Δύση, ἡ νεοελληνικὴ καχεξία, Παπαδιαμάντης

Γιὰ τὴ παρακμὴ τῆς Ἑλλάδας καὶ τὴν ἀσήμαντη συνεισφορά της στὸ εὐρωπαϊκὸ πολιτιστικὸ γίγνεσθαι ἔχει κάνει λόγο ὁ Κονδύλης ἐξαιρώντας τὴν ποίηση:

Ἡ νεώτερη Ἑλλάδα τίποτε δὲν προσέφερε στὴ θεωρητικὴ σκέψη ἢ στὸν τεχνικὸ πολιτισμό.

Ὅσα λέει γιὰ τὸν Νεοελληνικὸ Διαφωτισμὸ εἶναι ἀκόμη πιὸ διαφωτιστικά:

Ὁ νεοελληνικὸς Διαφωτισμὸς δὲν δημιούργησε πρωτότυπες φιλοσοφικὲς ἰδέες […] τάσεις (ποὺ) δανείστηκαν τὶς ἰδέες τους ἀπὸ ἀντίστοιχα εὐρωπαϊκὰ ρεύματα. Καὶ ὁ δανεισμὸς αὐτός, πάλι, ἐλάχιστα γόνιμος ὑπῆρξε, ἀπὸ τὴν καθαρὰ θεωρητικὴ ἄποψη, πολὺ περισσότερο γιατὶ οἱ ἑλληνικὲς πνευματικὲς ἀνάγκες ἦσαν μᾶλλον ἰσχνὲς καὶ μποροῦσαν νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἀπὸ δεύτερο καὶ τρίτο χέρι, ὅπως καὶ ἀπὸ ἔργα δεύτερης καὶ τρίτης σειρᾶς. […] Ἀνάλογος εἶναι καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς οἰκείας φιλοσοφικῆς παραγωγῆς τοῦ νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ: πρόκειται γιὰ συμπιλήματα καὶ πολυστρώματες, ἀντιγραφὲς ἀναξιόλογες ἀπὸ φιλοσοφικὴ ἄποψη, μὲ ἐξάρσεις λίγες καὶ ὁρατὲς μόνο καὶ μόνον ἐπειδὴ ὁλόγυρα τὸ ἐπίπεδο εἶναι ἀκόμη χαμηλότερο. Ἡ κρίση τούτη μπορεῖ νὰ φανεῖ σκληρὴ ἢ καὶ ὑβριστικὴ μόνο σὲ ὅποιο δὲν εἶναι κατὰ βάθος ἐξοικειωμένος οὔτε μὲ τὸν φιλοσοφικὸ προβληματισμὸ γενικὰ οὔτε μὲ τὸν εὐρωπαϊκὸ Διαφωτισμὸ ἰδιαίτερα· ἀποτελεῖ νηφάλια διαπίστωση, ἡ ὁποία ἄλλωστε ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴ γενικὴ φυσιογνωμία τῆς θεωρητικῆς σκέψης στὴν Ἑλλάδα τῶν τελευταίων ἑκατὸν πενήντα χρόνων· δὲν γράφηκε δηλ. κανένα ἔργο μὲ σοβαρὲς καὶ ρηξικέλευθες θεωρητικὲς ἀξιώσεις, παρὰ ἡ θεωρητικὴ παραγωγὴ πῆρε ἄλλοτε τὶς πιὸ κωμικὲς καὶ ἄλλοτε τὶς πιὸ σουλουπωμένες ὄψεις τοῦ ἐπαρχιωτισμοῦ. Ἡ συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἐμποδίστηκε μὲ τὴ σειρά της ἀπὸ ἐπίσης ἐπαρχιωτικὰ συμπλέγματα καὶ ἀπὸ ὑπεραναπληρωματικὲς ἐκλογικεύσεις, οἱ ὁποῖες εὐδοκίμησαν σὲ ἕνα περιβάλλον ὅπου κυριαρχοῦσε οὐσιαστικὴ ἄγνοια τῆς διεθνοῦς πνευματικῆς ζωῆς στὴ συνοχὴ καὶ στὴ μακρὰ συνέχεια τῶν ρευμάτων της, καὶ ὅπου ἐπίσης ἡ συχνὰ ταχύτατη ἄφιξη τῆς τελευταίας πνευματικῆς μόδας γεννοῦσε τὴν αὐτάρεσκη ψευδαίσθηση, ὅτι ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται κι αὐτὴ στὴν πρώτη γραμμὴ τῶν ἐξελίξεων. […] οἱ Νεοέλληνες διαφωτιστὲς ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν ρόλο γνοιάζονταν πρωταρχικὰ κι ὄχι γιὰ τὸ τὸ ποιὸν τῆς θεωρητικῆς τους συμβολῆς μὲ μέτρο σύγκρισης τὶς πιὸ προχωρημένες εὐρωπαϊκὲς φιλοσοφικὲς ἐπιδόσεις· βασική τους πρόθεση δὲν ἦταν ὁ ἐμπλουτισμὸς τῆς ἔρευνας, παρὰ ἡ ἐθνοφωτιστικὴ καὶ παιδαγωγικὴ συνεισφορά, γι’ αὐτὸ καὶ συχνότατα  γράφουν ἢ μεταφράζουν στοιχειώδη ἐγχειρίδια.

