«Ἐθνολαϊκισμὸς καὶ Θεσσαλονίκη»

Στὰ παλιά, καλὰ χρόνια πρὸ τοῦ 2010 (τὸ 2005) εἶχε κυκλοφορήσει ἕνα κείμενο μὲ τίτλο «Ἐθνολαϊκισμὸς καὶ Θεσσαλονίκη». Τὸ κείμενο ἔκανε ἐντύπωση, κυρίως γιὰ τὴν λέξη «ἐθνολαϊκισμός», ἡ ὁποία τότε εἰσήχθη στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὁποία ἔκτοτε εἶναι ἡ ἀγαπημένη λέξη ἀρκετῶν δεξιῶν φιλελεύθερων ἀρθρογράφων στὰ γνωστὰ ΜΜΕ (Καθημερινὴ κ.ἀ.). Τὸ παράδοξο τοῦ πράγματος ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ συγγραφέας εἶναι Ἀριστερός. Καθὼς ἡ Ἀριστερὰ ἐνδιαφέρεται νὰ ξεχειλώνει τὴν ἔννοια τοῦ φασισμοῦ, ποὺ τῆς φτάνει καὶ μὲ τὸ παραπάνω ὡς πολεμικὸς χαρακτηρισμὸς τῶν κάθε εἴδους ἀντιπάλων, ὁ ἐθνολαϊκισμὸς ἑνὸς βέρου ἀντιδεξιοῦ κατέληξε ὄχι ἀριστερὸ μὰ δεξιὸ φιλελεύθερο ἐργαλεῖο. Αὐτὸ συνάδει μὲ τὴ γενικότερη χρήση τῆς μετασοβιετικῆς Ἀριστερᾶς ὡς θεραπαινίδας τοῦ οἰκονομικοῦ φιλελευθερισμοῦ. Ὡς γραφείου ἰδεολογικῆς κατήχησής του. Ἀσφαλῶς, διάφοροι Ἀριστεροὶ νομίζουν ὅτι χρησιμοποιοῦν τὸν φιλελευθερισμὸ γιὰ νὰ προωθήσουν τὴν ὑπόθεση τῆς Ἀριστερᾶς. Βέβαια, εἴθισται ὁ ἀδύναμος, ὁ ἡττημένος, νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν νικητὴ καὶ ἰσχυρό, καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο. Ὅμως, ἡ ἀριστερὴ ἐλπίδα, ὡς μορφὴ παραίτησης, πεθαίνει τελευταία. Τὸ ὅτι, πάντως, ὁ οἰκονομικὰ φιλελεύθερος ἔχει ἀνάγκη τὸν Ἀριστερὸ στοχαστή, δὲν σημαίνει ὅτι υἱοθετεῖ καὶ προβάλλει τὶς ἰδέες τοῦ τελευταίου. Τὸν ἔχει ἀνάγκη ὅπως πρὶν ἀπὸ τὴν Κρίση ὁ πλούσιος Ἕλληνας εἶχε ἀνάγκη τὸν ἀλλοδαπὸ οἰκοδόμο: Τὸ ἐξοχικὸ ὅμως ἦταν τοῦ Ἕλληνα, ὁ ἀλλοδαπὸς ζοῦσε στὸ ἄθλιο «κοτέτσι». Ἔτσι κι ἡ ἀντιεθνολαϊκιστικὴ Ἀριστερά, γλύφει τὰ κόκκαλα ποὺ τῆς πετοῦν οἱ καθεστωτικοί, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκασμένη νὰ ἐπικαλεῖται καὶ τὸν ξεχειλωμένο φασισμό, ἐνίοτε μὲ πραγματικὴ λύσσα.

Ἀρχικὰ στὸ κείμενο, γίνεται μιὰ πολὺ γενικὴ παράθεση τῶν ἰδιοτήτων τοῦ λαϊκισμοῦ, κι ἀμέσως μετά παρατίθενται κάποια ὑποτιθέμενο ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαϊκισμοῦ. Ὡστόσο, εἶναι ἄξιο ἀπορίας γιατί λ.χ. ἡ ἠθικολογία νὰ θεωρηθεῖ ἰδιαίτερο ἑλληνικὸ χαρακτηριστικό. Γιατί εἰδικὰ οἱ ἕλληνες ἐθνολαϊκιστὲς νὰ νοιάζονται γιὰ ἕναν ὁρισμένο τύπο κράτους, ποὺ θὰ βοηθᾶ ἄμεσα ὡς ἀρωγὸς στὶς «δικές τους» ὑποθέσεις ἀλλὰ στὶς ἄλλες ὑποθέσεις θὰ κάνει ὅ,τι θέλει τὸ ἴδιο; Αὐτὸ ἀκριβῶς π.χ. δὲν κάνουν οἱ δικαιωματιστές; Ζητοῦν τὸ κράτος ὡς ἀρωγὸ στὸ ἐπιμέρους αἴτημά τους (ὁμόφυλος γάμος κ.λπ.), ἐνῶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ζοῦν σὲ μία κατάσταση ἀφασίας. Εἶναι ἐθνολαϊκιστὲς οἱ δικαιωματιστές; Κρίνοντας ἀπὸ τὴ χαλαρότητα τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ κειμένου, εἶναι. Ἔπειτα, ἡ ἀναφορὰ στὸν συναισθηματισμὸ ὡς στοιχείου τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ εἶναι ἀνούσια, εἶναι κομματικὴ προπαγάνδα, ἀφοῦ ὅπως παραδέχεται τὸ ἄρθρο, ὅλες οἱ ἰδεολογίες ἔχουν ἰσχυρὴ δόση τοῦ συναισθήματος. Παραδόξως, μόνο στὸν ἐθνολαϊκισμὸ φαίνεται πὼς αὐτὸ εἶναι κακό. Ἡ ἄποψη τοῦ ἄρθρου ὅτι στὸν ἐθνολαϊκισμὸ ὑπάρχει «ἐργαλειακὴ χρήση τοῦ συναισθήματος» εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ γενικολογία. Ἀκόμη κι ἡ Ἀριστερά (κι ὄχι μόνο ἡ ἑλληνική) χρησιμοποιεῖ κομματικὰ καὶ ἐργαλειακὰ τὸ συναίσθημα γιὰ νὰ τὸ πολιτικοποιήσει ὅπως αὐθαίρετα θέλει (θυμηθεῖτε τὸ πνιγμένο προσφυγόπουλο τοῦ 2015, γιὰ τὸ ὁποῖο σαφῶς δὲν ἔφταιγαν οἱ Ἕλληνες –κι ὅμως, ἐξαιτίας του ἡ ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ τοὺς κατηγόρησε ὡς ἀδιάφορους ρατσιστές), ὅπως καὶ τὴν ἐπιστημονικότητα. Ἡ ἐργαλειακὴ χρήση τῶν συναισθημάτων, λοιπόν, δὲν εἶναι κάτι ἀξιοπερίεργο.

