Παγκόσμια Τράπεζα καὶ Ὀρθοδοξία

…Ἡ ἑλληνικὴ περίπτωση εἶναι οὐσιωδῶς διαφορετική. … Διατηρῶ τὶς ἐπιφυλάξεις μου ἀπέναντι στὶς ἀπόψεις τοῦ Max Weber γιὰ τὶς αἰτιώδεις σχέσεις θρησκεύματος καὶ τρόπου τοῦ οἰκονομεῖν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω γιὰ παραδόσεις ποὺ ἔθεσαν «ἀξεπέραστα ἐμπόδια στὴν Ἑδραίωση τοῦ καπιταλισμοῦ»· ἴσως τὰ πράγματα νὰ ἦσαν ἀντίστροφα, ἴσως δηλαδὴ οἱ παραδόσεις αὐτὲς νὰ στάθηκαν ἰσχυρές, ἀκριβὼς γιατὶ ὁ καπιταλισμός, γιὰ λόγους ἀντικειμενικούς, παρέμεινε σὲ κατάσταση ὑποπλασίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ συντηρητικὸς ἀντικαπιταλισμὸς πῆρε στὴν Ἑλλάδα μορφὲς πολὺ διαφορετικὲς ἀπ’ ὅ,τι στὴν Εὐρώπη. Ὅπως ἔλειψε ἡ συγκροτημένη καὶ ρηξικέλευθη ἀστικὴ τάξη ὡς αὐτοτελὴς παραγωγὸς καπιταλιστικῆς-φιλελύθερης ἰδεολογίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσαχθεῖ αὐτὴ κυρίως ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, ἔτσι καὶ δὲν ὑπῆρξε γαιοκτημονικὴ ἀριστοκρατία ὡς ἰδεολογικὸς ἐκπρόσωπος ἑνὸς συντηρητικοῦ ἀντικαπιταλισμοῦ. […] Ὁ συντηρητικὸς ἀντικαπιταλισμὸς ἀπετέλεσε ἀρχικά, καὶ γιὰ μεγάλο διάστημα, μετεξέλιξη καὶ ἀναπροσαρμογὴ κοινοβιακῶν ἰδεωδῶν τοῦ βυζαντινοῦ μοναστισμοῦ, συναφῶν μὲ ἐκστατικὲς καὶ ἀλλοκοσμικὲς τοποθετήσεις. Ἀργότερα, τὰ παμπάλαια καὶ πάντοτε ζωτικὰ γηγενὴ αὐτὰ ρεύματα ἐμπλουτίστηκαν καὶ συγχωνεύθηκαν μὲ τὰ ἰδεολογήματα τῶν σλαβοφίλων…Ἐδῶ ἀντιπαρατίθεται στὴ φυσικότητα καὶ στὴν ἀνθρωπιά, στὴν ἀλώβητη ψυχὴ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἡ ὑλοφροσύνη καὶ ὁ ὀρθολογισμὸς τῆς Δύσης· ὁ εὐρωπαϊκὸς καπιταλιστικὸς πολιτισμὸς θεωρεῖται διαβολικὴ δύναμη καὶ μοιραῖο παραστράτημα τῆς ἱστορίας

Π. Κονδύλης, Τὸ Ἀόρατο Χρονολόγιο τῆς Σκέψης, σσ. 127-128

Ἂν στὸν [τουρκοκρατούμενο χῶρο] ἡ οἰκονομικὴ ἄνοδος δὲν δημιούργησε μιὰν ἀστικὴ τάξη δυτικοευρωπαϊκῆς ὑφῆς, ὁ λόγος εἶναι ἀκριβῶς ὅτι ἐδῶ δὲν ὑπῆρξε οὔτε καὶ φεουδαλισμὸς δυτικοευρωπαϊκοῦ τύπου. Γιατὶ ἡ ἀστικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἡ ἀστικὴ τάξη, μὲ τὴν εἰδοποιὸ ἔννοια τῶν ὅρων, συνιστοῦσαν ἀκριβῶς τὴ διαλεκτικὴ ἄρνηση τῆς δεουδαλικῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς τάξης πραγμάτων καὶ μόνον αὐτῆς –καὶ ὅπου αὐτὴ ἔλειπε δὲν μποροῦσε φυσικὰ νὰ ἀνακύψει οὔτε καὶ ἡ ἄρνησή της. Ὅπως γνωρίζουμε σήμερα, ὁ φεουδαλισμὸς δυτικοῦ τύπου ἦταν ἡ ἀπαραίτητη ἀρνητικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη ἀστικῆς τάξης δυτικοῦ τύπου: αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ πολυσυζητημένο ἐρώτημα, γιατί ὁ καπιταλισμὸς ἀποτελεῖ ἀρχικὰ καὶ οὐσιαστικὰ εὐρωπαϊκὸ φαινόμενο, γιατί δηλαδὴ δὲν εὐδοκίμησε στὴν Ἀσία ἢ στὴν Ἀφρική λ.χ., σὲ μερικὲς περιοχὲς τῶν ὁποίων οἱ παραγωγικὲς δυνάμεις, ἀπὸ τεχνικὴ τουλάχιστον ἄποψη, διόλου δὲν ὑστεροῦσαν σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνες τῆς προκαπιταλιστικῆς Εὐρώπης […] οἱ εἰδοποιὲς ἀστικὲς ἀξίες τοῦ ἐργασιακοῦ ἤθους ἐλάχιστη ἀπήχηση βρῆκαν στὴ θεωρητικὴ καὶ λοιπὴ νεοελληνικὴ γραμματεία, καθὼς μάλιστα ἔρχονταν σὲ εὐθεία ἀντίθεση προς…βασικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης, ἤτοι τὴν ὀρθοδοξία (περιφρόνηση τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν καὶ τάσεις πρὸς τὸν κοινοκτημονισμό) καὶ τὴν ἀρχαιότητα (ἀπέχθεια πρὸς τὶς βάναυσες ἐργασίες καὶ ὑπεροχὴ τοῦ θεωρητικοῦ βίου)

Π. Κονδύλης, Ἡ παρακμὴ τοῦ ἀστικοῦ πολιτισμοῦ, σσ. 17-18, 39

Εἰπώθηκε γιὰ τὸ Βυζάντιο πὼς εἶχε κατευθυνόμενη οἰκονομία, ἐπειδὴ ἡ παρέμβαση τοῦ κράτους εἶναι καταφανὴς ἀκόμη καὶ σὲ δραστηριότητες, ὅπως ἡ ἐμπορική, ποὺ συνήθως ξεφεύγουν ἀπὸ τοὺς ἐλέγχους. Ὁ χαρακτηρισμὸς ἐγκαταλείφθηκε, καὶ τώρα πλέον γίνεται λόγος γιὰ τὴ «συγκρατημένη» (ἀπὸ τὸ κράτος) βυζαντινὴ οἰκονομία, γιὰ μιὰ οἰκονομία δηλαδὴ ποὺ λειτουργεῖ μὲ βάση τὴν ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν, στὴν ὁποία ὅμως τὸ κράτος παρεμβαίνει γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὴ μεγάλη συγκέντρωση πλούτου, τὴ συντριβὴ τῶν ἀδυνάτων καὶ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν πολιτῶν / καταναλωτῶν. Ὡς πρὸς τὴν παρεμβατικότητά του, τὸ βυζαντινὸ κράτος διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὰ μεσαιωνικὰ κράτη τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ποὺ λειτουργοῦσαν σὲ καθεστῶς οὐσιώδους ἀποκέντρωσης

Ν. Οἰκονομίδης, Ὁ ρόλος τοῦ βυζαντινοῦ κράτους στὴν οἰκονομία, στό: Ἀ. E. Λαΐου (ἐκδ.), Οἰκονομικὴ Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὸν 7ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα, τ. 3, Ἀθήνα 2006, 141.

