Χριστιανισμός, δουλεία, de Ste. Croix

Γράφει κάπου ὁ Ντὲ Σαὶντ Κρουά (Geoffrey Ernest Maurice de Sainte Croix), ἕνας παλιὸς (†2000) Ἄγγλος ἱστορικός:

Δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ σὲ κανέναν πρώιμο χριστιανὸ συγγραφέα κανενὸς εἴδους ἀπαίτηση γιὰ κατάργηση τῆς δουλείας, ἢ ἔστω γιὰ μιὰ γενικὴ ἀπελευθέρωση τῶν δούλων ἐκείνης τῆς συγκεκριμένης ἐποχῆς. Τὸ πλησιέστερο ποὺ γνωρίζω εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὕμνους εἰς τὴν Γέννησιν (διασώζονται μόνο στὰ συριακά) τοῦ Ἐφραῖμ: ἐδῶ ὁ Ἐφραὶμ παρουσιάζει τὴ Μαρία νὰ λέει: «Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει στὴν ἰδιοκτησία του ἕναν δοῦλο ὀφείλει νὰ τὸν ἀπελευθερώσει».  Ἀμέσως μετὰ ὅμως συμπληρώνει: «ὥστε νὰ ἔλθει καὶ νὰ ὑπηρετήσει τὸν Κύριό του». Ἐπίσης, σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς Ὕμνους εἰς τὰ Ἐπιφάνεια, ὁ Ἐφραὶμ καθιστᾶ σαφὲς ὅτι στὰ μάτια του ὁ δοῦλος καὶ ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος ἐξισώνονται μέσῳ τῆς βάπτισης -ἡ καθιερωμένη χριστιανικὴ ἀντίληψη. […]  Στοὺς ρωμαίους νομομαθεῖς (προφανῶς ὅλοι τους ἐθνικοί), ἀπὸ τὸν δεύτερο ἢ τὸν τρίτο μεταχριστιανικὸ αἰώνα μέχρι τὸν ἕκατο, μερικὲς φορὲς ἀπαντᾶ ἡ παραδοχὴ ὅτι ἡ δουλεία ἦταν “contra naturam, iuri naturali contraria”. (Πράγματι, φαίνεται ὅτι ἡ δουλεία θεωροῦνταν, ἀπὸ μερικοὺς τουλάχιστον νομομαθεῖς, ὡς τὸ μοναδικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ius gentium –τοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν– ποὺ δὲν ἀποτελοῦσε μέρος τοῦ ius natural -τοῦ φυσικοῦ δικαίου.) Αὐτὸς εἶναι ἕνας τρόπος σκέψης ποὺ ἀνάγεται στοὺς ἀνώνυμους διανοητὲς τοῦ πέμπτου ἢ τοῦ τέταρτου αἰώνα π.Χ., οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη, εἶχαν διακηρύξει ὅτι ἡ δουλεία, ἐπειδὴ βασιζόταν στὴ βία, ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴ φύση καὶ λάθος –ὄχι ἁπλῶς οὐ κατὰ φύσιν ἀλλὰ παρὰ φύσιν– μιὰ σημαντικὴ διαφορά. […] Στὴν πρώιμη χριστιανικὴ σκέψη δὲν βρῆκα σχεδὸν τίποτε ποὺ νὰ φτάνει τουλάχιστον στὸ σημεῖο τῆς ἀπόρριψης τῆς δουλείας, ὅπως συνέβαινε μὲ τὶς καθαρὰ θεωρητικὲς δηλώσεις τῶν ρωμαίων νομομαθῶν, ὅτι δηλαδὴ ἡ δουλεία «εἶναι ἀντίθετη στὴ φύση». […] Δὲν γνωρίζω τὰ κείμενα τῆς χριστιανικῆς γραμματείας μετὰ τὸν ἕκτο αἰώνα, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ πῶ πολλά. Θὰ ἔλεγα ὅμως ὅτι δὲν ἔχω ὑπόψη μου καμία ἀπερίφραστη καταδίκη τῆς δουλείας ὡς θεσμοῦ ἀπὸ κανένα χριστιανὸ συγγραφέα στὴ διάρκεια τοῦ Μεσαίωνα.

Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ Ρώμη. Διωγμοί, αἱρέσεις καὶ ἤθη, σσ. 282-284, 285, 287.

Τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι πρωτοδημοσιευμένο τὸ 1975. Τὸ «βιβλίο» αὐτό (μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἄρθρα) μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ τὸ 2005. Ἂν κάτι δείχνει, εἶναι τὸ βαθμὸ ἄγνοιας τῆς Ἀριστερᾶς ἀλλὰ καὶ τῆς Δύσης γιὰ ἑλληνικὰ χριστιανικὰ κείμενα τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας. Κείμενα ποὺ εἶχαν ἐκδοθεῖ ἤδη κατὰ τὸν 19ο αἰ. δηλαδή, ἦταν ἄγνωστα γιὰ ὁρισμένους σπουδαίους ἱστορικούς τὴ δεκαετία τοῦ 1970. Βέβαια, ἡ σημασία ποὺ δίνουμε στὸ ἑλληνικὸ βιβλίο τοῦ de Ste. Croix ὀφείλεται στὸ ὅτι στὴν πραγματικότητα τὸ μέρος του αὐτὸ συνιστᾶ τυφλοσούρτη γιὰ ὅποιον Ἕλληνα θέλει νὰ βρεῖ –σαράντα χρόνια μετά– ἄμεσα «ἀποδείξεις» κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς δουλείας.

Καταλαβαίνει εὔκολα, λοιπόν, κάποιος πῶς γινόταν ἕως πρόσφατα ἡ ἔρευνα ἀπὸ ξένους (νὰ μὴν σκεφτοῦμε τοὺς Ἕλληνες), ὅταν ἀγνοεῖται τὸ κείμενο τοῦ Γρηγόριου Νύσσης γιὰ τὴ δουλεία: Στὸ πόδι. Ὁ de Ste. Croix δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ τί λέει ὁ Γρηγόριος, τὸν 4ο αἰ.:

Καταδικάζεις σὲ δουλεία τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἡ φύση του εἶναι ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια, καὶ ὀρθώνεις δικό σου νόμο ἀπέναντι στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἀνατρέποντας τὸ νόμο του ποὺ διέπει τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸν ποὺ πλάστηκε γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, γιὰ να εἶναι κύριος τῆς γῆς, καὶ ποὺ ὁρίστηκε ἀπὸ τὸν πλάστη του νὰ ἄρχει, αὐτὸν τὸν ὑποτάσσεις στὸ ζυγὸ τῆς δουλείας, ποὺ ἀντιβαίνει καὶ ἀντιμάχεται τὴ θεία διαταγή. Ἔχεις λησμονήσει τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας του, ὅτι ἡ ἀρχή σου ἔχει περιοριστεῖ ὣς τὴν κυριαρχία σου ἐπάνω στὰ ἄλογα˙ γιατὶ λέει «ἂς εἶναι ἄρχοντες τῶν πουλιῶν, τῶν ψαριῶν, τῶν τετραπόδων καὶ τῶν ἑρπετῶν» (Γένεσις Α΄, 26). Πῶς παρέρχεσαι τὴν ὑποταγμένη σὲ σένα δουλικὴ φύση, ἐξεγείρεσε κατὰ τῆς ἴδιας τῆς ἐλεύθερης φύσης, συγκαταλέγοντας μὲ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ἄποδα τοὺς συνανθρώπους σου;  «Ἔχεις ὑποτάξει τὰ πάντα στὸν ἄνθρωπο» (Ψαλμοί, Η΄, 7) φωνάζει μέσῳ τῆς προφητείας ἡ Γραφή…. Μήπως ἀπὸ τὰ κτήνη σου βγῆκαν ἄνθρωποι; Μήπως τὰ βόδια σοῦ γέννησαν τοὺς ἀπογόνους τῶν ἀνθρώπων; […] Μὲ ποιὰ τιμή; Τί βρῆκες μέσα στὰ πράγματα ἀντάξιο τῶν ἀνθρώπων; Μὲ πόσα νομίσματα ἐκτίμησες τὸ λογικό τους; Μὲ πόσους ὀβολοὺς ἀντιστάθμισες τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Μὲ πόσους στατῆρες ἀγόρασες τὴν ὕπαρξη ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός; […] Μὲ πόσους στατῆρες ἀγόρασες τὴν ὕπαρξη ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός […] Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὅμοιος μὲ τὸ Θεὸ καὶ εἶναι ἄρχοντας ὅλης τῆς γῆς καὶ τοῦ ἔχει κληροδοτηθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἡ ἐξουσία ὅλων ὅσα βρίσκονται στὴ γῆ, πές μου, ποιὸς εἶναι ποὺ τὸν πουλᾶ καὶ ποιὸς τὸν ἀγοράζει; Ἡ δυνατότητα αὐτὴ ἀνήκει στὸ Θεὸ μόνο ἢ καλύτερα οὔτε στὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γιατὶ λέει, «Ὁ Θεὸς δὲν ἀνακαλεῖ τὰ χαρίσματά του» (Πρὸς Ρωμαίους ΙΑ’, 29). Δὲν θὰ μποροῦσε λοιπὸν ὁ Θεὸς νὰ κάνει δοῦλο τὸν ἄνθρωπο. Κι ἂν ὁ Θεὸς δὲν κάνει δούλους τοὺς ἐλεύθερους, ποιὸς εἶναι ποὺ βάζει τὴν ἐξουσία του πάνω ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Θεοῦ; Καὶ πῶς θὰ πουληθεῖ ὁ ἄρχοντας ὅλης τῆς γῆς καὶ τῶν ἐπίγειων πραγμάτων […] Διαφέρει καθόλου σ’ αὐτὰ ὁ κύριος ἀπὸ τὸ δοῦλο; Δὲν ἀνασαίνουν μὲ τὴν ἀναπνοὴ τὸν ἴδιο ἀέρα; Δὲν βλέπουν ὅμοια τὸν ἥλιο;

