Π. Κονδύλης (11-7-1998), εἴκοσι χρόνια μετά

Ἀπὸ τὸν Εὐρωπαϊκὸ Διαφωτισμό:

Θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ἐπιφανειακὸ νὰ ἀποδώσουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ στὴ γενικὴ ἀναβίωση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας κατὰ τὴν Ἀναγέννηση. Γιατὶ πρῶτα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσουμε γιὰ ποιὸν λόγο οἱ ἀρχαῖοι σκεπτικοὶ προκάλεσαν τὸ ἐνδιαφέρον. Ἐπίσης, εἶναι πολὺ μονομερές –ἴσως καὶ παραπλανητικό– τὸ νὰ θεωρεῖται ὡς μόνη πραγματικὴ αἰτία τῆς γένεσης καὶ τῆς ἐξάπλωσης τοῦ πρώιμου σκεπτικισμοῦ τῶν Νέων Χρονων, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπανανακάλυψη τοῦ Σέξτου, ἡ πνευματικὴ κρίση ποὺ δημιούργησε ἡ Μεταρρύθμιση. Τὸ προτεστατνικὸ αἴτημα, ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ ἀτόμου πρέπει νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς Γραφῆς, ὁδήγησε ἀναμφίβολα σὲ χάος ἑρμηνειῶν καὶ ἔτσι, ἔμμεσα, καὶ στὸν σκεπτικσιμό […]. Ὅμως, ἡ διαμάχη τούτη οὔτε ἐμπεριέχει οὔτε καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν οὐσιαστικὴ πλευρὰ τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ. Γιατὶ ἐδῶ ἀπαιτεῖται μονάχα ἡ ἐξάλειψη τοῦ σκεπτικισμοῦ διαμέσου τῆς ἰσχύος μιᾶς ἀρχῆς (τῆς Ἐκκλησίας), ἡ ὁποία, ὡστόσο, θεωρεῖται κάτοχος τῆς ἀλήθειας. Ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ πρακτικὴ σημασία τῆς ἀλήθειας δὲν ἀμφισβητοῦνται μέσα στὴν ἀναμέτρηση τῶν θρησκευτικῶν ὁμολογιῶν ἀπὸ καμιὰ παράταξη· ἀμφισβητεῖται μόνο τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντιπάλου νὰ μιλᾶ στὸ ὄνομά τους. […] Πραγματικὸς σκεπτικισμὸς μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ἐδῶ μονάχα στὸν νοῦ ἑνὸς τρίτου, ὁ ὁποῖος εἴτε εἶναι ἀμέτοχος παρατηρητὴς εἴτε κάποιος ποὺ ζητᾶ καί (ἀκόμη) δὲν βρίσκει.