Στὴ βιβλιογραφία ποὺ πραγματεύεται τὴ βυζαντινὴ οἰκονομία συναντοῦμε συχνὰ τὴ θεωρία ὅτι ὑπῆρχε σύγκρουση μεταξὺ κρατικῶν μηχανισμῶν καὶ δυνάμεων τῆς ἀγορᾶς, καθὼς καὶ τὴν ἄποψη ὅτι οἱ πρῶτοι σχεδὸν ἀποκλείουν τὶς δεύτερες. Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ βυζαντινὸς «προστατευτισμὸς» ἦταν θετικός, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦταν ἀρνητικός· ὅτι ὁδήγησε τὸ Βυζάντιο στὴ δόξα ἢ ὅτι ἀπομύζησε τὸ δυναμισμό του. Ἔχει ἐπίσης ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ βυζαντινὴ οἰκονομία κατέρρευσε ἐπειδὴ ἀνοίχτηκε στὶς δυνάμεις τῆς ἀγορᾶς ἤ, ἀντιθέτως, ὅτι τὸ πρόβλημα ἦταν πὼς ποτὲ δὲν ἄφησε ἀρκετὰ ἐλεύθερες τὶς δυνάμεις τῆς ἀγορᾶς. Εἶναι καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψουμε τέτοιου εἴδους ἁπλοϊκὲς διατυπώσεις. Στὸ συλλογικὸ αὐτὸ ἔργο προσπαθήσαμε νὰ εἰσαγάγουμε σημαντικὲς ἀποχρώσεις καὶ τροποποιήσεις στὶς ἔννοιες τοῦ «προστατευτισμοῦ», τοῦ «ἐλέγχου» καὶ τῶν ἐλεύθερων ἀνταλλαγῶν στὸ Βυζάντιο. Πρέπει νὰ προχωρήσουμε ἀκόμη παραπέρα. Ἡ ἰδέα αὐτὴ καθαυτὴν ἑνὸς ἐγγενοῦς καὶ ἀναγκαίου ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῆς κρατικῆς παρέμβασης καὶ τῆς ἐλεύθερης διαμόρφωσης τῆς ἀγορᾶς θὰ πρέπει νὰ τροποποιηθεῖ. […] Κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀργῆς μεγέθυνσης, τὸ κράτος ὑποστήριξε τοὺς θεσμοὺς ποὺ προωθοῦσαν τὴ σταθερότητα, ἡ ὁποία ἀποκτᾶ οἰκονομικὴ ἀξία ὅταν τὸ σύστημα εἶναι εὔθραυστο· ὑποστήριζε δηλαδὴ τὸν μικρὸ παραγωγό, τὸ δίκαιο κέρδος καὶ τὶς δίκαιες ἀπολαβὲς τῆς ἐργασίας. Ἡ περίοδος τῆς ταχύτερης μεγέθυνσης εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ χρῆμα εἰσρέει στὴν οἰκονομία, τὸ κεφάλαιο, ἐνεργοποιεῖται χάρη στὴν ἄνοδο τῶν ἐπιτοκίων, ἡ διαμόρφωση τῶν τιμῶν γίνεται μὲ μεγαλύτερη ἐλευθερία καὶ ἡ διαμόρφωση τοῦ κέρδους μέσῳ τῶν μηχανισμῶν τῆς ἀγορᾶς γίνεται εὐρύτερα ἀποδεκτή, ἂν καὶ πάντα μὲ ὁρισμένους περιορισμούς. Ὡστόσο, ἀκόμα καὶ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν οἱ ἰδέες περὶ δίκαιων ἀνταλλαγῶν, ὁπωσδήποτε σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε τὴν ὑπερβολικὴ συσσώρευση. […] Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν μιὰ σχετικὰ ἰσορροπημένη οἰκονομία, τουλάχιστον ὣς καὶ τὸν 12ο αἰώνα. Ἐπέδειξε ἤρεμη καὶ συγκρατημένη ἀνάπτυξη καί, παρότι ἡ κοινωνικὴ ἀνισότητα αὐξήθηκε τὸν 12ο αἰώνα, δὲν σημειώθηκε ἀχαλίνωτη μεγέθυνση οὔτε ὑπέρμετρη δυσαναλογία. Τὰ προηγούμενα κεφάλαια δείχνουν ὄχι μόνο ὅτι ἡ βυζαντινὴ οἰκονομία λειτουργοῦσε καλά, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὅτι ἐκπλήρωνε καὶ ἱκανοποιοῦσε ὁρισμένες σημαντικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ: τὶς βασικὲς ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ κάποιο πλεόνασμα σὲ πολλὲς περιπτώσεις, μιὰ σχετικὴ ἀσφάλεια, ἀρκετὰ καλὲς ἐπικοινωνίες, ἕνα ἐπίπεδο ζωῆς ποὺ συγκρίνεται πολὺ θετικὰ μὲ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς περιοχὲς κατὰ τὸν Μεσαίωνα. Τόσο τὸ γενικὸ ὅσο καὶ τὸ ἀτομικὸ εἰσόδημα ἦταν ἐνδεχομένως ὑψηλότερο ἀπὸ ὅ,τι στὴ Δυτικὴ Εὐερώπη σὲ συγκρίσιμες ἐποχές, πιθανὸν δὲ νὰ ὑπῆρχε λιγότερη ἀνισότητα μεταξὺ διαφόρων κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὁμάδων, τουλάχιστον ὣς τὸν ὕστερο 12ο αἰώνα. […] Τὸ πῶς θὰ εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἡ βυζαντινὴ οἰκονομία ἂν δὲν εἶχε ἐπέλθει ἡ ὀθωμανικὴ κατάκτηση… εἶναι ἕνα ἄσκοπο ἐρώτημα. … Ἐπίσης, τὸ ζήτούμενο δὲν εἶναι γιὰ ποιὸ λόγο δὲν ἐξελίχθηκε ἡ βυζαντινὴ οἰκονομία σὲ καπιταλιστική.

Ἀ. E. Λαΐου, Ἐπισκόπηση τῆς βυζαντινῆς οἰκονομίας, στό: Ἀ. E. Λαΐου (ἐκδ.), Οἰκονομικὴ Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὸν 7ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα, τ. 3, Ἀθήνα 2006, 385 – 389 (ἑλλην. μετ. Ἑ. Μαχαιρᾶ – Odoni).

Στὸ Βυζάντιο ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα ἦταν πολὺ λιγότερο συστηματικὴ ἀπὸ ὅ,τι στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, ὅπου οἱ θεολόγοι, οἱ ρωμαϊστὲς καὶ οἱ κανονολόγοι συζητοῦσαν ἐκτενῶς τὰ πολυάριθμα ζητήματα ποὺ σχετίζονταν μὲ τὸ κέρδος, τὶς τιμές, τὸ ἐμπόριο καὶ τὸ δανεισμό. […] Ἐνῶ ἡ οἰκονομικὴ σκέψη ἀφορᾶ ζητήματα μὲ ἄμεσες συνέπειες στὶς οἰκονομικὲς πρακτικές (ὅπως τὰ ποσοστὰ κέρδους, τὰ ἐπιτόκια, ἡ διαμόρφωση τῶν τιμῶν), ἡ ἰδεολογία ἔχει πολὺ εὐρύτερο ὁρίζοντα διότι συμπεριλαμβάνει γενικότερα ζητήματα ποὺ ἅπτονται κοινωνικῶν, πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν προβλημάτων. […]

Ἡ οἰκονομικὴ ἰδεολογία, ὅπως ἐξελίχθηκε στὸ Βυζάντιο, ὀφείλει πολλὰ στὴ χριστιανικὴ σκέψη καὶ τὶς ἀπόψεις τοῦ χριστιανισμοῦ γιὰ τὴν ἐγκόσμια ζωή. Καθοριστικὴ θέση κατέχει ἐδῶ ἡ χριστιανικὴ ἀντίληψη περὶ ἀπάρνησης τοῦ ἐπίγειου πλούτου, ἡ ὁποία προσδίδει μεγάλη ἀξία στὴ μὴ οἰκονομικὴ μεταβίβαση ἀγαθῶν μέσῳ τῆς φιλανθρωπίας, καὶ ἐξίσου μεγάλη ἀξία σὲ συμπεριφορὲς ποὺ εἶναι παράλογες μὲ οἰκονομικοὺς ὅρους ἀλλὰ ὀρθολογιστικὲς μὲ πνευματικοὺς ὅρους καὶ μέσα στὸ πλαίσιο τῆς θείας οἰκονομίας. Τέτοιου εἴδους συμπεριφορὲς ἐκθειάζονται συνεχῶς στοὺς Βίους ἁγίων…Βέβαια, τὰ θαύματα εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τους σπάνια συμβάντα.

[…] Τὰ συγγράμματα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας περιγράφουν πολὺ εὔγλωττα τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὶς οἰκονομικὲς καὶ παραγωγικὲς δραστηριότητες. Ἡ γεωργία θεωρεῖται σχετικὰ θεμιτὴ ἀσχολία ἐφόσον ἀφορᾶ τὸ μόχθο τοῦ φτωχοῦ ἀγρότη· κατακρίνονται ὅμως οἱ γιαοκτήμονες ποὺ ἐκμεταλλεύονται τὸν ἀγρότη καὶ κερδίζουν χρήματα ἀπὸ τὴ γῆ […] Στὴν ἀκραία της μορφή, αὐτὴ ἡ ἰδεολογία προσδίδει ὑπέρτατη ἀξία στὸ εἶδος τῆς ζωῆς ποὺ στερεῖται κάθε παραγωγικῆς δραστηριότητας ἢ οἰκονομικῆς ἐνασχόλησης· αὐτὴ ἡ ζωὴ συμπίπτει μὲ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ προβληθεῖ ὡς ρεαλιστικὸ πρότυπο γιὰ τὴν ὑπόλοιπη κοινωνία. Γιὰ τὴν κοινωνία στὸ σύνολό της, τὸ πρότυπο εἶναι ἡ αὐτάρκεια καὶ οἱ ἀρετές της.

Ἡ αὐτάρκεια εἶναι ἕνα ἰδεολογικὸ ἰδεῶδες ποὺ ἀνάγεται στὴν Ἀρχαιότητα. Ἀργότερα ἐνισχύθηκε ἀπὸ τὰ ἠθικὰ διδάγματα τοῦ χριστιανισμοῦ. […] Ἦταν τόσο ριζωμένη ἡ ἰδεολογία (καὶ ἡ πρακτική) τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας ποὺ ξεπερνοῦσε κατὰ πολὺ τὴν αὐτάρκεια, ὥστε ὁ ἅγιος Νεῖλος [† 1004] δὲν μποροῦσε νὰ ἐπινοήσει πιὸ αὐστηρὴ δοκιμασία τῆς ὑπακοῆς τῶν μοναχῶν του. Μὲ δυὸ λόγια, ἡ κυριάρχη ἰδεολογία σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορία δὲν εἶναι ἡ αὐτάρκεια ἀλλὰ ἡ ἐπικερδὴς παραγωγή, καὶ ὁπωσδήποτε αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ κυρίαρχη πρακτική. […] Ἡ αὐτάρκεια ἦταν μιὰ ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία γιὰ τὴν πλειονότητα τῶν ἀγροτῶν καὶ ἕνα ἰδεῶδες ποὺ ἡ ἀριστοκρατία καὶ τὰ μοναστήρια τὸ σέβονταν μόνον εἰκονικά. Γιὰ τοὺς ἀγρότες, ὁ Ζὰκ Λεφὸρ ἔχει δείξει ὅτι, ἐνῶ δὲν μποροῦσαν ὅλοι νὰ ἔχουν πλεόνασμα ἢ νὰ βγάζουν τὰ ἔξοδά τους, ὑπῆρχαν καὶ μερικοὶ ποὺ ἀποκόμιζαν κάποιο κέρδος, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων, καὶ ὅτι τὸ κέρδος αὐτὸ μποροῦσαν νὰ τὸ ἐπενδύσουν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ αὐτάρκεια ἐμφανίζεται ὡς ἰδανικὸ τῶν ἀγροτῶν στὶς περισσότερες προβιομηχανικὲς κοινωνίες. Ὡστόσο, δὲν ἀποτελοῦσε πραγματικότητα, καὶ οἱ ἀγρότες εἶχαν δοσοληψίες μὲ τὴν ἀγορά, ἂν καὶ ἡ ἐξάρτησή τους ἀπὸ αὐτὴν κυμαινόταν ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο καὶ τὸ χρόνο. Ἡ πολυκαλλιέργεια ποὺ χαρακτηρίζει τὴ βυζαντινὴ γεωργία προωθεῖ τὴν αὐτάρκεια καὶ συγχρόνως τὴν ὑπερβαίνει…. Στὸν βυζαντινὸ Μεσαίωνα ἡ διαφοροποιημένη γεωργία περιλαμβάνει καὶ κάποια ἰδιαίτερα ἐμπορεύσιμα ἀγροτικὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἰσάγουν τὸν ἀγρότη στὴν ἀγορὰ καὶ τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς αὐτάρκειας.

