Π. Κονδύλης: ἡ κριτικὴ τῆς Μεταφυσικῆς

Ἡ ὀπτικὴ ἀπάτη ὅτι ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ. ὑπῆρξε στὸ σύνολό της ρηξικέλευθη μέσα στὴν ἱστορία τῶν ἰδεῶν ὀφείλεται σὲ μιὰ σύγχιση ἀνάμεσα στὰ περιεχόμενα καὶ τὶς δομὲς τῆς σκέψης, ἀπὸ τὴ μιά, καὶ στὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα καὶ τὴν διάδοση τῶν ἰδεῶν, ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἀναμφισβήτητα, στὸν 19ο καὶ στὸν 20ὸ αἰ., διαδόθηκαν στὸ πεδίο τῆς κριτικῆς τῆς μεταφυσικῆς περισσότερες (ριζοσπαστικές) ἰδέες παρὰ ποτέ. Τὸ μένος μὲ τὸ ὁποῖο ἀσκήθηκε κριτικὴ στὴν μεταφυσικὴ εἰδικὰ μετὰ τὸ 1850, στράφηκε κατὰ πρῶτο λόγο ἐνάντια στὶς προσπάθειες μιᾶς ἰδεολογικῆς παλινόρθωσης, συνεπικουρούμενης ἀπὸ μιὰ θρησκευτικὰ προσανατολισμένη, ἂν ὄχι χριστιανικὴ-ἀπολογητική, μεταφυσική. Κοινωνιολογικά, ἡ κριτικὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ grosso modo μὲ βάση τὴν ἄνοδο τῆς βιομηχανικῆς ἀστικῆς τάξης, μιὰν ἄνοδο ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ραγδαία ἀνάπτυξη τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται κι εὐδοκιμεῖ μιὰ ἀστικὴ τάξη τῆς μόρφωσης, ἡ ὁποία ἀπορρίπτει τὶς θρησκευτικὲς δεσμεύσεις κι ὑποστηρίζει προγραμματικὰ τὴν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς προόδου, ἐνῶ συνάμα ὑψώνουν τὴ φωνή τους ὅλο καὶ περισσότερο, κατὰ πολύ ριζοσπαστικότερες κοσμοθεωρητικὰ καὶ πολιτικὰ ὁμάδες διανοουμένων, οἱ ὁποῖες χαιρετίζουν τὶν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς σὲ μιὰ προοπτικὴ διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἀστικῆς τάξης, συνδέοντας τὴν ἀποπνευμάτωση κι ἐξουσίαση τῆς φύσης μ’ ἐπαναστατικὰ-χειραφετητικὰ αἰτήματα.

[…]

Τὸ ἀποφασιστικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῶν ἰδεῶν τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰ. ἦταν ἡ ἐξέλιξη τῶν ἐπιστημῶν τοῦ πνεύματος καὶ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἐνῶ, συγχρόνως, τὴν σημασία τῶν δεύτερων μέσα στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πλατύτερων μαζῶν τὴν ἔκαμε αἰσθητὴ κυρίως ἡ ἰλιγγιώδης πρόοδος τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς τεχνικῆς. Ἡ ἐμφάνιση τῆς νεότερης φυσικῆς ἐπιστήμης εἶχε ἤδη σφραγίσει τὴν πνευματικὴ φυσιογνωμία –μολονότι ὄχι ἀκόμα τὴν καθημερινότητα– τοῦ 17ου αἰ., καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε μιὰ ἀναδόμηση τῆς φιλοσοφίας γενικὰ καὶ τῆς μεταφυσικῆς εἰδικότερα ἦταν ἀναπόδραστη.