Κι ἀλλοῦ:

Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι ἡ νεοελληνικὴ ἐπιστημονικὴ συνεισφορὰ στὴ διερεύνηση τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ στάθηκε μηδαμινή. Ὑπῆρξαν βέβαια φιλόλογοι καὶ ἀρχαιολόγοι ἰσάξιοι πολλῶν καλῶν δυτικοευρωπαίων συναδέλφων τους (καὶ αὐτοὶ πάλι μποροῦν νὰ μετρηθοῦν στὰ δάκτυλα τοῦ ἑνὸς χεριοῦ), ὅμως ἀπὸ τὴ νεότερη Ἑλλάδα δὲν ἐκπορεύθηκε καμμιὰ συνολικὴ θεώρηση καὶ ἑρμηνεία τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ, ἱκανὴ νὰ ἐμψυχώσει καὶ νὰ ἐνεργοποιήσει πρακτικὰ τὸ κλασσικὸ-ἀνθρωπιστικὸ ἰδεῶδες σὲ διεθνὴ κλίμακα

Καὶ τὸ νεοελληνικὸ μυθιστόρημα:

Τὸ νεοελληνικὸ μυθιστόρημα περιγράφει κατὰ κανόνα τὴ μοίρα ἀτόμων ἀπὸ τὰ μεσαῖα στρώματα ποὺ συνθλίβονται μέσα σὲ συνθῆκες στενὲς καὶ μίζερες κάτω ἀπὸ τὴν πίεση ἀνεκπλήρωτων ὀνείρων καὶ μάταιων προσδοκιῶν· ἀκόμη καὶ ὅσοι φθάνουν ψηλά, πραγματώνοντας πρὸς στιγμὴν ὑπεραναπληρωτικὲς φαντασιώσεις ἰσχύος, περνᾶνε σὰν μετέωρα, χωρὶς νὰ ἀφήσουν πίσω τους ἕνα συγκροτημένο ἔργο ὡς κρυστάλλωση ἑνὸς συγκροτημένου προσώπου, παρὰ μονάχα σκόρπιες μνῆμες, σκόρπιες ἀγάπες καὶ σκόρπια μίση.

Ἐλάχιστη παραγωγή, ἰδεῶν καὶ ἀγαθῶν. Ἐλάχιστη συνεισφορὰ στὴν ἀρχαιογνωσία. Μικροαστικὴ μιζέρια, εἴτε νοικοκυραίικη εἴτε λόγια. Ἕνα παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ παραπάνω θεωρία τῆς νεοελληνικῆς ἀσημαντότητας καὶ τῆς τυφλῆς μίμησης τῆς Εὐρώπης καταπολεμᾶται καὶ ἀπὸ τὸν Καραμπελιά καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸν ψιλοκοροϊδεύουν*. Ἀλλὰ αὐτὸ μικρὴ σημασία ἔχει, ὅταν δὲν βλέπουμε τὸ προφανὲς τῆς καχεξίας καὶ ἀποτυχίας τοῦ ἀποχριστιανισμένου δυτικοῦ Νεοελληνισμοῦ, ποὺ εἶχε ὅλη τὴν ἐξουσία μετὰ τὸ 1831 (καμμιὰ παράταξη, κανεὶς ἡγέτης, δὲν ἀμφισβήτησε πολιτικὰ τὴν πρόσδεση στὸ νεότερο δυτικὸ πνευματικὸ πολιτισμό) νὰ ἐφαρμόσει τὸ πρόγραμμά του, ὥστε νὰ μᾶς προσφέρει αὐτὰ ποὺ ὑποσχόταν. Ἀσφαλῶς, τὸ ἐφάρμοσε χωρὶς ἐνδοιασμό, ὅσο τὸ ἐπέτρεπε ἡ ἱστορία. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐφάρμοσε, φτάσαμε στὰ σημερινὰ χάλια. Μὴν λένε οἱ Δυτικιστές (δεξιοὶ κι ἀριστεροί) τώρα, σὰν τοὺς Κομμουνιστὲς τοῦ 1991 γιὰ τὸν Ὑπαρκτό, ὅτι «Αὐτὸ ποὺ βλέπετε δὲν εἶναι πραγματικὸς ἐκδυτικισμός»! Ἀπὸ πόσες χιλιετίες καὶ μετὰ μετρᾶ;