Θὰ πλησιάσουμε πολὺ περισσότερο στὴ σύλληψη τῶν εἰδοποιῶν γνωρισμάτων τοῦ νεότερου σκεπτικισμοῦ, ἂν θεωρήσουμε τὴν ἐποχὴ τῆς Μεταρρύθμισης καὶ τῶν θρησκευτικῶν πολέμων ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τοῦ μόλις γεννώμενου σύγχρονου κράτους. Γιὰ νὰ τερματίσει τὸ χάος τῶν θρησκευτικῶν πολέμων, τὸ ἀπολυταρχικὸ κράτος ἔπρεπε νὰ θέσει μὲ ἀποφασιστικότητα στὸ περιθώριο τὸ πρόβλημα τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀνεξιθρησκεία καὶ ἡ εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν πολιτῶν, μὲ σκοπὸ τὴ συντήρηση καὶ αὔξηση τῆς κρατικὰ ὀργανωμένης ἰσχύος τῆς κοινότητας ἀπέναντι σὲ ἄλλες κοινότητες, γίνονται δυνατὲς μονάχα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ κράτος παραιτεῖται ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς «μόνης ἀληθινῆς» θρησκείας πάνω στοὺς ὑπηκόους του. Τὸ κύρος του δὲν ἔγκειται στὸ ὅτι βρίσκει «τὴν» ἀλήθεια καὶ τὴν κάνει δεσμευτική, ἀλλά, ἀπεναντίας, στὸ ὅτι παρακάμπτει τὴν ἀλήθεια, κηρύσσοντάς την ἰδιωτικὴ ἀπόφαση. Ἡ θέση τοῦ Hobbes: «Ἡ ἐξουσία καὶ ὄχι ἡ ἀλήθεια δημιουργεῖ τὸν κόσμο» προετοιμάζεται, καθὼς εἶναι γνωστό, ἀπὸ τὶς θέσεις τῶν Γάλλων Politiques, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸν παραμερισμὸ τοῦ προβλήματος τῆς ἀλήθειας γιὰ χάρη τῆς εἰρήνευσης τοῦ κράτους. Ὁ παραμερισμὸς αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ τὸ οὐσιαστικὸ σημεῖο ἐπαφῆς μὲ τὸν σκεπτικισμό· δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς θερμότερους ὑποστηρικτὲς τοῦ ἀπολυταρχικοῦ κράτους στρατολογήθηκαν ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς κύκλους τῶν σκεπτικιστῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπογράμμιζαν τὴ σχετικότητα καὶ παροδικότητα τῆς ἑκάστοτε ἠθικῆς καὶ ἀλήθειας, ὅπως καὶ τὸν πεπερασμένο χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης νόησης στὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Ἡ ὑποταγὴ τοῦ προβλήματος τῆς ἀλήθειας στὶς ἀνάγκες τοῦ κράτους (ὡς φορέα ἰσχύος) συναρτᾶται, πάλι, στενὰ μὲ τὸ ἐπίμαχο θέμα τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὸν μακιαβελλισμό (ὡς θεωρία τοῦ κράτους ἰσχύος) καὶ τῆς σκεπτικιστικῆς τοποθέτησης. Προπαντὸς οἱ συντηρητικοὶ συνήθιζαν, ὅπως ἦταν φυσικό, νὰ ταυτίζουν μακιαβελλισμό, σκεπτικισμό, ἀνηθικισμὸ καὶ ἀθεϊσμό. Μολονότι μιὰ τέτοια ἀδιαφόριστη θεώρηση περιέχει ἕναν ἀληθινὸ πυρήνα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ψυχρὴ χρησιμοποίηση τῆς θρησκείας ἐκ μέρους τοῦ κυριάρχου, καὶ γιὰ τοὺς δικούς του σκοπούς, προϋποθέτει ἀκριβῶς τὴν ἀδιαφορία τόσο ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια τῆς ἑκάστοτε θρησκείας, ὅσο καὶ ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῆς ἀλήθειας γενικά. (Καὶ οἱ πιστοὶ συνδέουν συχνά, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, τὴν ὑπεράσπιση τῆς πίστης τους μὲ τὴν ἐπιδίωξη συγκεκριμένων πολιτικῶν σκοπῶν, στὴν περίπτωση αὐτὴ ὅμως γεννιέται φανατισμὸς καὶ ὄχι ὁ σκεπτικισμὸς ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε ἐδῶ.) Σὲ μερικὲς ἐξίσου περιβόητες ὅσο καὶ διαβόητες σελίδες ὁ Machiavelli εἶχε ἐξάρει τὴ σημασία τῆς θρησκείας γιὰ τὴν πειθάρχηση τῆς κοινωνίας καὶ γιὰ τὴν ἐπίτευξη πολιτικῶν, γενικά, σκοπῶν ἀπὸ σκοπιὰ καθαρὰ πραγματιστικὴ-λειτουργική. Ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονταν τὴ στενὴ συνάφεια μακιαβελλισμοῦ καὶ ἀθεϊσμοῦ, καυτηρίαζαν προπαντὸς τὴν καθαρὰ πολιτικὴ χρησιμοποίηση τῆς θρησκείας, δὲν τὸ ἔκαναν, ἴσως, τόσο γιατὶ σκανδαλίζονταν ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Machiavelli ὡς πρὸς τὴν ἀνικανότητα τοῦ ἀκοσμικοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ἐνισχύσει τὸ πατριωτικὸ φρόνημα, ὅσο ἐξαιτίας τῆς πεποίθησής του, ὅτι ἀκόμη καὶ ψευδεῖς θρησκεῖες ἢ θρησκευτικὲς δοξασίες, δημιουργημένες ἀπὸ τὶς ἀπάτες καὶ τοὺς ψυχροὺς ὑπολογισμοὺς ἑνὸς κυριάρχου, θὰ μποροῦσαν θαυμάσια νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἑκάστοτε ἐπιθυμητὴ λειτουργία. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀναγωγὴ τῆς θρησκείας στὴν πολιτικὴ χρησιμότητα, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς θρησκείας, δὲν μποροῦσε νὰ συγχωρέσει ὁ Campanella στὸν Machiavelli καὶ στοὺς Politiques. Καὶ πράγματι, τὸ χάσμα ἦταν ἀγεφύρωτο.

 

Ἕνα κενὸ ποὺ δὲν ἀναπληρώνεται μὲ τίποτε στὴν ἀριστερὴ Ἑλλάδα.

Τὸ πατρικὸ τοῦ Παναγιώτη Κονδυλη:

greece_2009_061

This entry was posted in φιλοσοφίες, Δύση, αθεϊσμός and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s