[…]

Στὸν 19ο καὶ στὸν 20ὸ αἰ., –ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν θνησιγενὴ φυσικὴ φιλοσοφία τοῦ Hegel–, ἔγιναν ἐπίσης κάποιες βραχύβιες κι ἀποσπασματικὲς προσπάθειες νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ μεταφυσικὴ σκοπιὰ τὰ πορίσματα τῶν φυσικῶν συστημάτων καὶ νὰ ἐνταχθοῦν, ἔστω καὶ ἀδέξια, στὰ πλαίσια μεταφυσικῶν συστημάτων ἢ νὰ τεθοῦν στὴν βάση τους. Τὸ συμπλησίασμα ὅμως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ ἀντιπάλους τῆς παραδοσιακῆς μεταφυσικῆς…

[…]

Ἀξιόλογο «κύμα» μεταφυσικῆς ἐμφανίστηκε μονάχα μετὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀκόμα καὶ τότε ὅμως οἱ σκοπούμενοι στόχοι ἦσαν μᾶλλον ἀρνητικοί (καταπολέμηση τοῦ σχετικιστικοῦ ἱστορισμοῦ, τοῦ ἐπιστημονισμοῦ καὶ τῆς συρρίκνωσης τῆς φιλοσοφίας σὲ γνωσιοθεωρία καὶ μεθοδολογία) καὶ πίσω ἀπ’ τὸ αἴτημα τῆς νεκρανάστασης τῆς μεταφυσικῆς βρίσκονταν συχνὰ θρησκευτικὰ κίνητρα. Ἔτσι κι άλλιῶς, ἡ ἐκ μέρους τοῦ θετικισμοῦ σφοδρὴ ἀπάντηση σὲ τοῦτο τὸ κύμα δὲν ἄργησε νὰ δοθεῖ, ὥστε μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ἡ μεγάλη νοσταλγία γιὰ μεταφυσικὴ ἐξέλιπε κι ὁ νικηφόρος ὄψιμος φιλελευθερισμὸς μπόρεσε νὰ ταυτιστεῖ ἰδεολογικὰ μ’ ἀντιμεταφυσικὲς τάσεις. Ἀκόμα καὶ σήμερα, ἐνῶ ὁ θετικισμὸς ἔχει ξεπεράσει ἐδῶ καὶ καιρὸ τὸ κορύφωμά του, τὰ «μεταφυσικὰ» ἐγχειρήματα βασίζουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ δύναμη καὶ τὸ καλό τους ὄνομα σὲ στοχασμοὺς ἐιστημολογικοῦ χαρακτήρα, ἐνῶ οἱ προσπάθειες ἀναζωπύρωσης τοῦ «μύθου» εὐδοκιμοῦν σ’ ἕνα κλίμα ἐπ’ οὐδενὶ μυθικό· δηλαδὴ σ’ ἕνα κλίμα σχετικισμοῦ καὶ νηφάλιου σκεπτικισμοῦ, τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει ἢ καὶ μάλιστα ἐνθαρρύνει κάθε εἴδους ἀκαταλόγιστο, μιὰ καὶ ἡ τεχνικὴ-ὀρθολογικὴ στάση στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ κοινωνικὴ ζωὴ δὲν ἀντιμετωπίζει κανέναν πρακτικῶς σημαντικὸ κίνδυνο ἢ ἀμφισβήτηση. Ἡ θεωρητικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀδυναμία τῆς μεταφυσικῆς τὰ τελευταῖα 150 χρόνια καταφαίνεται ὅμως προπαντὸς στὴν σιωπή της ἀπέναντι στὸ πρόβλημα τῶν ἀξιῶν. Τὴν παραδοσιακὴ μεταφυσικὴ τὴν ἔτρεφε ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι συνέδεε τὸ ὀντολογικὸ μὲ τὸ ἀξιολογικὸ πρόβλημα ἢ ὅτι ἀντλοῦσε πρακτικῶς δεσμευτικὲς ἀξίες ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιὰ τὴν ὑφὴ τοῦ Ὄντος ἢ τοῦ Ὑπερβατικοῦ. Μετὰ τὴν κατάρρευσή της, κανεὶς ἀπ’ ὅσους αὐτοπαρουσιάστηκαν ὡς μεταφυσικοὶ δὲν τόλμησε νὰ καταπιαστεῖ συστηματικὰ μ’ ἕνα τέτοιο ἔργο: ἡ (μὴ θρησκευτική) θεμελίωση τῆς ἠθικῆς πραγματοποιεῖται ἐδῶ καὶ καιρὸ σ’ ἐμμενῆ ἐρείσματα, καὶ καποιες σημερινὲς ἀπόπειρες ὑποτύπωσης μιᾶς ἀξιολογικῆς μεταφυσικῆς θυμίζουν περισσότερο ἐρασιτεχνισμοὺς κι ἀξιοπερίεργα.