Βέβαια, ὁ Κονδύλης ἐντοπίζει σὲ ἄλλη αἰτία τὸ πρόβλημα: Στὴν ἀπουσία ἀστῶν καὶ ἀστικοῦ κράτους. Τέτοιο αἴτιο ὅμως ξεπερνᾶ τὶς δυνατότητες τοῦ Νεοελληνισμοῦ ὀκτὼ αἰώνων. Δὲν μποροῦσε γιὰ ἀντικειμενικοὺς λόγους νὰ γεννηθεῖ ἀστικὴ τάξη, καθὼς δὲν προϋπῆρχε δυτικῆς ὑφῆς φεουδαρχικὴ τάξη, καὶ γενικὰ οἱ ἀνομοιότητες συνεχίζονται καὶ πολλαπλασιάζονται ὅσο πᾶμε χρονικὰ πιὸ πίσω. Αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸν 19ο αἰ., καὶ δὲν θὰ ἀλλάξει. Ἦταν τὸ «πεπρωμένο» τῆς Ἑλλάδας σὲ συνθῆκες Φραγκοκρατίας καὶ Τουρκοκρατίας. Δὲν θὰ ἄφηνε ὁ Δυτικὸς ἀνταγωνιστή, οὔτε ὁ Τοῦρκος θὰ προστάτευε τὸν ἕλληνα ἀστό. Ἔτσι, ἡ μόνη συνεισφορὰ τοῦ παράγοντα αὐτοῦ ποὺ θεωρεῖ πρώτιστο ὁ Κονδύλης εἶναι ὅτι ἐνῶ ἦταν καταφανῶς ἀδύνατο νὰ ἐκδυτικιστεῖ ἢ νὰ «φτάσει» τὴν Εὐρώπη ἡ Ἑλλάδα, τὴν ἴδια στιγμὴ γιὰ διάφορους ἄσχετους λόγους σπρωχνόταν νὰ ἐκδυτικιστεῖ. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Νεοελληνισμὸς ἔπρεπε νὰ ἀπορρίψει τὸ συνδυασμὸ Ἀρχαιοελληνισμοῦ καὶ Βυζαντινισμοῦ, τὸ μόνο ποὺ εἶχε δηλαδή, τὸ μόνο ποὺ ἔσωζε τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ τὴν ἔσωζε, δηλαδὴ θὰ τῆς ἔδινε ἕναν μπούσουλα ἀξιῶν μὲ τὶς ὁποῖες δοξάστηκε 9 αἰῶνες καὶ ἄντεξε ἄλλους 5-6. Καὶ ὁ Νεοελληνισμὸς ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν Δυτικιστῶν τὸν ἀπέρριψε.

Ὁ ἐκδυτικισμὸς σήμαινε τὴν εἰσαγωγὴ στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν φιλοσοφικὸ-κοινωνικὸ προβληματισμὸ τῶν Νεοελλήνων «μορφωμένων» πάνω σὲ προβλήματα ποὺ δὲν ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ προβληματισμὸ ἐπὶ τῶν ἐπίσης ξενόφερτων λύσεών τους. Μιὰ εἰσαγωγὴ τελείως ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου: Δὲν ὑπῆρχε λ.χ. ὁ «θάνατος τοῦ Θεοῦ» στὴν πατριαρχικὴ ἑλληνικὴ κοινωνία, οἱ Ἕλληνες τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ. βόσκαγαν πρόβατα, νήστευαν καὶ σταυροκοπιοῦνταν τόσο συχνὰ ὅσο τὸ «Μάθε παιδί μου γράμματα» τοὺς εἰρωνεύεται, ἔχοντας ἐκείνη τὴν παγανιστοχριστιανικὴ ἐμμονικὴ προσκόλληση στὸ Χριστιανισμό· κι ὅμως π.χ. ὁ Παλαμᾶς «νιτσεΐζει» μὲ τὸ μοτίβο τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ, λὲς καὶ γράφει ποιήματα στὴ Γερμανία τοῦ Kulturkampf τοῦ Βίσμαρκ, ποὺ θὰ περιέγραφαν τὴν νέα, ἀστικὴ βιομηχανικὴ μαζικὴ κοινωνία τοῦ 1870 κ.ἑ. (Οι βωμοί συντριμμένοι, και σβησμένα / τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας. / Ούτ’ η Αθηνά, πολεμική παρθένα, / και μήτε η ευλογία της Παναγίας. / Σ’ αρχαία και νέα, παλάτια και ρημάδια, / τ’ άδειο παντού· το κρύο της αθεΐας. / υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε / μακριά από μας Ιδέα και Επιστήμη.) καθὼς καὶ μὲ τὰ χοντροκομμένα μοτίβα τοῦ Ἀρχηγοῦ / Ἥρωα, τῆς Πλέμπας καὶ δὲ συμμαζεύεται. Ὁ Ροΐδης, πάλι, γράφει λὲς καὶ εἶναι Προτεστάντης ποὺ καταπολεμᾶ τὸν Πάπα καὶ τὴ δεισιδαιμονία τῶν Γραικῶν καὶ τῶν καλογήρων τους. Οἱ ἐκδυτικισμένοι, γενικά, ζοῦν ὡς ἐκ γενετῆς ἐξόριστοι ἀπὸ τὴ Μάνα – Δύση. Καὶ τότε, καὶ τώρα, καὶ γιὰ πάντα. Ἀλλὰ καὶ πόσο μεταφράστηκαν ἐκεῖνοι οἱ πρῶτοι ἐκδυτικισμένοι στὴν ἐποχή τους; Σὲ κάθε περίπτωση, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιμητὲς τόσο στὴ μορφὴ ὅσο καὶ στὸ περιεχόμενο. Ἂν εἶναι νὰ τοὺς ἀξιολογήσουμε μὲ βάση τὸν ὀθωμανικὸ καὶ τὸν ἀλβανικὸ πολιτισμό, τότε καλῶς. Κι ἐμεῖς εἴμαστε πιὸ μορφωμένοι ἀπὸ τὸν παππού μας. Αὐτὸ ποὺ ὀφείλει νὰ συγκριθεῖ εἶναι ὅμως ἡ «μόρφωση» τοῦ παππού μας σὲ σχέση μὲ ἐκείνη τῶν συγκαιρινῶν του, καθὼς καὶ ἡ δική μας μόρφωση σὲ σχέση μὲ τῶν συγκαιρινῶν μας (ἀτόμων καὶ ἐθνῶν)· καὶ ὄχι, φυσικά, ἡ δική μας μόρφωση σὲ σχέση μὲ τοῦ παππού μας. Ἂν εἶναι, λοιπόν, νὰ ἀξιολογήσουμε τοὺς πρώτους Δυτικιστὲς Νεοέλληνες μὲ τὰ δυτικὰ μέτρα μὲ τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ἀξιολογοῦν, τότε ἡ χώρα δὲν ἔχει παράγει κάτι ἀξιόλογο διεθνῶς. Τὸ ἴδιο βλέπουμε καὶ στὰ διάφορα «Στόουνχετζ», γιὰ νὰ ἀλλάξω παράδειγμα, τῶν Νεοελλήνων ἀρχιτεκτόνων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς νεοελληνικότητα καὶ ἐντοπιότητα τῆς ἀρχιτεκτονικῆς καὶ ὡς διάλογος μεταξὺ δυτικοῦ – παραδοσιακοῦ.