Τὸ κεντρικὸ συναίσθημα τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει τὸν «ἐθνολαϊκισμὸ» κατὰ τὸ κείμενο εἶναι ἡ περίφημη μνησικακία. Ἡ παραφιλολογία περὶ μνησικακίας φυσικὰ ξεκίνησε μὲ τὸν Νίτσε, τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ κείμενο, καὶ συνεχίστηκε μὲ ἄλλους: Ὁ μνησίκακος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει αὐτὸ ποὺ θέλει καὶ στὴ συνέχεια τὸ ὑποτιμᾶ / τὸ μισεῖ, ἐνῶ παράλληλα ἡ ἀδικία δὲν ἀποκαθίσταται κ.ο.κ. Καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν γίνεται κατανοητὸ γιατί ἡ μνησικακία ἀφορᾶ εἰδικὰ τὸν ἐθνολαϊκισμό (τὸ ἔθνος) κι ὄχι ὁποιαδήποτε κατάσταση ἀποτυχημένης μιμητικῆς ἐπιθυμίας, ἐπιθυμίας ποὺ ἀπέτυχε κι ἔγινε ἀρνητική. Σύμφωνα μὲ τοὺς συγγραφεῖς ποὺ τὸ κείμενο ἐπικαλεῖται, ἔχουμε μιὰ γενικὴ τάση τῆς μαζικοδημοκρατικῆς κοινωνίας γιὰ μνησικακία· κάτι τέτοιο δὲν εἶναι εἰδικὰ ἐθνικὸ φαινόμενο. Ἔτσι, φορτώνεται μόνο στὸ ἔθνος μιὰ κατάσταση ποὺ διατρέχει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα. Μάλιστα, ἡ κατάσταση αὐτή, τῆς μνησικακίας, εἶναι κάτι τόσο παλιὸ ὅσο ὁ μύθος τοῦ Αἰσώπου μὲ τὴν κολοβὴ ἀλεποὺ ποὺ πρότεινε στὶς ἄλλες ἀλεποῦδες νὰ κόψουν κι αὐτὲς τὴν οὐρά τους. Οὐδὲν καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιο.

Τὸ κείμενο ἀποδίδει ὡς εἰδοποιὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ καταστάσεις μνησικακίας ποὺ θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ ἀνιχνευθοῦν σὲ ἀναρχικά, ἀριστερίστικα κἄ. ἰδεολογήματα. Ὅμως, σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικὴ προκατάληψη τοῦ κειμένου, ἡ ἀνημποριὰ καὶ ἡ λύσσα δὲν θὰ χαρακτήριζαν ποτὲ ἕναν ἀντιρατσιστὴ – ἀντιφασίστα ἀναρχικὸ ποὺ καίει κάδους κι ἁμάξια κάθε Σαββατοκύριακο κι ἕναν Ἀριστερὸ ποὺ χτυπιέται σὰ χταπόδι βραχνιάζοντας στὶς «πορεῖες» καὶ τὶς «συγκεντρώσεις» κατὰ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ (π.χ. ὑπὲρ τῶν Παλαιστινίων) ἢ τῆς πλουτοκρατίας · οὔτε τὸ στοιχεῖο τῆς μνήμης· μὰ οὔτε ὑπάρχει στοὺς παραπάνω ἕνα «ένα αίσθημα απόλαυσης στη μνησικακία», ποὺ «οδηγεί σε ναρκισσιστικές παλινδρομήσεις». Ἐδῶ ταιριάζει τὸ «βγάλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ δικό σου μάτι κ.λπ.».