Ἀπέναντι σὲ μιὰ δισταχτικὴ κι ἀόριστη μεταφυσική, ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς, μέσα σὲ μιὰν ἐκτενῶς ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, μπόρεσε ν’ ἀναπτυχθεῖ σχεδὸν ἀνεμπόδιστα, συνάμα ὅμως παρέμεινε ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενό της μέσα στὰ πλαίσια ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν χαραχτεῖ ἤδη νωρὶς ἀπὸ τὴν γενικὴ τάση τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῶν Νέων Χρόνων.

[…]

Ἂν ἐκληφθεῖ στὴν ὀνομαστική της ἀξία, ἡ ἀντίληψη ὅτι στὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει μιὰ ἀνεκρίζωτη μεταφυσικὴ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐκφραζεται κατ’ ἐπανάληψη καὶ μὲ ἀναγκαιότητα σὲ μεταφυσικὰ συστήματα σκέψης ἢ σὲ μεταφυσικὲς κοσμοθεωρίες, δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἀντίληψη κριτικὴ πρὸς τὴν μεταφυσική· προβάλλει μάλιστα μὲ τὴν ἀξίωση νὰ τὴν ὑπερασπιστεῖ ἐνάντια σὲ κάθε κριτικὴ καὶ πρόρρηση τοῦ τέλους της μ’ ἐπιχειρήματα ἔσχατα καὶ θεμελιωμένα στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη οὐσία. Περιέχει ὡστόσο ἕνα παράδοξο, παραπέμπει δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο προκειμένου νὰ νομιμοπποήσει ἀποφάνσεις οἱ ὁποῖες τὸν ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ καὶ θέλουν νὰ συλλάβουν τὸ Ὂν ὡς Ὅλο· ἔτσι ὅμως δὲν ἐξηγεῖται γιατί τοῦτος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὀφείλει πάντα καὶ παντοῦ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἴδια ἀνάγκη γιὰ μεταφυσική, μπόρεσε νὰ δημιουργήσει τόσα πολλὰ ἀποκλίνοντα, καὶ μάλιστα συγκρουόμενα μεταξύ τους, εἴδη μεταφυσικῆς. Μπορεῖ φυσικὰ ν’ ἀπαντήσει κανεὶς στὸ ἐρώτημα λέγοντας ὅτι ἡ διαρκὴς τούτη ἀνάγκη παραμένει ἀρκετὰ πλαστική, ὥστε νὰ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὰ πιὸ διαφερικὰ περιεχόμενα -σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὅμως, θὰ πρέπει νὰ γίνει δεκτὸ ὅτι ἡ μεταφυσικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει δεσμευτικὸ περιεχόμενο, τέτοιο ποὺ νὰ εθωρεῖται σίγουρη γνώση τοῦ Ὄντος. Εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, ἡ ἀντίληψη περὶ μεταφυσικῆς ἀνάγκης τοῦ ἀνθρώπου πρέπει ἀναγκαστικά, κατὰ τὴν προσπάθειά της νὰ διασώσει γενικὰ τὴν μεταφυσική, νὰ τὴν καταστήσει ὅσον ἀφορᾶ στὸ περιεχόμενό της σχετική. Ἐξαιτίας τῆς ἀναγκαστικῆς ἀδιαφορίας της ἀπέναντι στὰ ἑκάστοτε περιεχόμενα τῆς μεταφυσικῆς, ὅμως, ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὶς ἐπιμέρους μεταφυσικὲς θεωρίες τὴν θεωρητικὴ ἐκείνη νομιμοποίηση τὴν ὁποία διεκδικοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνο ποὺ τὶς τρέφει, ὅτι δηλαδὴ περιέχουν ἀντικειμενικὲς ἀλήθειες γιὰ τὸ Ὄν, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεξάρτητες ἀπὸ ἁπλῶς ψυχολογικοὺς παράγοντες καὶ μεταβλητὲς προοπτικὲς. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἡ ἀντίληψη τούτη συνυφαίνεται ὀργανικὰ μὲ τὴν αὐθεντικὴ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς –καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι διαμορφώθηκε ἀκριβῶς τότε, ὅταν ἡ παραδοσιακὴ μεταφυσικὴ εἶχε ἤδη καταρρεύσει· γεννήθηκε ὡς οἱονεὶ τελευταία γραμμὴ ἄμυνας τῆς μεταφυσικῆς, ἡ ὁποία δὲν μπρόρεσε ν’ ἀντέξει πάντοτε ἢ ἱκανοποιητικά, ἤδη ἐπειδὴ ἦταν ἀναγκασμένη νὰ δεχθεῖ a limine ὡς ἔγκυρο ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ἐπιχειρήματα τῆς κριτικῆς τῆς μεταφυσικῆς (δηλ. τὸ ἐπιχείρημα περὶ τοῦ αὐθαίρετου χαρακτήρα τῶν μεταφυσικῶν περιεχομένων).

