Ὀνόματα

Κάθε ὄνομα ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ πουθενὰ καὶ ξεκινᾶ τὴν ἱστορία του ἔνδοξα μέχρι ποὺ σταδιακὰ χάνεται στὴν ἀφάνεια. Ἡ δόξα του προκαλεῖ τὴ διαιώνισή του ὥσπου διδόμενο σὲ τιποτένιους ἀνθρώπους χάνει κάθε αἴγλη ἢ γίνεται ἕνα ὡραῖο, κοινὸ ὄνομα.

Εἴχαμε ἕναν Ἀλέξανδρο Μακεδόνα, ποὺ δημιούργησε τὸν ἑλληνιστικὸ πολιτισμὸ ποὺ συνεχίστηκε ἓως καὶ τὸν 7ο αἰ. στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Συρία, γιὰ 1.000 χρόνια. Ὁ γιός του, Ἀλέξανδρος κι αὐτός, θανατώθηκε μωρὸ ἀπὸ κάποιον στρατηγό. Ἕνας τρίτος Ἀλέξανδρος, βυζαντινός, βασίλεψε ἕνα μόνο χρόνο χωρὶς νὰ κάνει κάτι ἄξιο λόγου. Ἄφησε ὅμως τὸ ψηφιδωτὸ μὲ τὴ μορφή του, καὶ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τιτλοφόρησε τὸν ἑαυτό του «αὐτοκράτορα». Ὁ τέταρτος Ἀλέξανδρος, ἦταν ὁ μοιραῖος Ἀλέξανδρος ποὺ τὸ 1920 πέθανε ἀπὸ δάγκωμα μαϊμοῦς· ὁ θάνατός του ἐπέτεινε τὸ Διχασμό, ἀφοῦ στὴν κομματικὴ διαμάχη προστέθηκε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναφορᾶς στὸ θρόνο τοῦ Κωνσταντίνου.

Εἴχαμε τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὴν Ὑόρκη τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐγκατέστησε ἕνα κράτος ποὺ ἔζησε γιὰ 1.000 χρόνια. Εἴχαμε ἄλλους δέκα (ἢ ἔντεκα) βυζαντινοὺς Κωνσταντίνους, καὶ δὲν ἀξίζει νὰ τοὺς ἀναφέρουμε ὅλους. Ἄλλοι ἦταν γενναῖοι κι ἀτρόμητοι, ἄλλοι λιγότερο· ἄλλοι ἄτυχοι κι ἄλλοι τυχεροί. Οἱ δυὸ πρόσφατοι, ὄχι βυζαντινοὶ ἀλλὰ νεοέλληνες, ὄχι αὐτοκράτορες μὰ πρωθυπουργοί, ἦταν ὁ γηραιὸς Καραμανλῆς, ποὺ μᾶς ἦρθε κι αὐτὸς ἀπὸ τὴ Δύση, τάχα σὰν ἀπὸ μηχανῆς θεὸς τὸ 1974 ἔπειτα ἀπὸ τὴ χουντικὴ προδοσία (ἀπόσυρση μεραρχίας ἀπὸ Κύπρο, πραξικόπημα κατὰ Μακαρίου), γιὰ νὰ τὴ συνεχίσει δηλώνοντας ὅτι ἡ Κύπρος εἶναι μακριὰ καὶ δὲν μᾶς νοιάζει νὰ τὴν ἀπελευθερώσουμε μὲ στρατό. Ὁ δεύτερος, ἕνας στὴν πραγματικότητα ἄβουλος ἄνθρωπος ποὺ κληρονόμησε τὸ ὄνομα τοῦ θείου του, ποὺ τοῦ «ἔτυχαν» δυὸ πυρκαγιὲς πανελλαδικοῦ μεγέθους καθὼς καὶ μιὰ «αὐθόρμηση ἐξέγερση» τοῦ 2008 γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔκανε τίποτε, ἔφυγε κακῆν-κακῶς καὶ γύρισε στὴ σιωπή του, καὶ ἔκτοτε μονάζει ὡς κοσμοκαλόγερος.

Εἴχαμε τὸν Ἀλέξιο Α’ Κομνηνό, πραγματικὸ ἡμίθεο, ποὺ πολεμοῦσε σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση καὶ ξανάδωσε ζωὴ τὴ Ρωμανία. Ὁ ἄτυχος ἐγγονός του, Ἀλέξιος Β΄ θανατώθηκε παλληκαράκι ἀπὸ τὸν μισότρελο Ἀνδρόνικο Α΄, ποὺ ὑφάρπαξε τὴν ἐξουσία. Ἀκολούθησαν οἱ Ἀλέξιος Γ΄, ἕνας ἀπὸ τοὺς σιχαμερότερους αὐτοκράτορες, ποὺ ἀντὶ νὰ πολεμήσει τοὺς Λατίνους πολιορκητὲς τὸ 1203, τὸ ἔσκασε μιὰ βραδιὰ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Πόλη ἀφήνοντάς την ἀνυπεράσπιστη. Ὁ Ἀλέξιος Δ΄ Ἄγγελος, ἰσάξιος σὲ σιχαμερότητα, προσκάλεσε τοὺς Σταυροφόρους στὴ Ρωμανία καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε χρῆμα, καὶ ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν Πάπα ἐὰν ἀποκαθιστοῦσαν τὸν πατέρα του Ἰσαάκιο Β΄καὶ τὸν ἴδιο στὸ θρόνο. Στὸ τέλος, στραγγαλίστηκε ἀπὸ ἕναν ἄλλον ἀνίκανο Ἀλέξιο, τὸν πέμπτο στὴ σειρά, ὁ ὁποῖος ἐπίσης τὸ ἔσκασε. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶχε πιὸ ἄθλιο τέλος: Τυφλώθηκε ἀπὸ τὸν πεθερό του, καὶ πιάστηκε ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ποὺ τὸν δίκασαν καὶ τὸν καταδίκασαν νὰ θανατωθεῖ ριχνόμενος ἀπὸ τὴν στήλη τοῦ Θεοδόσιου. Σήμερα, ἔχουμε τὸν Ἀλέξιο Τσίπρα.

 

Advertisements
This entry was posted in Ελλάδα, Ιστορίες, Ρωμανία, Σαν παραμύθια and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s