Κι ἀλήθεια, τί πιὸ ταιριαστὸ ἀπὸ τὴν καινοδιαθηκικὴ αὐτὴ προτροπή, ὅταν ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου ἔχει γράψει ἕνα χαρακτηριστικὰ μνησίκακο ποίημα ἀνημποριᾶς: «Τον Πόντιο μου τον παππού τον σκότωσαν στο ξύλο / Κι απ’ τη ζωή δεν πρόλαβε να δρέψει ούτε μήλο / Από’ τα βουνά της Λαζικής τον φεραν εδώ πέρα / Τον ρίξαν σ’ άνυνδρη γωνιά μα με βουνίσιο αέρα / Και στους καιρούς του Μεταξά του είπαν : ‘’Βγαλτα πέρα’’ / Κι ύστερα ηρθε η κατοχή κι ’έψαχνε τα παιδιά του / Που πήγαν στο αντάρτικο και ράγισε η καρδιά του / Όταν τον γυιο του τον μικρό πήραν στην Γερμανία / Τον έριξαν στην κόλαση να σκάβει στ’ ορυχεία / Και η μεγάλη κόρη του πήγε στους Ελασιτες / Και τον Παππού τον σκότωσαν ματοβαμμένοι Χιτες». Ἐδῶ μέσα ἔχουμε ὅλα τὰ στοιχεῖα μιᾶς ἀνήμπορης μνησικακίας, ποὺ κανονικὰ καὶ μὲ βάση τὸ κείμενο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνιχνεύεται μόνο στοὺς ἐθνολαϊκιστὲς καὶ τοὺς Χίτες καὶ Μεταξικούς. Σύμφωνα μὲ τὶς ἀπόψεις τῆς θρησκείας ποὺ λέγεται Ψυχολογία, θὰ μποροῦσαμε λοιπὸν νὰ κάνουμε λόγο γιὰ «προβολή»: ΕΜΕΙΣ εἴμαστε μνησίκακοι (ἀλλὰ «καλοὶ μνησίκακοι», γιὰ «δίκαιους λόγους» πάντα) καὶ γι’ αὐτὸ κατηγοροῦμε τοὺς Ἄλλους (τοὺς «ἐθνικιστές» τοῦ ἔθνους κ.λπ.) ὡς μνησίκακους (ἀλλὰ «κακῶς μνησίκακους»).

Ἀπὸ τὴ δική μου σκοπιά, ὅπου ὄντως τίποτα ἐντυπωσιακὰ καινούργιο δὲν ὑπάρχει, ἡ μνησικακία δὲν εἶναι οὔτε δηλητήριο οὔτε βλαβερὴ οὔτε ἀρετή. Εἶναι μιὰ κατάσταση, ἄμεσα σχετιζόμενη μὲ τὴ Μίμηση καὶ τὴν Ἰσχύ, δηλαδὴ δύο θεμελιώδη, παντοτινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων. Μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπονέσει ἢ ὄχι τὸν μνησίκακο, νὰ τὸν γιατρέψει ἢ νὰ τὸν εἰρωνευτεῖ καὶ νὰ τὸν ἐξοντώσει. Δὲν εἶναι στὶς προθέσεις μου αὐτό, στὸ βαθμὸ ποὺ μέλημά μας εἶναι νὰ τὸν περιγράψουμε. Πάντως, ὅπως οἱ κυνηγοὶ μαγισσῶν παλαιότερων ἐποχῶν ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ «κυνηγοὺς κυνηγῶν μαγισσῶν» στὴ σύγχρονη χωρὶς νὰ ἀλλάξει ἡ δομὴ τοῦ κυνηγητοῦ καὶ τοῦ κυνηγοῦ, ἔτσι καὶ μὲ τὴ μνησικακία: Οἱ πεφωτισμενοι ἀντιλαϊκιστὲς ἐπικριτές της δὲν εἶναι λιγότερο μνησίκακοι ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἀρχικοὶ μνησίκακοι.