Μὲ τὸ χρηματικό της πλεόνασμα ἡ ἀριστοκρατία ἔκανε ἐπενδύσεις σὲ ἐκχερσώσεις, καθὼς καὶ σὲ ἀστικὰ ἀκίνητα, σὲ βιοτεχνίες καί, ἀργότερα, στὸ ἐμπόριο. Τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ τὰ μοναστήρια, ὅπου θὰ περίμενε κανεὶς ὅτι ἡ ἰδεολογία τῆς αὐτάρκειας θὰ εἶχε τὴ σαφέστερη ἐφαρμογή. … Ἡ σαφέστερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἰδεολογία τῆς αὐτάρκειας δὲν ἦταν ἱκανὴ νὰ χωρέσει τὴ βυζαντινὴ πραγματικότητα βρίσκεται στὴν ἐξέλιξη τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Τὰ πρώιμα ἔγγραφα τοῦ Ἁγίου Ὅρους, συμπεριλαμβανομένου τοῦ τυπικοῦ ποὺ ἐξέδωσε ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος (στὰ χρόνια 974-975), βρίθουν ὄντως ἀπὸ ἰδέες περὶ αὐτάρκειας ποὺ προβάλλουν τὴν ἀγροτικὴ δραστηριότητα καὶ ἀποκλείουν ὁποιοδήποτε κερδοφόρο ἐμπόριο. Ἑβδομήντα χρόνια ἀργότερα, οἱ μοναχοὶ πουλοῦσαν καὶ τὸ δικό τους καὶ ξένο πλεόνασμα, συμμετέχοντας ἔτσι πλήρως στὴν οἰκονομία τῶν ἀνταλλαγῶν. […] Ἡ αὐτάρκεια, ἀποτελοῦσε μᾶλλον φιλολογικὸ κατασκεύασμα παρὰ οἰκονομικὸ πρότυπο. […]

Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ κέρδους, σύμφωνα μὲ τὴ σκέψη τῶν Βυζαντινῶν, ἀποτελεῖ τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστιὸ τοῦ ἐμπόρου. Ἕνας κοινὸς τόπος, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ὄχι παλαιότερα, ἴσως μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα, συνδέει τὴν ἄγρα τοῦ κέρδους μὲ τοὺς κινδύνους ποὺ συνεπάγεται ἡ ἐμπορικὴ δραστηριότητα: ὁ ἔμπορος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ διατρέξει ὁποιονδήποτε κίνδυνο γιὰ νὰ ἀποκομίσει κέρδος. Εἶναι εὐρέως γνωστό, καὶ δὲν χρειάζεται ἐδῶ ἄλλη ἐπεξήγηση, ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν ὅτι κινδύνους ἀπὸ τὸ ἐμπόριο διέτρεχε ὄχι μόνο τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχή, καθὼς καὶ ὅτι ἀποδοκίμαζαν τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου. Δὲν συνέβαινε ὅμως τὸ ἴδιο στὸ Βυζάντιο, τουλάχιστον κατὰ τοὺς μέσους καὶ ὕστερους χρόνους, παρὰ μόνο σὲ κείμενα ἰδιαίτερα ἀδιάλλακτων συγγραφέων ποὺ προβαίνουν ἐσκεμμένα σὲ ἰδεολογικοὺς ἀφορισμούς. Δυὸ κείμενα (ἀπὸ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 10ου αἰώνα καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου) μᾶς ὁδηγοῦν σὲ μιὰ πρώτη προσέγγιση τῶν ἀπόψεων τῶ Βυζαντινῶν γιὰ τὸ κέρδος. […] Καμιὰ ἀναφορὰ δὲν γίνεται στὸ κείμενο γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ συνεπάγεται γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ἡ μεγιστοποίηση τῶν κερδῶν· ἀντίθετα, ὁ νωθρὸς ἔμπορος –τὸ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν– εἶναι ἐκεῖνος πού, λόγῳ τῆς τεμπελιᾶς του, δὲν καταφέρνει νὰ ἀποκομίσει κέρδος. […] Τὸ νόημα εἶναι ἐξίσου σαφές. Τὰ χρήματα ποὺ δανείζεται κανεὶς γιὰ ἐμπόριο πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται γιὰ κερδοφόρες ἐπενδύσεις· ἀντίθετα, ἂν χρησιμοποιηθοῦν γιὰ κατανάλωση δημιουργοῦν προβλήματα. Τὸ καταδικαστέο στὴν προκείμενη περίπτωση δὲν εἶανι τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου, τὸ ὁποῖο θεωρεῖται θεμιτὸ μέρος τοῦ ἐπαγγέλματός του· ἡ ἐπιλήψημη συμπεριφορὰ τοῦ συγκεκριμένου ἐμπόρου ὀφείλεται στὴ φιλαργυρία του, καθὼς καὶ στὴ μὴ παραγωγικὴ χρήση τοῦ χρήματος ἐκ μέρους του. […]

Σύμφωνα μὲ τὴν οἰκονομικὴ σκέψη τῶν Βυζαντινῶν, τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτό, μὲ ὅλα ὅσα αὐτὸ συνεπάγεται. Δὲν βλέπουμε πουθενά, λόγου χάρη, νὰ καταδικάζονται τὰ κέρδη ἀπὸ ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις ὡς βρόμικα χρήματα, ὅπως συμβαίνει καμιὰ φορὰ μὲ τοὺς θεολόγους τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Οἱ Βίοι ἁγίων τῆς μέσης περιόδου (ἂν μπορεῖ νὰ θεωρηθοῦν σωστὸς ὁδηγός) μερικὲς φορὲς πράγματι ἀναφέρονται σὲ βρόμικο χρῆμα ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀγγίζουν οἱ εὐσεβεῖς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶανι τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου. Βρόμικο εἶναι τὸ χρῆμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἐκβιάσμοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἄδικη μεταχείριση τῶν φτωχῶν· τέτοια ἀδικήματα διαπράττονται ἀπὸ κάποιους δημόσιους λειτουργοὺς ἢ δυνατούς, καμιὰ φορὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα […]

Οἱ Βυζαντινοὶ πίστευαν ὅτι τὸ κέρδος τοῦ ἐμπόρου ἦταν δίκαιο καὶ θεμιτό· διατηροῦσαν, ὡστόσο, ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι, ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν τέχνη ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης ὀνόμασε χρηματιστική. Στὴ σκέψη καὶ τὴν πράξη τους, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς κοινωνίες ποὺ ἦταν οἱ πολιτιστικοὶ κληρονόμοι τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, ὑπῆρχε μιὰ συνεχὴς προσπάθεια ἐξισορρόπησης ἀνάμεσα στὴν ἰδέα τῶν ἐλεύθερων ἀνταλλαγῶν καὶ τὴ συγκρουόμενη ἰδέα τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς δικαιοσύνης. […]

Ἡ δίκαιη τιμὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ τιμὴ ποὺ συμφωνοῦν δύο συμβαλλόμενοι· μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ τιμὴ τῆς ἀγορᾶς ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ συλλογικὴ ἀλληλεπίδραση προσφορᾶς καὶ ζήτησης, ἀπὸ τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα, δηλαδή, τῶν διαπραγματεύσεων ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἀγοραστὲς καὶ πωλητές· μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ τιμὴ ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ διοικητικὴ πράξη· μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ τιμὴ ποὺ ἐλέγχεται ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται ἀπὸ διοικητικὴ πράξη. Σχεδὸν ὅλες αὐτὲς οἱ δυνατότητες εἶχαν προβλεφθεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ ἐμφανίζονται στὸ Βυζάντιο μὲ διαφορετικὴ βαρύτητα σὲ διαφορετικὲς χρονικὲς στιγμές. Ἡ μόνη ἐξαίρεση εἶναι ἡ τιμὴ ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ διοικητικὴ πράξη, γιὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχουν οὔτε θεωρητικὰ οὔτε πραγματικὰ παραδείγματα. […].

Ἄρα στὸ Βυζάντιο συνυπάρχουν δύο συγκρουόμενες ἀντιλήψεις σχετικὰ μὲ τὴ δίκαιη τιμὴ καὶ τὴ διαμόρφωση τῶν τιμῶν: Ἡ μία βασίζεται στὴν ἐλεύθερη διαπραγμάτευση, ἡ ἄλλη θέτει ἠθικοὺς καὶ ἐνδεχομένως κοινωικοὺς περιορισμοὺς στὴ διαπραγμάτευση, ἔτσι ὥστε νὰ ἀποφεύγεται ἡ ὑπερβολικὴ ζημία γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς συμβαλλόμενους. […]

Οἱ περιορισμοὶ ποὺ ἀπέρρεαν ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς ὑπέρογκης βλάβης ἐμφανίζονται κυρίως στὶς ἀγοραπωλησίες γῆς καὶ τὰ συμβόλαια ἐργασίας, καὶ βλέπουμε νὰ ἐφαρμόζονται εὐρέως κατὰ τὴ μέση περίοδο, ἐνῶ ἐξασθενοῦν τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων ἢ καὶ νωρίτερα. […] Ἂν διαπιστωνόταν ὅτι τὸ ἡμερομίσθιο ποὺ εἶχε συμφωνηθεῖ ὕστερα ἀπὸ διαπραγμάτευση ἦταν χαμηλότερο ἀπὸ τὸ μισὸ τοῦ δίκαιου ἡμερομισθίου, τὸ συμβόλαιο ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθεῖ καὶ ἡ ἐργασία νὰ ἀποτιμηθεῖ· ἂν ὅμως τὸ διαπραγματευθὲν ἡμερομίσθιο ἦταν ὑψηλότερο ἀπὸ τὸ 50% τοῦ δικαίου, τὸ συμβόλαιο διατηροῦσε τὴν ἰσχύ του.