Τὸ νὰ φέρνεται ὡς ἀντιπαράδειγμα γιὰ τὴν «ὑποπλασία τῆς νεοελληνικῆς περίπτωσης» ἢ ὡς ἀντιπαράδειγμα στὴν ἄποψη γιὰ κακὴ μίμηση τῆς Δύσης ἀπὸ τοὺς Νεοέλληνες καὶ στὴν ἄποψη γιὰ κακὴ ἐπίδρασή της σὲ αὐτοὺς ἡ λογοτεχνία τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Κόντογλου κ.λπ. δὲν λαμβάνει ὑπόψη κάτι θεμελιῶδες: Ὁ Παπαδιαμάντης μένει «ἀδιάβροχος» ἀπὸ τὴν δυτικὴ ἐγκοσμιοκρατικὴ κοσμοθεώρηση, παρὰ τὸ ὅτι ἔχει ἐπιρροὲς τοῦ α ἢ τοῦ β Εὐρωπαίου λογοτέχνη, κοινὰ στοιχεῖα κ.λπ. Σχεδὸν τόσο ἀδιάβροχος ὅσο ἦταν οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰ. ποὺ γνώριζαν τὴν προχριστιανικὴ γραμματεία, τὴ χρησιμοποίησαν ἀλλὰ δὲν ἀπέκλιναν ἀπὸ τὸ Χριστιανισμό τους. Μετέφραζε πάρα πολλοὺς ξένους συγγραφεῖς ὁ Παπαδιαμάντης (ποὺ σημαίνει ὅτι τοὺς διάβαζε πάρα πολύ), κι ἔριχνε ἀπίστευτες «κατάρες» ὄχι μόνο στὴ Δύση ἀλλὰ σὲ ὅσους θέλουν νὰ ἐκδυτικίσουν στὰ α, β, γ ἐπιμέρους ζητήματα τοὺς Ἕλληνες (κι ὄχι ἁπλῶς γενικολογίες ἀντιδυτικές). Τέτοια σχέση μὲ τὴ Δύση, δὲν εἶναι πραγματικὴ – ὀργανικὴ σχέση· τέτοια «ἐπίδραση» δὲν εἶναι ἐπίδραση. Γιατὶ ὅλη ἡ προσπάθεια γιὰ τὸν ἐκδυτικισμὸ τῆς Ἑλλάδας δὲν ἀφοροῦσε (σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα τῶν Δυτικιστῶν) νὰ μιμηθοῦμε ἁπλῶς τὴν ἐπιστημονικὴ – βιομηχανικὴ πρόοδο τῆς Δύσης, νὰ χτίζουμε μὲ ἄρτιο καὶ σύγχρονο οἰκοδομικὸ κανονισμό, καὶ μὲ τοὺς «κανόνες τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης» ἢ νὰ μαθαίνουμε, ἁπλά, μπαλέτο καὶ πιάνο. Ἀλλὰ νὰ γίνουμε κανονικοὶ Φράγκοι, Γερμανοί, Ἄγγλοι τοῦ καιροῦ ἐκείνου· πᾶ νὰ πεῖ, ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία καὶ ἔχοντες τὴν ἴδια μὲ αὐτοὺς ἐγκοσμιοκρατικὴ νεοτερικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸ σκοπὸ μιᾶς κοινωνίας καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζει τὸν κόσμο τῆς ἐποχῆς του εἶναι ὀρθόδοξοι και ὄχι «καὶ ὀρθόδοξοι».