Κατόπιν, διαβάζουμε γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἐθνολαϊκισμό. Διαβάζουμε γιὰ τὴν ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ Δυτικῶν «συγκρούσεων» καὶ Ἑλληνικῶν «προστριβῶν»: Οἱ Δυτικοὶ συγκρούονται ἐνῶ οἱ Ἕλληνες συνηθίζουν τὶς προστριβές. Καὶ ποιὰ ἡ διαφορά; Οἱ συγκρούσεις ὀφείλονται σὲ «προθέσεις που είναι αρκετά σαφείς», ὥστε ὁ ἀντίπαλος νὰ γίνεται κατανοητὸς ὡς τέτοιος καὶ τὰ αἰσθήματα πρὸς αὐτὸν νὰ εἶναι σταθερά. Ἀντίθετα, οἱ «προστριβὲς» ἔχουν τὸ στοιχεῖο τῆς ἀβεβαιότητας. Ὅπως τὸ καταλαβαίνω ἐγώ, ἔχουμε τὴν ἔμμεση ἀλλὰ σαφὴ ἐξύμνηση τοῦ δυτικοῦ, ἀπόλυτου σταυροφορικοῦ πνεύματος (ὀρθολογικοῦ στὴ μέθοδο καὶ ἀπόλυτου στὶς ἀπόψεις του, δηλαδὴ ὁλοκληρωτικοῦ) σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πιὸ ρεαλιστικὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα (ρεαλιστικὸ ὡς πρὸς τὴν περιγραφὴ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης), ποὺ κατανοεῖ ὅτι ὅλοι πάνω-κάτω ὑπόκεινται σὲ κοινὴ μοίρα, κι ὅτι ἀπόλυτες διαιρέσεις εἶναι σπάνιες. Στὴν Δύση, ὅπως σκηνοθετεῖται ἀπὸ τοὺς ἐφευρέτες καὶ κατήγορους τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ, δὲν ὑπάρχει ἔντιμη διαφυγὴ ἀπὸ τὴν πάλη Καλοῦ – Κακοῦ, οἱ ἀντιθέσεις εἶναι ἀντικειμενικὲς ἀντιθέσεις. Ὑπάρχει Πόλεμος, κι ὁ ναρκισσισμὸς τοῦ Πολέμου, τῶν καιγόμενων Ι.Χ. κ.ο.κ. Ποιὰ εἰκόνα ὅμως εἶναι ρεαλιστικότερη περιγραφὴ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης; Ἐκείνη ποὺ δὲν σχηματοποιεῖ – ἀποστεώνει μὲ ὑποστασιοποιήσεις τὰ τμήματά της ἢ ἐκείνη ποὺ ἔχει μιὰ πιὸ δυναμικὴ ἀντίληψη γιὰ τὰ τμήματά της; Καὶ ποὺ βλέπει στὸν Ἄλλον μιὰ παρόμοια κατάσταση (στὸ κείμενο, ἐπικριτικὰ λέγεται: «ο μειονεκτών, που συγκρίνει τον εαυτό του με τον οιονεί αντίπαλο, συνθέτει την εικόνα ενός εαυτού παραγκωνισμένου από κάποιον που δεν υπερέχει ούτε διανοητικά ούτε ηθικά από αυτόν»), ἡ ἔκβαση τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι θέμα Τύχης καὶ συγκυρίας; Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὴν ἐπι-τυχία καὶ τὴν ἀπο-τυχία (ἄρα τὸν ἀδικημένο καὶ τὸν μειονεκτούντα) τονίζει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀστάθειας, τῆς παροδικότητας, τῆς Τύχης –σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ μὴ «ἐθνολαϊκιστικὰ» δυτικὰ πρότυπα τοῦ ὀρθολογικοῦ, μεθοδικοῦ κατορθώματος καὶ τῆς μαθηματικοποιημένης ἐξίσωσης ἐπιτυχίας / μεθόδου. Ἐξ ἀπόψεως ἐθνολαϊκιστικῆς ὁρολογίας, ὅσοι κάνουν τέτοια διάκριση μεταξὺ δυτικῆς σύγκρουσης καὶ ἑλληνικῆς προστριβῆς (ἄρα, καὶ τῶν πολιτισμικῶν προϋποθέσεών τους) μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν Δυτικοὶ ἐθνολαϊκιστές.

Πρέπει –γιὰ νὰ κάνουμε μιὰ παρέκβαση– νὰ ὑπενθυμίσουμε σὲ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν κάτι κακὸ στὴν ἀπουσία «συγκρούσεων», ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὸν (ἑλληνικὸ) ἐθνολαϊκισμὸ ἢ σχετίζεται μὲ αὐτόν, ὅτι μεταξὺ 1944-1949 ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία δοκίμασε τὴν «σύγκρουση» μὲ τέτοια σφοδρότητα ὥστε κατέστη μαλθακὴ στὸ ἑξῆς -ἐκτὸς ἀπὸ ἀγιάτρευτα ἀνάπηρη καὶ κατεστραμμένη, μὲ τὸν πληθυσμό της ἀστικοποιημένο σὲ δύο μεγάλες πόλεις. «Ἀπὸ Ἐδῶ Ἐμεῖς, καὶ ἀπὸ Ἐκεῖ Ἐσεῖς», μὲ παγιωμένα χαρακτηριστικά, καὶ στὸ ἀνάμεσο ἡ Ἄβυσσος. Φυσικά, πίσω ἀπὸ τὴν ἔμμεση ἐξύμνηση τῆς «σύγκρουσης» δὲν ἔχουμε παρὰ τὴ μνησικακία τοῦ ἡττημένου. Ἡ γενικότερη ἐξύμνηση ἀπὸ Ἀριστεροὺς τῆς μυθολογίας τῆς βίας καὶ τῆς ἐμφύλιας, ταξικῆς σύρραξης (θυμηθεῖτε ἐδῶ τὰ περὶ «ἔθνους ὡς φωλιᾶς» τοῦ κειμένου καὶ ἀναδιατυπῶστε τα ὡς «Ἀριστερᾶς ὡς φωλιᾶς»: εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα κι ἀπομένει νὰ διαλέξεις φωλιά) εἶναι τὸ γρύλισμα τοῦ ἡττημένου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βιαιοπραγήσει (αὐτὸ εἶναι προνόμιο τοῦ νικητῆ) καὶ περιορίζεται σὲ μνησίκακες σκέψεις ἔναντι τῶν νικητῶν τοῦ Ἐμφυλίου. Ἐδῶ, κλείνει ἡ παρέκβαση.