Ἑπομένως, στὴ μέση βυζαντινὴ ἐποχὴ ἡ ἐλεύθερη διαπραγμάτευση τιμῶν καὶ ἡμερομισθίων ἦταν δεδομένη, ἀλλὰ ταυτόχρονα μετριαζόταν ἀπὸ τὴν παρέμβαση τοῦ κράτους ποὺ ἐνεργοῦσε πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς δικαιοσύνης, καὶ μὲ γνώμονα τὶς ἔννοιες τῆς δίκαιης ἀξίας καὶ τῆς δίκαιης τιμῆς. Ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα καὶ μετὰ ἡ προστασία τὴν ὁποία παρεῖχαν οἱ νόμοι περὶ ὑπερόγκου βλάβης ἀρχίζει νὰ παρουσιάζει σημαντικὴ κάμψη. … Ἡ τεκμηρίωση εἶναι σαφέστερη γιὰ τὸν 13ο αἰώνα καὶ μετά· τότε πλέον ἡ ἐλεύθερη διαπραγμάτευση ἔχει πρωταρχικὸ ρόλο στὴ διαμόρρωση τῆς τιμῆς πώλησης καὶ ἡ παρέμβαση ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς δικαιοσύνης ἔχει ἐξασθενήσει. Ἐπίσης τότε, καὶ ὡς ἐξέλιξη μιᾶς τάσης ποὺ εἶχε ἀρχίσει τὸν 11ο αἰώνα, ἡ δίκαιη ἀξία καὶ ἡ δίκαιη τιμὴ ταυτίζονται μὲ τὴν ἀγοραία τιμή, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν ἠθικολόγων ποὺ κατὰ καιροὺς διαμαρτύρονται γι’ αὐτὸ τὸ φαινόμενο. […]

Ἡ κερδοσκοπία, τὸ νὰ ἐκμεταλλεύεται κανεὶς τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων –πωλώντας, γιὰ παράδειγμα, σὲ πολὺ ὑψηλὲς τιμὲς σὲ περίοδο λιμοῦ ἢ ἀγοράζοντας γῆ σὲ ὑπερβολικὰ χαμηλὲς τιμὲς σὲ δύσκολους καιρούς– ἦταν ὄχι μόνο καταδικαστέες ἀλλὰ καὶ παράνομες ἐνέργειες· παράνομη ἐπίσης ἦταν ἡ συσσώρευση ἀποθεμάτων, εἰδικὰ τροφίμων, καθὼς καὶ ἡ ἀποθησαύριση ἐμπορευμάτων μὲ σκοπὸ τὴν αὔξηση τῆς τιμῆς καὶ τὴν ἀπόκτηση παραλόγου κέρδους. Αὐτὴ ἦταν ἡ σταθερὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κράτους στὴ διάρκεια τῆς μεσοβυζαντινῆς ἐποχῆς καὶ ὣς τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰώνα. … Στὸ Ἐπαρχικὸν βιβλίον τὰ ποσοστὰ κέρδους γιὰ τοὺς κρεοπῶλες, τοὺς ψαράδες, τοὺς ἀρτοποιοὺς καὶ τοὺς ἐμπόρους τροφίμων καθορίζονται ἀπὸ τὸ κράτος. Ἡ τιμὴ τοῦ κρασιοῦ πρέπει νὰ ἀποφασίζεται ἀπὸ κοινοῦ ἀπὸ τοὺς ταβερνιάρηδες καὶ τὸν ἔπαρχο, ἀνάλογα μὲ τὸ τίμημα ποὺ εἶχε καταβάλει ὁ ταβερνιάρης γιὰ νὰ τὸ προμηθευτεῖ. … Ἡ γενικὴ ἰδέα εἶναι προφανής: Ἡ μεγιστοποίηση τοῦ κέρδους μέσῳ τῆς πλήρους ἐκμετάλλευσης τῶν δυνάμεων τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζήτησης δὲν ἐπιτρέπεται. Ἔτσι, παρότι στὸ Ἐπαρχικὸν βιβλίον δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος τῶν τιμῶν, ὑπάρχει σαφῶς ἔλεγχος τοῦ κέρδους. … Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι οἱ ἔμποροι μποροῦσαν νὰ μεγιστοποιήσουν τὸ κέρδος τους αὐξάνοντας κυρίως τὸν ὄγκο τῶν συναλλαγῶν τους, καὶ ὄχι ἐπωφελούμενοι τῶν διακυμάνσεων τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζήτησης.

Ἐὰν τὸν 10ο αἰώνα ἡ ἔννοια τοῦ δίκαιου κέρδους ἐνσωματώνει ἀξίες ἀνεξάρτητες ἀπὸ τὸ μηχανισμὸ τῆς διαπραγμάτευσης, στὰ τέλη τοῦ 11ου αιώνα, ἀντίθετα, ἔχουμε ἐνδείξεις ὅτι κερδίζει ἔδαφος ἡ ἰδέα τῆς ἐλεύθερης διαπραγμάτεσης. … Ὁ Τζέτζης ἔχει ὑπόψη του ἕνα περιβάλλον ὅπου οἱ τιμὲς καθορίζονται συνήθως ἀπὸ τὴν ἀγορά… […]

Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ἔνδεια καταφατικῶν τοποθετήσεων γύρω ἀπὸ τὸ «δίκαιο κέρδος» ἑνὸς ἐμπόρου, τοποθετήσεων δηλαδὴ ποὺ νὰ ἀποδέχονται ὅτι «δίκαιο» εἶναι τὸ κέρδος ποὺ προκύπτει ἀπὸ μιὰ ἔντιμη συναλλαγή, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ὕψος του, ἢ ὅτι, κατ’ ἐπέκταση, δίκαιη εἶναι ἡ τιμὴ ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ μηχανισμὸ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζήτησης. Μιὰ τόσο ἀπροκάλυπτη διατύπωση θὰ προσέκρουε στὴν ἰσχυρὴ ἰδεολογία ποὺ ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐπιβιώνει ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν 10ο ἢ τὸν 11ο αἰώνα. … Ἡ ἰδεολογία περὶ δίκαιων ἀνταλλαγῶν ἦταν ὄντως ἰσχυρή, ἀκόμη καὶ ἀφοῦ ἡ δίκαιη τιμὴ εἶχε γίνει ἰσοδύναμη μὲ τὴν ἀγοραία τιμή. […]

Πρέπει νὰ σημειώσουμε μιὰ ἰδιαιτερότητα τοῦ Βυζαντίου: ἦταν τὸ μοναδικὸ κράτος, τόσο στὴ μουσουλμανικὴ Ἐγγὺς Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη, ποὺ ἐπέτρεπε τὸν ἔντοκο δανεισμό· ρύθμιζε, ἐπίσης, τὰ ἐπιτόκια. Ἔχει σημασία αὐτό, δεδομένου ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν στὴ διάθεσή τους ἀκριβῶς τὰ ἴδια κείμενα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης στὰ ὁποῖα βασιζόταν ἡ ἀπαγόρευση τῆς τοκοληψίας στὴ μεσαιωνικὴ Δυτικὴ Εὐρώπη. Συγχρόνως, οἱ Βυζαντινοὶ καὶ οἱ Δυτικοὶ γνώριζαν τὰ ἴδια ἀριστοτέλεια κείμενα περὶ τοκληψίας. Ὑπῆρχε, ἀναμφίβολα, κάποια δυσπιστία ἀπέναντι στὸν ἔντοκο δανεισμό. […]

Ἡ πιὸ διαδεδομένη καὶ ἐπικρατέστερη θέση τῶν Βυζαντινῶν ἀπέναντι στὴ χριστιανικὴ καὶ τὴ βιβλικὴ ἀπαγόρευση τοῦ ἔντοκου δανεισμοῦ ἦταν ὅτι ἴσχυε μόνο γιὰ τὸν κλῆρο. Οἱ κοσμικοί, ἑπομένως, εἶχαν κάλλιστα τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττουν τόκους γιὰ δάνεια. Ὁ ἔντοκος δανεισμὸς δικαιολογεῖται μὲ διάφορα ἐπιχειρήματα. Πρῶτον, μὲ τὸ οἰκονομικὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ ἐπιτόκιο ἰσοδυναμεῖ μὲ εἰσοδήματα ἀπὸ τὸ δανειζόμενο ἀντικείμενο. Ἕνα δεύτερο, ἁπλὸ καὶ ρεαλσιτικὸ ἐπιχείρημα ἐμφανίζεται σὲ μιὰ νεαρὰ τοῦ Λέοντα Στ΄, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε ξανὰ τὴν ἐπιβολὴ ἐπιτοκίων ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευση τοῦ πατέρα του, τοῦ Βασιλείου Α΄: κανεὶς δὲν θὰ δάνειζε χρήματα ἂν δὲν μποροῦσε νὰ χρεώσει ἐπιτόκιο.

Ἀ. Ε. Λαΐου, Οἰκονομικὴ σκέψη καὶ ἰδεολογία, στό: Ἀ. E. Λαΐου (ἐκδ.), Οἰκονομικὴ Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὸν 7ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα, τ. 3, Ἀθήνα 2006, 329- 350

Ἔτσι, τὸ Βυζάντιο δὲν ἦταν κάποιου εἴδους σοβιετικὸ κράτος (ὅπως παλιότερα θεωρήθηκε, εἰδικὰ ἀπὸ βυζαντινοφάγους Ἀγγλοσάξωνες, ποὺ ταύτιζαν Ρωσία καὶ ΕΣΣΔ μὲ τὴ Ρωμανία), ποὺ καθόριζε τὶς τιμὲς καὶ τὴν ποσότητα τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐλεύθερη ἀγορά. Ὑπῆρχε ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἰδεολογία τῆς αὐτάρκειας καὶ τῆς ἐναντίωσης στὴν αἰσχροκέρδεια (ἀντιλήψεις ποὺ ἦταν ὄχι μόνο χριστιανικὲς μὰ καὶ ἀρχαιοελληνικές) καὶ στὴν βυζαντινὴ πράξη, ὅπου παρατηρεῖτο τόσο ἡ ἀπουσία τῆς αὐτάρκειας ὅσο καὶ ἡ κυμαινόμενη (μεγάλη ἢ μικρή) ἀπόκλιση ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες μιᾶς ἐξωαγοραίας ρύθμισης τῶν τιμῶν.