Παρὰ τὶς προσπάθειες πρόσφατα νὰ δειχτεῖ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ Δύση καὶ ὄχι μόνο Ὀρθόδοξος, τέτοιος –παπαδιαμαντικός– ἐκδυτικισμὸς θὰ ἦταν μιὰ τεράστια ἀποτυχία. Τὸ νὰ ἀναρωτιόμαστε ἂν θὰ ὑπῆρχε ὁ Παπαδιαμάντης ἂν δὲν μετέφραζε Δυτικούς παραγνωρίζει τὸ παραπάνω φαινόμενο τῆς «ἀδιαβροχίας» του. Εἶναι σὰν νὰ λέμε ὅτι ὁ Χρυσόστομος δὲν θὰ ἦταν δογματικὰ καὶ λατρευτικὰ ἀκραιφνὴς Χριστιανὸς ἐὰν δὲν ζοῦσε στὴν Ἀντιόχεια καὶ εἰδικὰ ἐὰν δὲν εἶχε λάβει ρητορικὴ μόρφωση ἀπὸ τὸν ἀρχαιόθρησκο Λιβάνιο. Γιὰ παράδειγμα, ὑπάρχει ἡ ἄποψη πὼς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅι Γιάννης στὴν Φόνισσα δὲν ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα τῆς Φραγκογιαννοῦς ἐὰν ἔκαμε καλά (κι ὄχι ἂν ἔκαμε καλὰ ἢ λάθος) εἶναι μὴ χριστιανικὸ στοιχεῖο: Εἶναι ν’ ἀπορεῖ κάποιος μὲ τέτοιο συμπέρασμα· προφανῶς, ὁ ἅγιος δὲν τῆς ἁπαντᾶ ὅτι ἔκαμε καλά, ὅπως εἴθισται. Αὐτό, ἡ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ, γιὰ ἕνα Ὀρθόδοξο δὲν εἶναι «ἀπουσία Θεοῦ». Φοβᾶμαι ὅτι ἔχουμε ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα πάλι εἰσαγόμενη τὴν λανθασμένη ἄποψη ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χριστιανικὴ λογοτεχνία, χριστιανικὴ τέχνη γενικότερα· ὅτι μόνο προχριστιανικὴ καὶ νεοτερικὴ λογοτεχνία ὑπάρχει (καὶ χριστιανικὴ μόνο διὰ τῆς νεότερης καὶ προχριστιανικῆς). Τὸ δαιμονικὸ στοιχεῖο, ἡ ἐξύμνηση τῆς Τρέλλας, ὁ δοξασμὸς τῆς Πόρνης, ὁ γνωστικιστικὸς κόσμος τοῦ… Πεσόα κ.λπ., ὅμως, ἢ τὸ «νὰ ἁρπάξουμε τὴ ζωή» τοῦ Ζορμπᾶ, δὲν κυριεύει τὸν ἀναγνώστη τοῦ Π. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ πλειονότητα τῶν «μορφωμένων» δὲν ἀκολούθησε τὸν Παπαδιαμάντη ἀλλὰ τὸν ἐκδυτικισμὸ καὶ τῆς μορφῆς καὶ τοῦ περιεχομένου. Ἡ μίμηση ὅμως εἶναι πάντα κατώτερη τοῦ προτύπου, πάντα καταϊδρωμένος καὶ δεύτερος θὰ ἔρχεται ὁ μιμητής. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσουν ἢ νὰ ἐντυπωσιάσουν τὴ Δύση οἱ Δυτικιστές. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ διακήρυξη τῆς ἀποτυχίας ἀπὸ ἕναν τυπικὰ Δυτικὸ ὅπως ὁ Κονδύλης.