Περίεργη εἶναι καὶ ἡ διάκριση Δύσης – Ἑλλάδας ὡς πρὸς τὴν ἀνημποριὰ τοῦ μειονεκτοῦντος. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι πρεσβεύει τὸ κείμενο, ὄχι στὴν Ἑλλάδα μὰ στὴ Δύση αὐτὸς ποὺ μειονεκτεῖ ὄχι μόνο εἶναι ἀνήμπορος, ἀλλὰ χλευάζεται ὡς loser, καὶ ἐὰν λ.χ. εἶναι ἄπορος, ζεῖ καὶ πεθαίνει κάτω ἀπὸ μία γέφυρα. Αὐτὸ ὀφείλεται ἀκριβῶς στὴν δυτικὴ μαθηματικοποίηση τῆς σχέσης μεταξὺ μεθόδου / προσπάθειας καὶ ἐπιτυχίας: Ἐὰν θεωρηθεῖ ὅτι στὴ ζωὴ δὲν ὑπάρχει τὸ Ἀστάθμητο, τότε εἶσαι 100% φταίχτης γιὰ τὴν ἀποτυχία σου, εἶσαι ἄξιος τῆς μοίρας σου· δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ γκρίνια / μνησικακία, αὐτὴ εἶναι ἀνεπίτρεπτη. Στὴν Ἑλλάδα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ γνωρίζουμε πόσο ἀξίζει καὶ κυρίως πῶς ἀποκτᾶται ἢ χάνεται ἡ ἐπιτυχία, τὸ αἴσθημα τῆς πικρίας ἢ μνησικακίας θεωρεῖται λογικὴ ἀντίδραση. Ὁ Ἕλληνας ἀντιεθνολαϊκιστὴς εἶναι τὸ μοναδικὸ παράδειγμα ἑλληνικοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ τὸν ὁποῖο παρατηρεῖ παντοῦ γύρω του, γιατὶ μνησικακεῖ στὸ διηνεκές, καὶ αὐτοδηλητηριάζεται δηλητηριάζοντας τὸν περίγυρο, γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀναγκασμένος (χωρὶς δυνατότητα σωτηρίας) νὰ ζεῖ μὲ τοὺς συγκεκριμένων πολιτισμικῶν χαρακτηριστικῶν ἀπαίσιους Ἕλληνες (κατ’ αὐτόν, μνησίκακους).

Τὸ ἀστεῖο εἶναι ὅτι στὸ κείμενο ἄθελα γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἱκέτη, στὸν ὁποῖο ὁ μνησίκακος μετατρέπεται («Σε αυτή τη συσσωρευμένη επιθυμία (ανήμπορης ) εκδίκησης του αιτούντος πολίτη, που εν τέλει μεταβάλλεται σε ικέτη, βρίσκονται μάλλον τα αίτια της ελληνικής μνησικακίας»). Ὁ ἀνήμπορος Ἱκέτης εἶναι πανάρχαιο ἑλληνικὸ μοτίβο. Ἡ μνησικακία τοῦ ἀντιεθνολαϊκισμοῦ ἐναντίον τοῦ «ἑλληνικοῦ ἐθνολαϊκισμοῦ» πρέπει νὰ ἰδωθεῖ ὄχι ὡς διαμαρτυρία κατὰ τῆς μεταπολεμικῆς νεοελληνικῆς χαβούζας οὔτε γενικότερα τῆς νεοελληνικῆς «ἀνατολίτικης» χαβούζας. Ἀλλὰ ὡς δυτικὴ ἀντιπαλότητα γενικὰ κατὰ τοῦ («ἀρχαίου») ἑλληνικοῦ χαρακτήρα. Ἔχουμε τοὺς μισσιονάριους τῆς Δύσης, ποὺ παρουσιάζουν ὡς «ὀρθολογικὴ κριτικὴ» τὴν ἀπέχθειά τους γιὰ πράγματα ἁπλῶς πολιτισμικὰ ἀλλότρια γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὸ γοῦστο τους· γιὰ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι πέραν τῆς ὀρθολογικῆς κριτικῆς. Μπορεῖ στ’ ἀλήθεια νὰ ὑποβληθεῖ σὲ «ὀρθολογικὴ κριτικὴ» τὸ ὅτι οἱ μὲν ἀγαποῦν τὰ γεμιστὰ κι οἱ δὲ τὴν ἀγγλικὴ κουζίνα τους;