[…]

Στὶς σύγχρονες ἐκκοσμικευμένες κοινωνίες, οἱ ἀξιώσεις ἰσχύος ποὺ ἐκφράζονται μέσῳ ὑπερεμπειρικῶν ἀποφάνσεων χρειάστηκε, ἐξαιτίας τῆς καθολικῆς κοσμοθεωρητικῆς ἀνατροπῆς, ν’ ἀναζητήσουν ἕνα ἄλλο πεδίο ἐκδίπλωσης, τὸ ὁποῖο, ἐξαιτίας τῆς ἀντίθεσής του μὲ τὸ παλιὸ Ὑπερβατικό, ὀνομάστηκε «ἐμμενές»· ἔτσι, ἡ ἔννοια τῆς μεταφυσικῆς ἐπέζησε τῆς κατάρρευσης τοῦ Ὑπερβατικοῦ αὐτοῦ. Τὸ ἂν τὸ Ὑπερβατικὸ μὲ τὴν παλιὰ ἔννοια πρόκειται νὰ ξανακερδίσει κάποια μέρα τὴν παλιά του αἴγλη, αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξέρουμε. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὶς πιθανὲς μεταβολὲς ἢ ἀναδομήσεις τῶν περιεχομένων τῆς μεταφυσικῆς σκέψης, τίποτα δὲν ἀποκλείεται. Τὸ μόνο ποὺ ἀποκλείεται εἶναι τὸ νὰ στερέψουν οἱ πηγὲς τῆς μεταφυσικῆς σκέψης -ἡ ἀξίωση ἰσχύος ἐκείνη ἡ ὁποία ἀρθρώνεται ὡς ὑπέρβαση τῆς ἐμπειρίας ἐν ὄψει τῆς συγκροτησης ἑνὸς πολεμικὰ τελεσφόρου θεωρητικοῦ Ὅλου.

Ἤ: Μηδὲν σὺν Μηδὲν ἴσον μὲ Μηδέν

Υ.Γ. Προφανῶς, μόνο ὅταν ἡ «τεχνικὴ-ὀρθολογικὴ στάση στὴν ὁποία βασίζεται ἡ κοινωνικὴ ζωὴ» κινδυνεύσει ἐξαιτίας τῶν Χριστιανῶν, θὰ τοὺς πάρουν στὰ σοβαρά, θὰ νοιώσουν ἀπειλούμενοι καὶ θὰ λάβουν μέτρα οἱ λοιποί. Ὅπως μὲ τὶς θυσίες. Ὅπως σήμερα ἡ πραγματικότητα ἀποδεικνύει, ἐξαιτίας τῶν Χριστιανῶν, τὴν ἀνυπαρξία θεοῦ, ἔτσι μπορεῖ αὔριο νὰ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξή του -ὅπως, παρομοίως, μιὰ μέρα ἀποδείχτηκε «στὴν πραγματικότητα» ὅτι οἱ θεοὶ τῆς Ρώμης ἦταν ἕνα τίποτε. Εἰδάλλως, ὅπως γράφει ἀλλοῦ ὁ Π.Κ., στὴ μαζικὴ δημοκρατία δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ὁμολογεῖ πίστη στὰ μάγια καὶ τὰ  ἄστρα κι αὐτοῦ ποὺ δὲν τὰ παραδέχεται.

 

Advertisements
This entry was posted in φιλελεύθεροι, φιλοσοφίες, αθεϊσμός, επιστήμη and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s