Ἄποψή μου εἶναι ὅτι γιὰ τὸ Βυζάντιο ἡ ἐπιβίωσή του εἶχε πολὺ σκληρότερους ὅρους / προϋποθέσεις, κι ἔτσι, ἡ οἰκονομία τῆς ἀγορᾶς ἡ ὁποία θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἀκραῖες κοινωνικὲς ἀνισότητες θὰ ἦταν ἀδύνατη. Γιὰ νὰ τὸ πῶ εὐθέως: Στὴ Δύση, δὲν ὑπῆρχαν συνεχῶς ἐπεδράμοντες βάρβαροι ἐξ Ἀνατολῶν (ἐπὶ 8 αἰῶνες), καὶ συνεπῶς ἐκεῖ ἡ μόνη ἀνησυχία τῶν ἀρχουσῶν ἢ ἀναδυόμενων ἀρχουσῶν τάξεων, ποὺ δὲν εἶχαν ἠθικὴ ἀντίρρηση στὴν καταπίεση τῶν ὑπολοίπων, ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν στρωμάτων ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν κοινωνία, οἱ ἐξεγέρσεις τῶν λαϊκῶν στρωμάτων. Ἀντίθετα, στὸ Βυζάντιο, ἀποτελοῦσε –ὣς τὸν 11ο αἰ.– κοινὸ τόπο γιὰ τὴν κυβέρνηση ὅτι οἱ γεωργοὶ-στρατιῶτες ἀποτελοῦν τὸ στήριγμα τῆς βασιλείας κι ὅτι ἡ ἐξαφάνισή τους πρὸς ὄφελος τῶν Δυνατῶν θὰ εἶχε βλαβερὲς συνέπειες γιὰ τὴν ἄμυνα τοῦ κράτους. Δηλαδή, μιὰ κρατικὴ πολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπέτεινε τὶς ἀνισότητες καὶ θὰ ἐπέτρεπε «νὰ πλουτίσει ὁ καθένας ὅσο μπορεῖ» θὰ εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι ἁπλὰ λαϊκὲς ἐξεγέρσεις ἀλλὰ τὴ διάλυση τοῦ κράτους. Οἱ συνθῆκες ἦταν τελείως διαφορετικὲς μεταξὺ Δύσης καὶ Βυζαντίου. Στὴ μία, οἱ πλουτίζοντες μποροῦσαν ἀπεριόριστα νὰ ποδοπατοῦν ὁποιονδήποτε ταξικὰ κατώτερο· στὸ Βυζάντιο κάτι τέτοιο μόνο μὲ τίμημα τὴν ὁλοκληρωτικὴ καταστροφὴ μποροῦσε νὰ γίνει. Ὅπως κι ἔγινε: Ὅταν δηλαδή, ἐπικράτησαν πρακτικῶς οἱ ἀντιλήψεις γιὰ ἐλεύθερη ἀνταλλαγή, γιὰ τὸ δικαίωμα τῶν Δυνατῶν νὰ ἐξοντώσουν οἰκονομικὰ τοὺς φορολογούμενους γεωργοὺς-στρατιῶτες, γιὰ τὴν ἀκύρωση τῶν προνομίων στοὺς Ἀκρίτες, γιὰ τὴν ἀπόδοση ἐμπορικῶν προνομίων στοὺς Ἰταλοὺς ἐμπόρους σὲ βάρος τῶν Βυζαντινῶν ἐμπόρων, τὸ Κράτος μπορεῖ βεβαίως πρόσκαιρα νὰ ἀπέκτησε κέρδη ἀλλὰ ἐντέλει ἀναγκάστηκε νὰ καταφεύγει σὲ μισθοφόρους (π.χ. Καταλανούς), εἶδε τοὺς πληθυσμούς του νὰ παραμένουν σχετικὰ ἀπαθεῖς στὴν προέλαση τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ὑπόσχονταν χαμηλότερη φορολογία καὶ ἀσφάλεια (ἀπὸ τὶς δικές τους, τουρκικὲς ἐπιδρομές…!), ὥσπου (οἱ πληθυσμοί) νὰ ἀντιληφθοῦν, συνήθως ἀργά, σὲ τί παγίδα εἶχαν πέσει, κ.ο.κ.

Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξω-ἀγοραία οἰκονομικὴ ἀντίληψη τοῦ μεσοβυζαντινοῦ κράτους ἦταν ρεαλιστικότερη ἀπὸ τὴν ἀγοραία (τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς) ἀντίληψη, ἡ ὁποία βεβαίως ἦταν ρεαλιστικότατη γιὰ τὴ Δύση καὶ τὶς ἀνερχόμενες τάξεις της, ἀφοῦ αὐτὲς δὲν εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν οὔτε Ἄραβες οὔτε Τούρκους. Βέβαια, δὲν θέλω νὰ καταλήξω σὲ μία θεολογικῆς ὑφῆς πολιτικὴ – οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, ἀφοῦ τὸ τυχαῖο στὴν ἱστορία (π.χ. ἕνας ἠλίθιος αὐτοκράτορας ποὺ δημιουργεῖ κατόπιν μιὰ παράδοση σπατάλης τοῦ δημόσιου χρήματος κ.λπ., ἢ μιὰ ἀπρόσμενη προδοσία τμημάτων τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ στὴ μάχη τοῦ Ματζικέρτ) μπορεῖ νὰ ἀνατρέψει ἕνα ὁλόκληρο οἰκοδόμημα. Ὑπάρχει ὡστόσο μιὰ μὴ γραμμικὴ σχέση μεταξὺ τῆς μὴ «καπιταλιστικῆς» ἀντίληψης καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κράτους καὶ τῆς κοινωνίας του.

Ἐπαναλαμβάνω πάντως ὅτι οἱ ἀπόψεις γιὰ τὸ ρόλο τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν οἰκονομία πρέπει νὰ ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴ γνωστὴ συχνότατη ὀφθαλμαπάτη, ἡ ὁποία συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὸ Βυζάντιο μόνο ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιβίωσε καὶ χάθηκαν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα. Αὐτὴ ἡ ἄποψη δὲν ἰσχύει, γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν ἕνα ζωντανὸ κομμάτι ἑνὸς ζωντανοῦ πολιτισμοῦ μὲ ζωντανὲς ρίζες στὸ προχριστιανικὸ παρελθόν του. Γιὰ τὸ λόγο αὐτόν, πρέπει νὰ καταλήξουμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία γινόταν ἀντιληπτὴ διαφορετικὰ στὸ Βυζάντιο σὲ σχέση μὲ ὅ,τι καταλαβαίνουν σήμερα οἱ χριστιανοκομμουνιστὲς Νεορθόδοξοι καὶ οἱ ὀργανωσιακοὶ δεξιοὶ νεοφιλελεύθεροι· κι ἀμφιβάλλω ἂν οἱ τελευταῖοι εἶναι καλύτεροι ἑρμηνευτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς. Γιὰ παράδειγμα, οἱ Βυζαντινοὶ ἔκαναν ἕναν ἔμπρακτο διαχωρισμὸ μεταξὺ τῆς πλήρους ἀδιαφορίας γιὰ τὸ κέρδος καὶ τὰ ἐγκόσμια, τὴν ὁποία θεωροῦσαν παραδεκτὴ καὶ δέον γιὰ ἀσκητές, καὶ τῆς (ἔμπρακτης) ἔντονης συμμετοχῆς τοῦ Ἁγίου Ὅρους σὲ οἰκονομικὲς ἀνταλλαγὲς καὶ τὸ ἐμπόριο. Ἐὰν κάποιος δὲν ἀπαλλαχθεῖ ἀπὸ τὴν ὀφθαλμαπάτη νὰ συγχέει τὰ κείμενα μὲ τὴν πράξη καὶ τὴν μὴ συνειδητὴ ἰδεολογία τῆς πράξης, τότε θὰ ἀντιδιαστέλλει ἐπικριτικὰ ἢ ἐπαινετικὰ τὴν δυτικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι, ὅμως ξεχνᾶ ὅτι συγκρίνει δυὸ πολιτισμοὺς σὲ διαφορετικὲς ἐποχές, ἐνῶ τὸ ὀρθὸ εἶναι ἡ σύγκριση τῆς ἐπίδρασης ποὺ εἶχε στὴν οἰκονομικὴ σκέψη καὶ πρακτικὴ ἡ βυζαντινὴ Ὀρθοδοξία στὸ ἀκμάζον Βυζάντιο μὲ τὴν ἀντίστοιχη ἐπίδραση ποὺ εἶχαν ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς κατὰ τὴν Ἀναγέννηση καὶ ἀργότερα γιὰ ὅσο καιρὸ ἦταν χριστιανικὴ ἡ Δύση. Εἶναι, μὲ ἄλλα λόγια, ἄτοπο νὰ συγκρίνεται ἀπὸ ἄποψη συμβολῆς στὴν οἰκονομικὴ σκέψη τῶν πιστῶν της ἡ σημερινὴ Ὀρθοδοξία μὲ τὸν σημερινὸ δυτικὸ Χριστιανισμό. Ὅσοι ἀποδίδουν στὸν ὀρθόδοξο ἀσκητισμὸ καὶ τὰ «ἀντι-πλουτοκρατικὰ» ἰδεώδη του τὴν ἔλλειψη καινοτομίας ἢ τὴν ἀνυπαρξία καὶ μὲ τὴ στασιμότητα τῆς οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης τῆς νεότερης Ἑλλάδας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουν, προτοῦ μιλήσουν, ἂν τὰ ἴδια ἰδεώδη εἶχαν θετικό, ἀρνητικὸ ἢ γενικότερα σημαντικὸ κι ὄχι ἀσήμαντο ρόλο στὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τοῦ Βυζαντίου.