Προβληματικὸ εἶναι βέβαια, τὸ γεγονὸς ὅτι γίνεται ἀναφορὰ σὲ μιὰ σχέση Δύσης – Ἑλλάδας στὸ μαθηματικὸ κενό. Ὁ ντόπιος «ἐθνολαϊκισμὸς» γιὰ νὰ προσδιοριστεῖ χρειάζεται ἡ Δύση -ἀλλὰ γιατί ἡ Δύση κι ὄχι π.χ. καὶ τὰ Βαλκάνια; Γιατί ὁ «ἑλληνικὸς ἐθνολαϊκισμὸς» νὰ εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν Ἀσία καὶ τὴ Βόρεια Ἀφρική, καὶ νὰ εἶναι μόνο ἀρνητικὸ παράρτημα τῆς Δύσης; Ἡ προκὰτ ἀπάντηση γιὰ τὴν κυριαρχία τῆς Δύσης δὲν ἐπαρκεῖ, γιατὶ ἡ Δύση κυριαρχεῖ καὶ στὰ Βαλκάνια καὶ στὴν Ἀσία. Ἡ ἀναφορικότητα μόνο σὲ σχέση πρὸς τὴ Δύση προκειμένου νὰ ὁριστεῖ ὁ ἑλληνικὸς «ἐθνολαϊκισμὸς» εἶναι σοβαρὴ ἔνδειξη προχειροδουλειᾶς.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ κειμένου στὸν «ἐκκλησιαστικὸ ἐθνολαϊκισμὸ» δὲν εἶναι παρὰ μιὰ σκανδαλοθηρία, ποὺ τὴ διακρίνει ἡ μνησίκακη ἀπόλαυση μπροστὰ στὸ «ξεγύμνωμα τοῦ Ἀντιπάλου» μὲ τὰ «σκάνδαλα» τοῦ 2005 (π.χ. Βατοπαίδι, ὅπου ὁ Ἐφραὶμ τελικῶς ἀθωώθηκε, ἀλλὰ ἂς μὴν ξύνουμε πληγές). Τέτοια ξεγυμνώματα καὶ ξεβρακώματα βεβαίως, σὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔκταση ἔζησε πρώτη καὶ καλύτερη ἡ πεφωτισμένη (μὴ σταλινική) ἑλληνικὴ κι εὐρωπαϊκὴ Ἀριστερά, ποὺ «τότε διάβαζε» ὣς τὸ 1989-1991. Ἔτσι, κι ἐδῶ ἔχουμε τὸ παράδειγμα ὅπου ὁ ἀνήμπορος (ἀφοῦ ἡ Ἀριστερὰ ἔχασε καὶ τὸ 1949 καὶ τὸ 1991) γίνεται μνησίκακος – χαιρέκακος, παρηγορούμενος μὲ τὴν σκέψη ὅτι δὲν ἐξευτελίστηκε μόνον αὐτός, μὰ καὶ ὁ Ἐχθρός. Ἔτσι, ξανὰ δείχνεται ὁ ἀντιεθνολαϊκισμὸς ὡς ἡ κατεξοχὴν μνησικακία καὶ μοναδικὸ εὕρημα στὴν Ἑλλάδα τοῦ «ἐθνολαϊκισμοῦ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι». Ὅπως καὶ ἄλλοι ποὺ ἀνακάλυψαν ὄψιμα τὸν τροχό, τὸ κείμενο ἀνακάλυψε τὸν ρόλο τῆς τηλεόρασης. Ἡ τηλεόραση, βεβαίως, μόνο «ἐκκλησιαστικὴ» δὲν ἦταν –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὶς σειρὲς τοῦ MEGA– στὴ δεκαετία τοῦ ’90. Τὰ «ἐλᾶτε ὅπως εἶστε» τοῦ Χριστόδουλου δὲν ἦταν ἀμερικανικὸς τηλευαγγελισμός (ἐκτὸς κι ἂν τὰ τοπικὰ κανάλια θεωρηθοῦν τόσο μεγάλης ἐπίδρασης), ἀφοῦ περισσότερο οἱ ἀρχαιολάτρες («Ε» κ.λπ.) κυριαρχοῦσαν στὰ ἰδιωτικὰ τοπικὰ κανάλια παρὰ οἱ ὀρθόδοξοι ἱεροκήρυκες, ἦταν μιὰ προσπάθεια ἐκσυγχρονισμοῦ σὲ ἐπιμέρους ζητήματα (ἀμφίεση / μόδα) ἢ μιὰ ἀποτυχημένη προσπάθεια νὰ διασωθοῦν τὰ βασικὰ μπροστὰ σὲ ὅ,τι ἐρχόταν (καὶ ἦρθε). Τέλος, προστίθεται στὸ κείμενο καὶ ἡ ἀπαραίτητη σάλτσα τῆς «ἐπινόησης», σύμφωνα μὲ τὴν τελευταία λέξη τῆς φιλοσοφικῆς μόδας.

Ἡ Θεσσαλονίκη, ἀγαπημένος στόχος τῶν ἁπανταχοῦ ἀθηνοκεντρικῶν καὶ «μορφωμένων», ἀνατέμνεται ψυχολογίστικα μὲ ἀναφορὲς στὶς «ματαιώσεις» καὶ τὶς «ἀπογοητεύσεις» τῶν κατοίκων της. Ὑποτίθεται ὅτι οἱ κάτοικοι πίστευαν ὅτι θὰ γίνονταν πρωτεύουσα τῶν Βαλκανίων, κι ἔπειτα ἀπογοητευθέντες ἔγιναν ἐθνολαϊκιστές, μνησίκακοι καὶ μίζεροι. Φυσικά, τέτοια περισπούδαστα ὁράματα ἐξαγγέλθηκαν ἀπὸ λίγους γιὰ λίγους. Φανφάρες πολιτικάντηδων καὶ ἄλλων, δὲν ἐνδιέφεραν κανέναν. Ἡ ἀποβιομηχάνιση ἦταν μεγάλη, ἀλλὰ ἀντίστοιχη ἦταν ἡ μοίρα ὅλης τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας ἀπὸ τὸ 1979-81 κ.ἑ. Κυττώντας, μάλιστα, τὸ κείμενο αὐτό (γραμμένο τὸ 2005) ἀπὸ τὴ σκοπιὰ μιᾶς κοινωνίας μετὰ τὴν Κρίση, εἶναι νὰ εὐθυμεῖ καθένας μὲ τὶς μελαγχολικὲς διαπιστώσεις γιὰ «διάψευση ποὺ ἦρθε γρήγορα» κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ ’90, ποὺ ἦταν στὴν πραγματικότητα μιὰ ἐποχὴ παχιῶν ἀγελάδων. Οἱ καημένες καμμένες ἐλπίδες τῶν γιατρῶν καὶ τῶν ἄνεργων δικηγόρων δὲν ἦταν Θεσσαλονικιώτικο χαρακτηριστικό, ἦταν ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀποβιομηχανοποιημένης ἑλληνικῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε αὐξήσει τοὺς εἰσακτέους στὰ ΑΕΙ. Καὶ πάλι, τὸ μοτίβο τοῦ γενικοῦ ποὺ παρουσιάζεται ὡς εἰδικὸ κάνει γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴν παρουσία του στὸ κείμενο. Γιὰ νὰ εὐθυμήσουμε ξανά: Ὅτι ὁ ΠΑΟΚ ἀδικήθηκε, ναί, ὡς ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος ἐπαρχιώτης κ.ο.κ.· ἀλλὰ ἡ ἰδεολογικοποίηση τῆς μνησικακίας κ.λπ. εἶναι πολὺ ἐπιφανειακὴ ὡς ἑρμηνεία.

