύεται μὲ τὸ νὰ θεσπίσουμε τί εἶναι πραγματικὰ δίκαιο νὰ κατέχεις καὶ μετὰ νὰ τὸ κάνουμε πράξη διὰ τῆς Ἐπανάστασης. Ἄλλωστε, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἀκόμη καὶ τὸ τί λές –πόσο μᾶλλον τὸ τί πράττεις– παύει νὰ εἶναι δικό σου ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ξεστόμισες, γιατὶ ἐπιδέχεται κοινωνικὲς ἑρμηνεῖες διαφορετικὲς καὶ συχνὰ ἀντίθετες ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔχεις κατὰ νοῦ, τὸ προϊὸν ὅμως τῆς ἐργασίας θὰ ἔπρεπε νὰ ‘ἀνήκει’ στὸν ἐργαζόμενο, καὶ οὔτε κατὰ διάνοια ὁ ἐργαζόμενος θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλοτριώνεται, ἀλίμονο! Τὸ πρόβλημά μας εἶναι ἡ Ἀπελευθέρωση! – λὲς καὶ δὲν ἰσχύει ἔμπρακτα ὅτι ὅ,τι γιὰ τὸν ἕνα εἶναι Ἐλευθερία-Ἀπελευθέρωση γιὰ τὸν ἄλλον εἶναι Σκλαβιά. Οἱ δὲ Φιλελεύθεροι τὸ μόνο ποὺ σκέφτονται εἶναι νὰ καταστήσουν θεσμικά, τὴν α, β, γ ἐπιθυμία ὡς νόμο (γιὰ παράδειγμα, τὸν γάμο μεταξὺ ὁμόφυλων). Δὲν σκέφτονται τίποτε πέρα ἀπὸ αὐτό, γιατὶ πιστεύουν ὅτι ἡ πραγμάτωση τῆς ἐπιθυμίας εἶναι ὅ,τι καλύτερο γιὰ νὰ φτιαχτεῖ μιὰ ἰδανικὴ κοινωνία. Κάθε νέα, τάχα αὐθόρμητη κι αὐθύπαρκτη, ἐπιθυμία πρέπει νὰ καταστεῖ νόμος κι ἀνθρώπινο δικαίωμα: Τὸ ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ ἀξιώσεις ἰσχύος πολλαπλασιάζονται δὲν τὸ προσέχει κανείς. Δὲν συζητᾶνε ὅμως λ.χ. γιὰ τὴν ἐπιθυμία μου γιὰ κότερο, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ θεσπιστεῖ ὡς νόμος προκειμένου νὰ ἀποκτήσω ἕνα κότερο κι ἐγώ, γιατὶ φοβοῦνται μήπως γίνουν Ἀριστεροί. Ὡστόσο, κι οἱ Ἀριστεροὶ ἔχουν κάποιο ἄγχος ὡς πρὸς τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ συνέλευση τῶν ἐργατῶν θὰ ἀποφασίζει κάθε Σάββατο στὴν Πνύκα ποιὲς ἀτομικὲς ἐπιθυμίες εἶναι ἠθικὲς καὶ πραγματώσιμες καὶ ποιὲς ὄχι. Ἀριστερά, οἱ Φιλελεύθεροι κι οἱ «ἀναλύσεις» τους ἐκτὸς ἀπὸ φοῦσκες κενοῦ εἶναι καὶ βαρίδια στὰ πόδια μας. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ θεωρία τῆς μίμησης ἔχει συνάφεια μὲ τὴν ὕστερη κονδυλικὴ σκέψη (στὸ τέλος), ὅτι γιὰ νὰ κινηθεῖ κοινωνικὰ καθένας πρέπει νὰ μιμηθεῖ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων (ξεκινώντας μὲ τὴν γλώσσα τους).

This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλελεύθεροι, φιλοσοφίες, Αριστερά, κοινωνία and tagged , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s