Ἐννοεῖται ὅτι ἔτσι κι ἀλλιῶς τὸ μηχανιστικὸ σχῆμα «δυτικὴ φεουδαρχία -> καπιταλισμός» σημαίνει ὅτι ἦταν ἀδύνατο νὰ ὑπάρξει καπιταλισμὸς στὸ Βυζάντιο. Οἱ κλαίοντες Ἕλληνες Δυτικιστὲς θὰ ἔπρεπε νὰ ζητᾶν (πιστεύω ὅτι μέσα τους αὐτὸ ζητᾶν) μιὰ ἐξέλιξη τῆς Ἀν. Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας -οἰκονομικὴ καὶ πνευματική- ὅμοια μὲ ἐκείνη τῆς μεσαιωνικῆς Δύσης. Μιὰ τέτοια, ὅμως, ἐξέλιξη ἦταν ἀδύνατη γιὰ δυὸ λόγους: Πρῶτον, ἡ Ἀνατολικὴ Αὐτοκρατορία ἂν ἀποδυναμωνόταν θὰ ἔπεφτε ἀπὸ τὸ 500 μ.Χ. στὰ χέρια τῶν Σασσανιδῶν, δηλαδὴ τοῦ ἀσιατικοῦ κολλεκτιβισμοῦ. Δὲν θὰ γινόταν μεσαιωνικὴ Δύση ἀλλὰ Ἀσία. Δεύτερον, ὁ πνευματικὸς πολιτισμὸς ποὺ παρέλαβε ἡ Δύση τὸν 15ο αἰ. ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ ποὺ διαμόρφσε τὸ νεοτερικὸ δυτικὸ πολιτισμὸ θὰ εἶχε ἐξαφανιστεῖ γιατὶ τὰ ἀρχαῖα συγγράμματα δὲν θὰ εἶχαν διατηρηθεῖ ἀπὸ Ὀστρογότθους καὶ Σασσανίδες στὸ βαθμὸ ποὺ τὰ διατήρησε τὸ ἑλληνικὸ Βυζάντιο.

Τὰ παραπάνω παρατέθηκαν προκειμένου νὰ ἑρμηνευθοῦν οἱ ἀπόψεις δυὸ Βουλγάρων (ἑνὸς πρώην ὑπουργοῦ οἰκονομικῶν καὶ οἰκονομολόγου σὲ βουλγαρικὴ κυβέρνηση καὶ μιᾶς λέκτορος τῶν οἰκονομικῶν σὲ ἀγγλικὸ πανεπιστήμιο) γιὰ τὴ σχέση Ὀρθοδοξίας καὶ Οἰκονομίας. Τὸ ἐνδιαφέρον ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀπόψεις αὐτὲς εἶναι δημοσιευμένες ἀπὸ τὴν Παγκόσμια Τράπεζα, δηλαδὴ ἀπηχοῦν στὸν α ἢ β βαθμὸ τὶς ἀπόψεις της γιὰ τὶς διαφορὲς στὴν οἰκονομικὴ σκέψη μεταξὺ Ὀρθόδοξων καὶ Δυτικῶν Χριστιανῶν. Βεβαίως, ἡ Παγκόσμια Τράπεζα ὑποστηρίζει τὸ τετριμμένο ὅτι οἱ ἀπόψεις τῶν δυὸ Βουλγάρων δὲν ἀποτελοῦν ἀπαραίτητα καὶ δικές της ἀπόψεις· ὡστόσο, τέτοιες ἀπόψεις δέχτηκε νὰ φιλοξενήσει στὸν ἱστότοπό της.

Οἱ δυὸ Βούλγαροι (κι Ὀρθόδοξοι; ) ἐρευνητὲς ἔχουν ταυτίσει τὸν κομμουνισμὸ μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἴσως ἐξαιτίας τῆς νεοφιλελεύθερης ἀποστροφῆς τους γιὰ ὁτιδήποτε ὑφίστατο πρὸ τοῦ 1989 (θρησκευτικὰ ἢ πολιτικά) ἀρνούμενοι νὰ δοῦν ὅτι ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμὸς ποικίλλει. Ἔχουν ἀποδεχτεῖ τὴν πρωτοκαθεδρία τῆς Δύσης καὶ συνάμα ἢ ἀναπόφευκτα καὶ τῶν ἐκδοχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ σὲ αὐτές. Παρ’ ὅλο ποὺ δὲν προσφέρουν κάποια σαφὴ καὶ ἱκανοποιητικὴ αἰτιολόγηση γιὰ τὰ αἴτια τῆς α ἢ β σύγκρισης μεταξὺ τῶν Ὀρθόδοξων καὶ τῶν Δυτικῶν, καταλήγουν στὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχει συσχέτιση μεταξὺ θρησκείας καὶ ἀντίλήψεων γιὰ τὴν οἰκονομία, τὸ κράτος ἢ τὴν εὐτυχία. Γιὰ παράδειγμα, πληροφορούμαστε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι κάνουν λιγότερα παιδιὰ ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς Χριστιανούς (ἐννοοῦνται οἱ καθ’ ὁμολογίαν κι ὄχι ἐν γένει οἱ κάτοικοι τῆς Δύσης) ἢ ὅτι εἶναι λιγότερο ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴ ζωή τους. Δὲν σκέφτονται μήπως οἱ ἐξωθρησκευτικοὶ παράγοντες ὅπως ἡ κατάρρευση τῶν ἀνατολικοευρωπαϊκῶν κοινωνιῶν καὶ οἰκονομιῶν ἀνάγκασαν τοὺς ἐκεῖ Ὀρθόδοξους νὰ μὴν κάνουν πολλὰ παιδιά· οὔτε μελετοῦν τὴν ἐπίδραση 45 καὶ 70 χρόνων ἀθεϊστικῆς  κοσμοαντίληψης (στὴν ἐκπαίδευση κ.λπ.) ἐπὶ τῶν ἐκεῖ Ὀρθόδοξων. Οὔτε βέβαια λαμβάνουν ὑπόψη ὅτι –μὲ βάση τὴν δική τους ἔρευνα (σ. 26)– ὁ ἐπιθυμητὸς ἀριθμὸς παιδιῶν κατὰ τοὺς Ὀρθόδοξους εἶναι ἴδιος μὲ ἐκεῖνον γιὰ τοὺς Δυτικοὺς Χριστιανούς: ἀντιθέτως, ἀποδίδουν τὴν ὀλιγοτεκνία στὴ διαφορὰ δόγματος.

Ἔχουν μιὰ ἀφελὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν Κομμουνισμό. Τὸ ὡραῖο εἶναι ὅτι ἡ βιβλιογραφία ποὺ παραθέτουν ὡς ἐπιχείρημα τῆς ἄποψης αὐτῆς εἶναι συχνότατα ὁ Berdyaev (π.χ. σσ. 4, 6-7 καὶ ἀλλοῦ), κοντὰ 100 χρόνων. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πρεσβεύει τὴν βίαιη κολλεκτιβιστικὴ ἀντίληψη, καὶ στὴν λαμπρότερη ἐκδοχή της, τὴ βυζαντινή, δὲν εἶχε τέτοια πολιτικὰ ὁράματα. Ὄντας ὁπαδοὶ τοῦ καπιταλισμοῦ, καὶ σχετικοὶ μόνο μὲ τὴν Δυτικὴ Περίπτωση / Ἱστορία, στὸ ἀσφαλὲς ὑστερομεσαιωνικὸ καὶ μεταμεσαιωνικὸ ἀπροσπέλαστο φρούριό της, θεωροῦν ἀσυζητητὶ κατώτερη ὁποιαδήποτε σκέψη γιὰ παρέμβαση τοῦ κράτους ὥστε νὰ μὴν προκαλοῦνται ἀνισότητες τέτοιες ποὺ νὰ θέσουν σὲ κίνδυνο τὴ συνοχὴ τῆς κοινωνίας ἐνόψει ἀσταμάτητων ἐξωτερικῶν βαρβαρικῶν ἀπειλῶν. Ὁτιδήποτε δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν νεοφιλελευθερισμὸ εἶναι «κομμουνισμός». Τὸ νεοφιλελεύθερο Δικαστήριο τοῦ Παρόντος δικάζει καὶ καταδικάζει τὴν Ἱστορία γιὰ νὰ ἐπιβάλλει τὴ δική του ἐκδοχή της.

Γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως τί λένε:

«Οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι λιγότερο εὐτυχισμένοι ἀπὸ τοὺς Καθολικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες, καὶ μάλιστα τόσο ὅσο οἱ ἄθρησκοι» (σσ. 3, 26, 28).

«Τὰ σπίτια τῶν Δυτικῶν Χριστιανῶν εἶναι μεγαλύτερα καὶ ἔχουν περισσότερα παιδιὰ ἔναντι τῶν Δυτικῶν» (σ. 28).

«Οἱ Ὀρθόδοξοι κάνουν λιγότερα παιδιά» (σσ. 3, 26).

«Θέλουν νὰ ρισκάρουν λιγότερο, καὶ προτιμοῦν περισσότερο μιὰ ἀσφαλὴ δουλειά» (σσ. 3, 28).