 

Φώτιου Ἀρ. Δημητρακόπουλου, καθηγητοῦ Βυζαντινῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ οἱ Γραικύλοι:

«τούτ’ ἡ χώρα ποὺ ἀνεμίζει τοὺς ἀμέτρητους γραικύλους», ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Ὁ τελευταῖος γραικυλισμὸς ὡς νόσημα τῆς ἑλληνικῆς διανόησης ἀπορρέει ἀπὸ ἕνα παλαιὸ σύμπτωμα μειονεξίας ἀπέναντι στὴ Δύση, συνοδευόμενο μὲ αἴσθημα προκατάληψης κατὰ τοῦ Βυζαντίου, ἕνεκα παντελοῦς ἀγνοίας τῆς ἑλληνορθόδοξης θέασης τοῦ κόσμου. Τὸ νόσημα παρουσιάζει συγκεκριμένα παθολογικὰ φαινόμενα, ποὺ τὰ ἀποτυπώνει ὁλοκάθαρα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἀτελὲς μυθιστόρημά του «Τὸ λάβαρον», καὶ προσβάλλει κυρίως τοὺς νεοέλληνες λογίους, διανοουμένους καὶ πολιτικούς. Ὡς ἰδεολογικὸ σύνδρομο ἐμφανίζεται γενικῶς ὡς κρίση ταυτότητας, ὡς ἀπόρριψη τῶν ἡμετέρων καὶ θαυμασμὸς τῶν ἀλλοτρίων, ἤγουν ὡς πλέγμα ἐθνικοῦ αἰσθήματος κατωτερότητας. Ὁ γραικυλισμὸς ἐμφανίζεται καὶ ὡς ὀξεῖα μορφὴ τῆς χρονίου νόσου τοῦ μιμητισμοῦ καὶ τῆς ξενομανίας, ἀκυρώνει τὸν πατριωτισμό, παραλύει τὸ ἐθνικὸ φρόνημα, καταργεῖ κάθε ἐθνικὴ θεωρία, συχνὰ ὁδηγεῖ τὰ θύματά του νὰ μεταβληθοῦν σὲ ἄτυπους ἐξωμότες. Ἐν ἄλλοις λόγοις βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ σωβινισμοῦ.

Στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο, πέρα ἀπὸ τὴν ἀπερίφραστη, γνωστὴ ρήση ποὺ περιέχεται στὸ προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης» γιὰ τοὺς «γραικύλους τῆς σήμερον», εἶναι διάσπαρτες οἱ ἀντιδυτικές του ἀπόψεις, ὅπως θὰ δοῦμε, ὅμως, μόνον στὸ Κεφάλαιον Η΄ τοῦ «Λαβάρου» ἔχουμε μία ὁλοκληρωμένη περιγραφὴ ἑνὸς γραικύλου.

Δὲν εἴχανε κλείσει ἕξι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης πρωτοδημοσίευσε διήγημα, τὸ ἑορταστικὸ χριστουγεννιάτικο «Τὸ Χριστόψωμο» στὴν ἐφημ. «Ἐφημερίς», 26 Δεκ. 1887, ἴσαμε τὴ δημοσίευση τοῦ «Λαμπριάτικου ψάλτη» στὴν ἐφημ. «Ἀκρόπολις», 27-31 Μαρτίου 1893. Εἰκοσιεφτὰ διηγήματα σὲ πεντέμισυ χρόνια, τὰ περισσότερα στὶς δύο παραπάνω ἐφημερίδες καὶ στὸ περιοδικὸ «Ἑστία», στὸ μεγαλύτερο μέρος τους μὲ ὑπόθεση συνδεδεμένη μὲ τὸ δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων ἢ τὸ Πάσχα, καὶ δημοσιευμένο τὶς μέρες τῶν γιορτῶν. Τὸ ἑορταστικὸ- θρησκευτικὸ-περιεχόμενο τῶν διηγημάτων ὡς ἐξωτερικὸ αἴτιο, κι ἡ ζήλια ὡς ἀφανὴς λόγος ἐπίκρισης, εἶχαν κάνει κάποιους κριτικοὺς νὰ δηλώσουν τὴ δυσφορία τους ἔναντι τοῦ Παπαδιαμάντη. Σ’ αὐτοὺς ἀπαντᾶ στὸν πρόλογό του ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος, ἤπια, ἀλλὰ καὶ εἰρωνικά, καὶ μὲ ἀρκετὸ θυμὸ πρὸς τὸ τέλος. Μνημονεύει τὴ συγγραφική του πρόθεση, τὶς πηγὲς τῆς ἔμπνευσής του, τὸ ἀναγνωστικὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν τὰ διηγήματά του, τὴν ἔλλειψη ἐπιζητημένης καὶ βεβιασμένης ὑπόθεσης ἢ πλοκῆς, τὴν ἄντληση τῆς θεματικῆς ἀπὸ τὴν πραγματικότητα χωρὶς κάτι τὸ ἀπίθανο, καί, τέλος, πὼς ἐργάζεται ὁ ἴδιος ὡς δημιουργός.

Ὁ Παπαδιαμάντης συνεχίζει ὑπογραμμίζοντας τὰ σημεῖα ποὺ ἐνοχλοῦν τοὺς ἐπικριτές του: ἡ θρησκευτικὴ ὑπόθεση τῶν ἔργων του, ἡ ἄποψή του περὶ συνεχείας τοῦ ἑλληνισμοῦ διὰ μέσου τοῦ ἑλληνικοῦ μεσαίωνα, ἡ ἀδιαφορία του γιὰ τὸν κακῶς νοούμενο ἐκπολιτισμὸ καὶ τὴν πρόοδο. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ἐπιτίθεται λαῦρος ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι στὰ συμπτώματα τοῦ γραικυλισμοῦ, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν μιμητισμὸ καὶ τὴν ξενομανία.