Πολὺ ὡραῖο εἶναι τὸ κομμάτι γιὰ τὸν «εθνολαϊκισμό της εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη», τὸ κέντρο τοῦ νεοελληνικοῦ Κακοῦ, ὡς τόπο ὅπου αὐτὸ εἶναι χημικὰ καθαρότερο (προσωπικά, τὴν Ἀθήνα βλέπω ὡς τέτοια), κατὰ τὶς σύμφωνες γνῶμες τῆς ἀθηναϊκῆς χαβούζας – Πειράματος καὶ τῶν ἐξόριστων στὴν Ἑλλάδα Ἑλληνοδυτικῶν. Ἐπιστρατεύονται λίγο ἀποφατικὸς Λακὰν καὶ λίγο παλαιολιθικὸς Ἀλτουσέρ, κι ἀναμειγνύονται μὲ τὸν Χριστόδουλο καὶ καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς ΑΠΘ (μαζὶ μὲ Γιανναρᾶ, προηγουμένως!), καὶ ἡ κατάσταση ξεκαθαρίζει. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος γίνεται ἰδεολογικὸς λόγος (!), καὶ νομίζει κάποιος ὅτι στὸ σημεῖο αὐτὸ διαβάζει Κάντ. Ἡ «ἀναγνώριση», ἡ «υποταγή στο Yποκείμενο» καὶ ἡ «αναγνώριση του υποκειμένου από τον εαυτό του» σχηματίζουν μιὰ πρωτόγνωρη κατάσταση: Ἡ παράδοση περνᾶ μέσα ἀπὸ Ὀρθοδοξία κ.λπ., καὶ παραφράζοντας τὸ κείμενο, αὐτὴ εἶναι μιὰ «διαπίστωση που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μόνο αναφωνώντας: καθόλου προφανές! Ποτ! Σὲ καμμία περίπτωση! ἂν εἶναι δυνατόν!». Ἡ Ὑποταγή ξεπροβάλλει ὡς κίνδυνος· ἀρκεῖ ποὺ δὲν εἶναι ὁ «ὀρθολογισμὸς» καὶ ὁ «πολίτης», γιὰ νὰ δοῦμε τὸ «Ὑποκείμενο» (τὴν Ἐκκλησία) ὡς κίνδυνο. Ἐπίσης καινοφανὴς κι ἐπικίνδυνη θεωρεῖται ἀπὸ τὸ κείμενο ἡ διαπίστωση τοῦ Χριστόδουλου γιὰ τὴν προτεραιότητα τοῦ Τοπικοῦ ἔναντι τοῦ Διεθνοῦς, ἀφοῦ ξέρουμε ὅτι στὴ Δύση ὁ κανόνας εἶναι νὰ εἶσαι πρῶτα Εὐρωπαῖος καὶ μετὰ Γάλλος, Ἰρλανδὸς κ.λπ.! Ἔχουμε τὴν όφθαλμαπάτη τοῦ Ἑλληνοδυτικοῦ, ποὺ βλέπει ὡς ἕνα πράγμα τὴ Δύση.

Ἡ Ἐκκλησία χάρη στὴ διαμάχη μὲ τὸν ἐκπρόσωπο τοῦ Ἐκσυγχρονισμοῦ γιὰ τὶς ταυτότητες «εισβάλλει στη σφαίρα της εθνικιστικής ιδεολογίας», στὴν ὁποία ὣς τότε κατοικοῦσαν ἄγνωστο ποιοί. Ἐπαναλαμβάνονται λακανικοὶ χρησμοὶ περὶ «ἐπιθυμίας καὶ ἀπόλαυσης»· μένει κάποιος μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι ἕως τὴ διαμάχη γιὰ τὶς ταυτότητες ἀπουσίαζε «ἡ φαντασιακὴ ταύτιση μὲ τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα» κι ὅτι ἕως τότε ὁ πιστὸς δὲν «ἀπολάμβανε» τὴν συμμετοχή του σὲ μιὰ κοινότητα· ἔπρεπε νὰ ἔρθει ἡ τηλεόραση κι ὁ τηλευαγγελιστὴς Χριστόδουλος γιὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψει. Κενολογίες τέτοιου εἴδους εἶναι δύσκολο νὰ ἀπαντηθοῦν, γιατὶ προϋποθέτουν μιὰ ἀπόλυτη ἀσχετοσύνη μὲ αὐτὸ ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἀναλύουν.