«Ἡ Ὀρθοδοξία σχετίζεται μὲ πολιτικὲς προτιμήσεις πρὸς τὴν Ἀριστερὰ καὶ μὲ ἰσχυρότερη τάση ὑπὲρ τῆς κρατικῆς παρέμβασης στὴν οἰκονομία». Οἱ Ὀρθόδοξοι προτιμοῦν ὁ ἀτομικὸς πλουτισμὸς νὰ ἀποφεύγεται γιὰ τὴ μεγιστοποίηση τοῦ κοινοῦ καλοῦ ἐνῶ οἱ Προτεστάντες ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ πλοῦτος μπορεῖ νὰ αὐξάνεται ἔτσι ὥστε νὰ ὑπάρχει ἀρκετὸς γιὰ ὅλους καὶ «δὲν συμφωνοῦν ὅτι ὁ πλουτισμὸς μπορεῖ νὰ συμβεῖ μόνο σὲ βάρος τῶν ἄλλων». Οἱ Δυτικοὶ Χριστιανοὶ συμφωνοῦν λιγότερο μὲ τὴν ὕπαρξη κρατικῆς ἰδιοκτησίας (Abstract καὶ σσ. 3, 32, 34, 35).

«Ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς ἔδωσε ἔμφαση στὸν ἀτομικιστικό, λεγκαλιστικὸ καὶ ὀρθολογιστικὸ χαρακτήρα τῆς ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας, ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς παραδόσεις ποὺ τονίζουν τὸ κοινοτιστικὸ πνεῦμα» (σσ. 5, 10).

«Οἱ βαθιὲς θεολογικὲς διαφορὲς μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Καθολικισμοῦ / Προτεσταντισμοῦ εὐθύνονται γιὰ τὶς διαφορὲς σὲ σύγχρονες συμπεριφορές. Ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς τονίζει τὸν ὀρθολογισμό…καὶ τὴν κριτικὴ τῶν καθιερωμένων αὐθεντιῶν. Ἡ Ὀρθοδοξία τονίζει λιγότερο τὸ νόμο, τὴ λογικὴ καὶ τὴν κριτικὴ τῶν αὐθεντιῶν» (σ. 5-6).

«Οἱ κομμουνιστὲς διατήρησαν τὶς ἐκφάνσεις τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, συμπεριλαμβανομένης ἐκείνης στὴν παράδοση καὶ τὸν κοινοτισμό, ποὺ ἦταν πρόσφορες γιὰ τὴ διάδοση τῶν κομμουνιστικῶν ἰδεῶν. Νεολαιίστικες σοσιαλιστικὲς ὀργανώσεις, πανίσχυρες μυστικὲς ὑπηρεσίες, ἔλεγχος στὰ σύνορα καὶ τὸ ἐξωτερικό, ἦταν πολὺ συμβατὰ μὲ προϋπάρχουσες ὀρθόδοξες ἀντιλήψεις» (σ. 6). Οἱ κομμουνιστὲς προώθησαν το ἀκραῖο (extreme) κοινοτισμό (communitarianism) μὲ κατάργηση τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας κ.λπ. (σ. 12).

«Ὁ Καθολικισμὸς συνεισέφερε στὴ γένεση τοῦ ἀτομικισμοῦ στὴ Δύση μεταξὺ 6ου καὶ 11ου αἰ.» (σ. 8).

«Οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες κι ὄχι ἡ Ἐκκλησία ἀποφάσιζαν γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ἢ καὶ γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα» (σ. 9).

«Ὅπως λέει ὁ Huntington, ὁ Ὀρθόδοξος πολιτισμὸς κληρονόμησε πολὺ λιγότερα πράγματα ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἀπὸ ὅ,τι ἡ Δύση. Λιγότερη ἔμφαση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία στὸ Νόμο καὶ τὴ Λογική. Περισσότερη στὴν Παράδοση καὶ τὶς κοινοτιστικὲς ἀξίες. Τὰ ἄτομα τείνουν λιγότερο νὰ ἐπιλέγουν ἐλεύθερα καὶ κριτικὰ καὶ νὰ ἀσκοῦν κριτικὴ στὶς ἀρχές» (σσ. 10-11, 26). Παρομοίως, οἱ κομμουνιστὲς δὲν ἐνθάρρυναν τὴν ἄσκηση κριτικῆς πρὸς τὶς ἀρχές (σ. 16).

«Ὑπάρχει μικρότερη ἔμφαση στὴν καινοτομία στὴν Ὀρθοδοξία, πράγμα ποὺ μᾶλλον εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀπουσία δυτικοῦ τύπου ἐπιστημονικῆς ἐπανάστασης» (σ. 11). Οἱ ἀνατολικοευρωπαῖοι κομμουνιστὲς ὁμοίως κατέπνιγαν τὴν δημιουργικότητα, τὴν καινοτομία καὶ τὶς νέες ἰδέες (σ. 16).

«Ἡ Ὀρθοδοξία ἐνδιαφέρεται λιγότερο γιὰ τὰ νομικὰ δικαιώματα» (σ. 11) καὶ οἱ κομμουνιστὲς ἀποθάρρυναν τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ γίνονταν μὲ βάση συμβόλαια καὶ νομικὰ συμφωνητικά (σ. 15).

Μὲ ἄλλα λόγια, οἱ κομμουνιστὲς προώθησαν πολιτικὲς ποὺ ἐνθάρρυναν τὶς Ὀρθόδοξες ἀξίες ὅπως τὸν κοινοτισμό, τὸν ἀντι-νομικισμό, τὴν ἀπουσία κριτικῆς τῶν ἀρχῶν καὶ τὴν ἔλλειψη δημιουργικότητας καὶ καινοτομίας (σ. 17)

Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι «οἱ θεολογικὲς διαφορὲς ἴσως ὁδήγησαν τὶς διάφορες χῶρες σὲ διαφορετικὲς ὁδοὺς ἀνάπτυξης προτοῦ ἐμφανιστεῖ ὁ κομμουνισμὸς καὶ ὅτι ἁπλὰ οἱ κομμουνιστικὲς ἡγεσίες ἐκμεταλλεύτηκαν τὸ ὀρθόδοξο πολιτισμικὸ περιβάλλον πρὸς ὄφελός τους» (σ. 35)

Ἕνα ἄλλο σφάλμα τῶν Βουλγάρων εἶναι ὅτι κρίνουν ἐξ ἰδίων τὰ ἀλλότρια: Παρ’ ὅλο ποὺ περιλαμβάνουν καὶ τοὺς Ἕλληνες (Ἑλλάδα – Κύπρος) στὴν ἔρευνα, βασίζονται ἀναγκαστικὰ στὴν ἀριθμητικὴ πλειονότητα τῶν σλάβων Ὀρθόδοξων, οἱ ὁποῖοι ὅμως ποιοτικὰ εἶναι πολὺ λιγότερο Ὀρθόδοξοι (δέχτηκαν ἕτοιμη τὴν Ὀρθοδοξία χωρὶς νὰ συμμετάσχουν στὴ διαμόρφωσή της, καὶ κυρίως χωρὶς νὰ ἔχουν προηγουμένως ὑποστεῖ παρόμοια μετάλλαξη μὲ τὴν πολιτισμικὴ μετάλλαξη στὴν ὁποία ὑπέβαλλαν οἱ Ἕλληνες τὸν ἑαυτό τους κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή -καὶ σήμερα ἔγιναν ultra Ὀρθόδοξοι ἔπειτα ἀπὸ 45-70 χρόνια ἀθεϊστικῆς κατήχησης).

Ἔτσι, ἡ ἀπουσία κριτικῆς πρὸς τὶς ἀρχὲς τὴν ὁποία ἐκλαμβάνουν ὡς πολιτισμικὸ ὀρθόδοξο γνώρισμα οἱ δυὸ Βούλγαροι ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς πάμπολλες λαϊκὲς ἐπαναστάσεις κατὰ τοῦ νόμιμου αὐτοκράτορα καὶ τὶς λαϊκὲς εἰρωνεῖες πρὸς τοὺς αὐτοκράτορες (Ἰουστινιανό, Φωκᾶ κ.ἄ.) καὶ τὸν κλῆρο (ἀνώτερο καὶ μοναχούς) ἐκ μέρους πεπεισμένων καὶ εἰλικρινὰ Ὀρθόδοξων στὸ Βυζάντιο. Ἐπειδὴ τὸ πολιτισμικὸ πρότυπο τῶν Σλάβων ἦταν καὶ εἶναι ὁ (θυμηθεῖτε τὴ μογγολικὴ κατάκτηση τῆς Ρωσίας ἐπὶ 200 ἔτη) Πατερούλης – Τσάρος, οἱ δυὸ Βούλγαροι ἐρευνητὲς νομίζουν ὅτι ἕνα προφανῶς σλαβικὸ πολιτισμικὸ γνώρισμα εἶναι πολιτισμικὸ γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ ἀπουσία καινοτομίας καὶ δημιουργικότητας εἶναι ἐπίσης ἕνα ἄλλο σλαβικό (κι ὅλων τῶν ἄλλων μὴ ἑλληνικῶν ὀρθόδοξων λαῶν) χαρακτηριστικό, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ τάση τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν γιὰ τουλάχιστον ἐννιὰ αἰῶνες καλύτερο στρατό, καλύτερες πόλεις, καλύτερη οἰκονομία, ἀνώτερη τέχνη σὲ σχέση μὲ τοὺς Δυτικούς Χριστιανούς· οἱ μὴ ἕλληνες Ὀρθόδοξοι δὲν κατόρθωσαν ποτὲ τὸ ἴδιο. Ἐφευρέσεις ὅπως τὸ ὑγρὸ πῦρ (γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρω ἄλλες) μόνο ἔλλειψη καινοτομίας καὶ ἀπουσία ἐπιστημονικοῦ πνεύματος δὲν δείχνουν.

Παρομοίως, ἡ δῆθεν ἀπουσία ἐνδιαφέροντος τοῦ Ὀρθόδοξου πολιτισμοῦ γιὰ τὸ Νόμο εἶναι κάτι τόσο γελοῖο, ὥστε θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ ἀνατρέξει στὴ βυζαντινὴ νομοθεσία ποὺ ὁρίζει πάμπολλες πτυχὲς τῆς ζωῆς βάσει τοῦ γραπτοῦ νόμου· ὁ ὁποῖος ἐνίοτε συγγράφεται στὴν καθομιλουμένη καὶ βεβαίως δὲν μένει ἀπαράλλακτος ἀλλὰ ὑφίσταται ἐπεξεργασία διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἀσφαλῶς, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἀντιμετωπίζει τὸ Θεὸ ὡς Δικαστή-Τιμωρό· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συνεπάγεται ὅτι ὡς ἰδανικὸ ἔχει μιὰ κοινωνία χωρὶς τὴ διαμεσολάβηση τῶν νόμων. Ἄλλο ἡ ἔρημος καὶ ἡ μονή, καὶ ἄλλο ἡ ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία. Τὸ βυζαντινὸ νομικὸ σύστημα τὸ ἀποδεικνύει, καὶ τὰ δικαιώματα καὶ οἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἀτόμων εἶναι κάτι μὲ τὸ ὁποῖο καταπιάνεται ἀσταμάτητα.