Ὁμιλία στὸν Ἐκκλησιαστή, Δ΄, 1  = P.G., 44, 664D κ.ἑ.

Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, πάλι, ποὺ κι αὐτὸν δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ ὁ de Ste. Croix, σὲ μιὰ ὁμιλία του ἀρχικὰ προτρέπει ὅσους κατέχουν πολλοὺς δούλους νὰ περιοριστοῦν σὲ ἕναν ἢ δύο τὸ πολύ. Ἡ κατοχὴ δούλων δὲν εἶναι ἀναγκαία, ὑποστηρίζει, πάντως:

Ὥστε οὐκ ἀναγκαῖον τὸ δοῦλον ἔχειν· εἰ δὲ καὶ ἀναγκαῖον, ἕνα που μόνον ἢ τὸ πολὺ δεύτερον

Ὁμιλία Μ’ στὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους, 5 = P.G., 61, 354

Αὐτὸ βέβαια, δὲν εἶναι διαμαρτυρία κατὰ τῆς δουλείας ἀλλὰ κατὰ τοῦ πλούτου καὶ ἀνοχὴ στὴ συνέχιση τῆς δουλείας. Στὴ συνέχεια ὅμως τῆς ἴδιας ὁμιλίας, προτρέπει ὅποιον ἔχει ἀγοράσει ἢ θὰ ἀγοράσει δούλους, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς μάθει μιὰ τέχνη γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἐπιβιώσουν, νὰ τοὺς ἀπελευθερώσει. Μάλιστα, ἀπαγορεύει στὸν ἰδιοκτήτη νὰ βάζει τοὺς δούλους του νὰ τὸν ὑπηρετοῦν:

Ἐπὶ εἰ κηδόμενος, μηδένα εἰς διακονίαν ἀπασχολήσῃς τὴν σήν, ἀλλ’ ἀγοράσας, καὶ τέχνας διδάξας ὥστε ἀρκεῖν ἑαυτοῖς, ἄφες ἐλευθέρους.

Ὁμιλία Μ’ στὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους, 5 = P.G., 61, 354

Εἰδικὰ γιὰ τὸν Χρυσόστομο, ἔχει ἀπομονωθεῖ ἀπὸ διάφορους φωστῆρες τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δύο ἀποσπάσματα τῆς ὁμιλίας, ὥστε νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἦταν ὑπὲρ τῆς δουλείας κι ὄχι τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν δούλων.

Στὸ ἄρθρο αὐτό, δὲν ἐπιχειρεῖται κάποια μελέτη. Ἁπλά δείχνεται πόση ἐρευνητικὴ σαβούρα, ἐπαναλαμβανόμενη, μεταφραζόμενη καὶ ἀναπαραγόμενη στὸ διαδίκτυο κι ἀλλοῦ, βασίζεται σὲ ἐλλειπὴ μελέτη καὶ στοιχειώνει τὶς ἀντιλήψεις ἐπὶ δεκαετίες -μιλῶ γιὰ τὴν Ἑλλαδάρα μας, φυσικά, ἀφοῦ στὸ ἐξωτερικὸ ὑπάρχουν καὶ νεότερες ἔρευνες. Μόνο ἂν τὸ παραδεχτοῦν οἱ ξένοι μπορεῖ κι ὁ Ἕληνας ἀθεος / παγανιστὴς νὰ συμφωνήσει. Νὰ διαβάσει μόνος του προκειμένου νὰ διαπιστώσει τὴν ἀλήθεια, τοῦ εἶναι ἀδύνατο: δὲν ξέρει νὰ διαβάζει.

 

This entry was posted in Ύστερη Αρχαιότητα, ανθρωπισμός, θρησκεία, κοινωνία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s