Δὲν λείπουν καὶ οἱ (ὅπως μᾶς συμφέρει, βλ. ἀμέσως παρακάτω) μαξιμαλιστικές, ἀραχνιασμένες σπόντες περὶ ἀγάπης ποὺ ἀφορᾶ [μόνο] «όλους όσους, βέβαια, μας μοιάζουν». Ἀναμενόμενο τὸ μένος γιὰ τὴν «Ἀγάπη» ὡς ἔννοια, καὶ κοινὸς τόπος τῆς Ἀριστερᾶς (Καστοριαδικῶν, Μαρξιστῶν κ.λπ.) καὶ τῶν Ναζί. Μιλᾶμε γιὰ πολλοὺς ἀριστεροὺς ἀνθρώπους, ποὺ στὰ νειάτα τους «διάβαζαν» Διαλεχτὰ Ἔργα, ὅταν τὸ ’70 καὶ τὸ ’80 ἐκτελοῦνταν στὸ Τεῖχος ἢ στὰ ἑλληνοαλβανικὰ σύνορα οἱ «ἀντιφρονοῦντες» καὶ οἱ διωκόμενοι φυγάδες «πρόσφυγες», ἀλλὰ ποὺ τὸ 2015 –οἱ ἴδιοι Διαλεχτοὶ Ἀριστεροί– ἀνακάλυψαν καὶ διακήρυξαν τὸ δικαίωμα τοῦ «διωγμένου» νὰ περνᾶ τὰ σύνορα κρατῶν χωρὶς νὰ πυροβοληθεῖ, καὶ μάλιστα ἔκαναν καὶ κάνουν κήρυγμα «πραγματικῆς (ὄχι ὑποκριτικῆς) Ἀγάπης». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνυπόκριτη, μαξιμαλιστικὴ Ἀγάπη γιὰ τὴν ἔλλειψη τῆς ὁποίας κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιὰ ὑποκρισία.

Τὸ κείμενο «Ἐθνολαϊκισμὸς καὶ Θεσσαλονίκη» εἶναι πραγματικὰ γεμᾶτο κλισέ, καὶ ἀπὸ γενικολογίες ποὺ παρουσιάζονται ὡς εἰδοποιὰ στοιχεῖα συγκεκριμένων καταστάσεων· ἡ μνησίκακη διάθεση τοῦ κειμένου κατηγορεῖ «ὅσους δὲν εἶναι σὰν κι αὐτήν» ὡς μνησίκακους· διαφαίνεται ἡ πολιτισμικὴ ἐμπάθεια κι ἔλλειψη κατανόησης (κι ἐνδιαφέροντος γιὰ κατανόηση) αὐτῆς. ‘Ἐπίσης ὑπάρχει μιὰ παράλογη ἐμμονὴ μὲ τὴν ἀνάλυση μὲ ὅρους ψυχολογικοὺς τοῦ ἔθνους κ.ἄ. Δηλαδή, μὲ αὐθαιρεσίες πρώτου βαθμοῦ, μὲ ταξινομήσεις ἀναπόδεικτες, μὲ γενικολογίες (τὸ ἔθνος ποὺ ἐξηγεῖται ὡς Ὄνειρο: ἐνῶ ἡ Ἀριστερὰ ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη κοινότητα δὲν ἐξηγεῖται ὁμοίως). Ἡ χρήση τέτοιων ἑρμηνειῶν δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς πρόκειται γιὰ κάτι πολὺ σπουδαῖο. Ὅπως ὅμως ἀναφέραμε στὴν ἀρχή, ὁ ὅρος ἦταν τόσο ποθητός, ὥστε ἔγινε τῆς μόδας.

Βλέπουμε τὶς ἀναθυμιάσεις ἀπὸ τὸν βοῦρκο τῶν ἀριστεροφιλελεύθερων χλευαστῶν τοῦ ἔθνους. Ἡ ψηλὴ μύτη τους δὲν πέφτει μὲ τίποτε, ἡ μνησικακία εἶναι ἀγιάτρευτη. Οἱ φασίστες, βλέπεις, σκοτῶσαν τὸν παππού τους, καὶ πρέπει οἱ ἐγγονοὶ τοῦ φονευθέντος νὰ μᾶς σκοτώσουν συλλογικὰ καὶ συμβολικά. (Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἀπογόνους τῶν «σκοτωμένων ἀπὸ κονσερβοκούτι».) Ἐμᾶς, τοὺς κατὰ πολὺ περισσότερους, τῶν ὁποίων τοὺς προγόνους ἔπρηξαν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐπὶ Ἐμφυλίου, δὲν θὰ μᾶς λογαριάσει κανείς. Ἔστησαν ἕνα βάθρο στὸ βόθρο καὶ μιλώντας ἀκαταλαβίστικα παίρνουν τὴν ἐκδίκησή τους. Εἶναι Ἡμίθεοι μεταξὺ ἡμιόνων. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς παρηγορήσει εἶναι νὰ γίνουμε χαλὶ νὰ μᾶς πατᾶνε μὲ λύσσα. Νὰ χαίρονται κάθε φορά, μὲ τὰ πράιντ, τὴν ἀπώλεια τῆς Μακεδονίας, τὴν ἰσλαμοποίηση τῶν πόλεων. Δαιμονίζονται ἀπὸ χαρὰ μὲ τέτοια πράγματα.

 

This entry was posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, πολυπολιτισμός, φιλελεύθεροι, φιλοσοφίες, Αριστερά, Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, κοινωνία and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s