Τέλος, οἱ Βούλγαροι (κι Ὀρθόδοξοι;) ἐπαινοῦν τὸν Παπισμὸ γιὰ τὴν συμβολή του στὴν γένεση τῆς ἐξατομίκευσης. Τὸ δόγμα ποὺ ἐπαίνεσε τὸν Φεουδαλισμό, δηλαδὴ δικαιολόγησε χριστιανικὰ τὸν κολλεκτιβισμὸ δυτικοῦ τύπου, καὶ τὸ δόγμα ποὺ ἤθελε τὴν Ἐκκλησία νὰ εἶναι κοσμικὸ κράτος. Ἐννοεῖται ὅτι ἀποσιωποῦν ἢ ἀγνοοῦν τὴν ἐπιτυχημένη ἀντίσταση Ὀρθόδοξων ἐνάντια σὲ αἱρετικοὺς ἢ φιλοδυτικοὺς αὐτοκράτορες ποὺ θέλησαν νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀπόψεις τους ὡς δόγμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Γραφικὴ εἶναι ἡ καταγγελία τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸν κοινοτισμό της ὡς συμβατὸ μὲ τὸν κομμουνισμό. Πάντως, οἱ δυὸ Βούλγαροι ἀποδίδουν εὐθέως στὶς ἀρχαιολληνικές παραδόσεις τὸν ὀρθόδοξο κοινοτισμό, ἐρχόμενοι σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν ὑποστήριξη ποὺ παρέχουν στὶς ἀπόψεις τοῦ Χάντιγκτον, πὼς ἡ Ὀρθοδοξία δὲν κληρονόμησε τόσο πολὺ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἀρχαιότητας. Βεβαίως, ἕνας τέτοιος πολιτισμὸς ποτὲ δὲν θὰ θεωροῦσε οἰκεία τὴν προτεσταντικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν πλουτισμό· χωρὶς νὰ εἶναι κομμουνιστὲς οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες. Βεβαίως, δὲν περιμέναμε βαθιὰ γνώση τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς Ἀρχαιότητας.

Ἰδιότητες ποὺ οἱ ἐρευνητὲς ἀνάγουν στὴν Ὀρθοδοξία ὅπως οἱ πανίσχυρες μυστικὲς ὑπηρεσίες εἶναι προφανὲς ὅτι ὑπῆρχαν καὶ σὲ Δυτικὰ κράτη. Γενικά, οἱ Βούλγαροι ἀντικομμουνιστές, ὅπως καὶ οἱ Ἕλληνες χριστιανοκομμουνιστές, παραλείπουν τὶς προφανεῖς διαφορές (παραχάραξη χριστιανικῆς ἐσχατολογίας, ὑλισμός, ἐπιστημονισμὸς κ.λπ.) καὶ ἁρπάζονται ἀπὸ δευτερεύοντα ζητήματα καὶ ὁμοιότητες· τὶς «ξεχειλώνουν» κατόπιν, προκειμένου λ.χ. νὰ ταυτίσουν τὴν μέριμνα γιὰ τὴν Κοινότητα καὶ τὴν ἀπουσία περιθωριοποιημένων κοινωνικῶν στρωμάτων μὲ τὴν κατάσχεση τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸν ὑποχρεωτικὸ κολλεκτιβισμό.

Στὰ ὅρια τοῦ γελοίου –ἂν δὲν ἦταν δημοσίευμα στὴν Παγκόσμια Τράπεζα– εἶναι ἡ ἀπόφανση ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι λιγότερο «εὐτυχισμένοι», κάνουν λιγότερα παιδιὰ καὶ ρισκάρουν λιγότερο. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι θὰ περίμενε κάποιος, τὸ γεγονὸς τῆς πραγματικῆς κοινωνικῆς διάλυσης (σὲ κομμουνιστικὴ Ἀνατολικὴ Εὐρώπη καὶ μὴ κομμουνιστικὴ Ἑλλάδα) μετατρέπεται σὲ ἀποτέλεσμα ὄχι ὑλικῶν καὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων ἢ ἱστορικῶν συγκυριῶν ἀλλὰ τοῦ Ὀρθόδοξου Πολιτισμοῦ· οἱ Ὀρθόδοξοι λ.χ. τῆς Βουλγαρίας εἶναι λιγότερο εὐχαριστημένοι μὲ τὴ ζωή τους ἐπειδὴ εἶναι Ὀρθόδοξοι κι ὄχι ἐπειδὴ συνέβησαν το α, β, γ γεγονότα (κατάρρευση βιοτικοῦ ἐπιπέδου μετὰ τὸ 1990). Ἂν οἱ Ἕλληνες προτιμοῦν νὰ βολευτοῦν μαζικὰ στὸ Δημόσιο εἶναι ἐπειδὴ γιὰ διάφορους λόγους (Κρίση τοῦ ’70, εἴσοδος στὴν ΕΟΚ κι ἀνταγωνισμὸς μὲ βιομηχανικὲς χῶρες μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀποβιομηχάνιση) δὲν βλέπουν ὡς «ρίσκο» ἢ «καινοτομία» τὸ νὰ δουλέψουν γιὰ 400 € ἀκόμη κι ἂν τὸ κάνουν· κι ὄχι γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἀσυνειδήτως, ὡς «ἐσώτατη πολιτισμικὴ φωνή», τοὺς προτρέπει στὴν ὀμφαλοσκόπηση καὶ τὸν θεωρητικὸ βίο στὰ μοναστήρια καὶ τὶς ἐρημιές -γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρό.

Εἶναι βέβαια κωμικὸ ὅτι οἱ ἀντι-Ὀρθόδοξοι ἔχουν τόσο ἀντιφατικὲς ἀπόψεις: Οἱ Βούλγαροι ἀντικομμουνιστὲς θεωροῦν κομμουνιστικὴ ἄρα σιχαμερὴ τὴν Ὀρθοδοξία, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες Ἀριστεροὶ θεωροῦν ἀντικομμουνιστικὴ ἄρα σιχαμερὴ τὴν Ὀρθοδοξία. Μέσα στὴ λύσσα τους γιὰ τὸν κομμουνισμό (ἐννοεῖται, ὅπως εἴπαμε: Γι’ αὐτούς, ὅποιαδήποτε κοσμοαντίληψη δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴ θεοποίηση τῆς Ἀγορᾶς εἶναι ὀπισθοδρομική, καὶ εἶναι καταδικαστέος κομμουνισμός) οἱ Βούλγαροι αὐτοὶ θεωροῦν ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουν πολιτικὲς τάσεις «πρὸς τὰ Ἀριστερά». Δηλαδή, τὸ κοινὸ δυτικιστικὸ ὑπόβαθρο, στὸ ὁποῖο ὅποιος βρίσκεται σιχαίνεται τὴν Ὀρθοδοξία, λειτουργεῖ -κι ἑνώνει- κομμουνιστὲς καὶ ἀντικομμουνιστὲς διαφόρων ὁμοδόξων χωρῶν. Συνεπῶς, τὸ πρόβλημα δὲν βρίσκεται στὴν Ὀρθοδοξία ἀλλὰ στὴν ἀνιστορικὴ καὶ κοντόφθαλμη (μὲ μεταμοντέρνα, νεοφιλελεύθερα ἢ κομμουνιστικὰ γυαλιά) πολιτισμικὴ ἑρμηνεία της.

Σαφῶς οἱ παραπάνω Βούλγαροι ἐρευνητὲς ἔχουν ὁμοιότητες μὲ νεοφιλελεύθερους τῆς Ἑλλάδας καθὼς καὶ μὲ τὸ Ράμφο· μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι οἱ Ἕλληνες ὁμοϊδεάτες τους βρίζουν καὶ τὴν ἑλληνικὴ οἰκογένεια ὡς παράγοντα παρακμῆς καὶ οἰκονομικο-κοινωνικῆς στασιμότητας. Ἐπίσης, ὅπως ἔχω παλιὰ γράψει, ὁ ἀκροδεξιὸς   «ἐθνικοφιλελευθερισμός» μὲ τὸν συνδυασμὸ παγανισμοῦ καὶ πίστης στὴν Ἀγορά, σιχαίνεται ἢ μόλις ἀνέχεται (γιὰ τὰ μάτια τῶν ἠλιθίων φίλων του) τὸ «ἑβραϊκό-σοβιετικὸ» Βυζάντιο. Εἶναι ἐνδιαφέρον λοιπόν, νὰ βλεπουμε ὅψεις τοῦ ἀντιβυζαντινισμοῦ καὶ τῆς ἐχθρότητας πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία ἐκ μέρους τῶν σλαβικῶν ὀρθόδοξων λαῶν. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὲς οἱ ἀπόψεις σίγουρα θὰ ἀπηχοῦν (παρὰ τὶς διαβεβαιώσεις περὶ τοῦ ἀντι;θετου), ἔστω καὶ σὲ μικρότερο ἢ μεγαλύτερο βαθμό, τὶς πεποιθήσεις τῆς Παγκόσμιας Τράπεζας γιὰ τὴν «Ὀρθοδοξία». Γιὰ νὰ ξέρουμε τί πιστεύουν αὐτοὶ ποὺ τοὺς παρακαλέσαμε τόσες φορὲς νὰ μᾶς δανείσουν.

 

Advertisements
This entry was posted in παλιά και νέα θεότητα, φιλελεύθεροι, Βούλγαροι, Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα, Ρωμανία, Σλάβοι, αθεϊσμός, θρησκεία, οικονομία and tagged , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s