Συχνὰ παρατηροῦμε στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὅτι ὁ συγγραφέας ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ εἰσέρχεται στὴ νοοτροπία τοῦ ἄλλου ἢ τῶν ἄλλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ μὲ τοὺς δικούς τους ὅρους. Αὐτὸ προσδίδει τὴ χαρακτηριστικὴ καὶ μὴ καταπιεστικὴ ἀντιρρητικὴ ἄνεση στὸ κείμενο καὶ ἐπιτρέπει στὸν Παπαδιαμάντη νὰ ἀποδεικνύει ἐνίοτε στοὺς ἄλλους ἀκόμη καὶ πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι «συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς».

Τί μιμοῦνται μετὰ μανίας οἱ γραικύλοι τῆς ἐποχῆς του; Τὴν ἀθεΐα καὶ τὸν κοσμοπολιτισμό. «Μὴ θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ! Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ’ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοὶ συμβαδίζουν μὲ ἄλλα ἔθνη». Ἡ εἰρωνικὴ αὐτὴ δήλωση τοῦ Παπαδιαμάντη στρέφεται γενικῶς κατὰ τοῦ πνεύματος τῶν καιρῶν, τὴν παραγνώριση καὶ περιφρόνηση τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς ὀρθόδοξης ἀντίληψης, πνεῦμα ἀκόμα κυρίαρχο παρὰ τὸ ὅτι εἶχε πρὸ ἐτῶν ἐκδοθεῖ ἡ «Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους» τοῦ Παπαρηγόπουλου. Ἀλλὰ τὸ 1866 εἶχε ἐκδοθεῖ «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα» τοῦ Ροΐδη καὶ τὸ 1877 «Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης» τοῦ Κλέωνος Ραγκαβῆ καὶ ἐνῷ ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸν δεύτερο ὑπονοεῖ ὁ Παπαδιαμάντης, φρονῶ ὅτι κατὰ συμφυρμὸ καὶ τοὺς δύο ἔχει κατὰ νοῦν στὸ προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», ὅταν ἀναφέρει τὰ σχετικὰ πρὸς τὸν Ἰουλιανό, γράφοντας: «ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς, δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικο – φανταστικὸν δράμα, ὅπου προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δὶ’ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του». Μόνον, ἐξάλλου, ὁ Ροΐδης, διακριτικὰ καὶ ἀσχολίαστα, εἰρωνεύτηκε καὶ τὸ αἴσθημα «εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν λυτρώσασαν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ξένου ζυγοῦ Ἐκκλησίαν, δι’ ἧς ἠλπίζομεν τάχιον ἢ βράδιον καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς μεγάλης ἰδέας, τὴν ἀπελευθέρωσιν δηλαδὴ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ προοίμιό του, ἀπαντᾶ: «Δία νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξη ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῆ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένη καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλη νὰ τρέχη, ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῆ τὸν δεσμώτην ἢ νὰ τὸν ἀνακουφίζη. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἶμοι! Ἀνικανώτερον, ὅπως δώση χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλη νὰ κάμη δημοσία τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάση εἰς τὸ ὕψος καὶ φανῆ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχη καὶ θὰ ἔχη διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του».

Συμπεράσματα: ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀπόρριψη τῶν θρησκευτικῶν, συνεπιφέρει τὴν ἀπόρριψη τοῦ Βυζαντίου καὶ ἀνάγει τὴν διαδοχὴ τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων κατ’ εὐθεῖαν στοὺς ἀρχαίους. Δὲν εἶναι τυχαία καθόλου ἡ χρήση τῶν ὅρων, ἂν καὶ δὲν ἔχη καθόλου προσεχθεῖ, στὸν Παπαδιαμάντη: «τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος», οἱ «Βυζαντινοί», οἱ «ἀρχαῖοι», ἡ προσπάθεια καθορισμοῦ δηλαδὴ ἐθνικῆς ταυτότητας, κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ἴσχυε καὶ δὲν ἐνδιέφερε τοὺς μεσαιωνικοὺς καὶ ἀρχαίους μας προγόνους. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ κοσμοπολιτισμός, ὅτι δὲν ζοῦμε πιὰ στὶς μικρές μας πατρίδες ἀλλὰ στὸν κόσμο ὁλάκερο. Στὴν «Ἀπάντησιν εἰς τὸν Ζ. τῆς «Ἐφημερίδος» τὸ 1891 φαίνεται σαφῶς τί ἐννοεῖ λέγοντας «κοσμοπολίτης» ὁ Παπαδιαμάντης: «ἐννόει ἁπλῶς, καθὼς ἐγὼ τὸ ἡρμήνευσα, ὅτι φεύγω ἐνίοτε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς μου καὶ δὲν προσκολλῶμαι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας μου. Ἔγραψεν Ἀμερικανός, ἀντὶ νὰ γράψη κοσμοπολίτης». Ἑπομένως, κοσμοπολιτισμὸς γιὰ τὸν Ἕλληνα σημαίνει καὶ ἀδιαφορία περὶ τὰ πάτρια, δὲν εἶναι μόνον ἐγκατάλειψη τῆς ἐμμονῆς στὴν ἐντοπιότητα, εἶναι ἄρνηση ἐπιτέλεσης τοῦ πατριωτικοῦ χρέους νὰ κτίσει μεγάλη πατρίδα. Ἀντιθέτως, γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, Ἄγγλους, Γερμανούς, Γάλλους, ἡ ἀθεΐα, ὁ ἀναρχισμός, ὁ κοσμοπολιτισμὸς εἶναι πολυτέλεια τὴν ὁποία ἔχουν τὴν ἐλευθερία νὰ ἐπαγγέλονται, ἐνῷ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκη τῆς θρησκεί- ας του.

Πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως πρέπει νὰ λεχθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἦταν κανενὸς εἴδους ἐμμανὴς σωβινιστής, ἀποκλειστικός, ξενοφοβικός. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος γράφει στὸ προοίμιο τοῦ «Λαμπριάτικου ψάλτη» ὅτι «ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι πράγματι εἶναι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη». Οὔτε, ἂς ποῦμε στὰ λογοτεχνικά του χρέη, ἔπαυσε νὰ διαβάζει καὶ νὰ παραπέμπει στὸν Βύρωνα, τὸν Μίλτωνα, τὸν Σέξπηρ, τὸν Θερβάντες, οὔτε φυσικὰ ἀγνοοῦσε τὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία ἢ εἰδησεογραφία, αὐτὸς ὁ ἐργαζόμενος ὡς μεταφραστὴς εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, περιοδικῶν καὶ ἄλλων ἐντύπων. Καὶ αὐτὴ ἡ ἔλλειψη προγραφῶν στὸν Παπαδιαμάντη δὲν ἀφορᾶ μόνον στὴν εἰκόνα τῶν Εὐρωπαίων, ἀλλὰ καὶ στὴν εἰκόνα τῶν Τούρκων, ἂς θυμηθοῦμε τὸν «Ξεπεσμένο δερβίση» καὶ τὸ ἄρθρο του «Αἱ Ἀθῆναι ὡς ἀνατολικὴ πόλις». Μ’ ἄλλα λόγια, τὸ καλὸ δὲν ἀνθεῖ μόνο στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ κακὸ στὰ ξένα, οὔτε ὅμως καὶ ἀντίστροφα, δὲν εἶναι ὄμορφο καὶ καλὸ ὅ,τι ἔρχεται ἀπὸ τὴν προηγμένη Δύση, καὶ ἄσχημο καὶ κακὸ ὅ,τι ἔχουμε στὴν Ἑλλάδα! Σὲ καμμιὰ ἀπὸ τὶς δύο θέσεις δὲν βρίσκεται ὁ Παπαδιαμάντης, ἐνῷ στὴν πρώτη βρίσκονται οἱ πατριδοκάπηλοι σωβινιστὲς καὶ στὴ δεύτερη οἱ συμπλεγματικοὶ γραικύλοι.

Ὡς γνήσιος ὀρθόδοξος ὁ Παπαδιαμάντης δὲν ἐξεγείρεται ἀπὸ τὴν παρατήρηση ὅτι ὑπάρχει ἁμαρτία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν δόλο καὶ τὴν ὑποκρισία. Ἂς ποῦμε, ἡ Χριστίνα ἡ δασκάλα στὸ «Χωρὶς στεφάνι» εἶναι μία ἁμαρτωλὴ ἀστεφάνωτη, ἀλλὰ σώζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειχνε, παρὰ τὸν δακτυλοδεικτούμενο βίο της δίπλα σ’ ἕναν ἄθλιο πολιτικάντη ποὺ ἔχει μάθει νὰ ἐκμεταλλεύεται τοὺς πάντες. Βλέπει λοιπὸν καὶ τὰ δικά μας ἐλαττώματα καὶ τὴν ἁμαρτία στὴ δική μας κοινωνία, ὅμως γνωρίζει ὅτι τὸ πολιτικὸ πρόβλημά μας εἶναι ὅτι εἴμαστε ἀνάμεσα στὸν λατινικὸ δόλο καὶ στὴν τουρκικὴ βία, ποὺ μᾶς καταδυναστεύουν· ἔτσι γράφει στὸ ἄρθρο τοῦ «ὁ Μπάυρων» λίγα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1896, δανειζόμενος ἕνα στίχο τοῦ βρετανοῦ ποιητῆ: «Ἡ τουρκικὴ βία καὶ ὁ λατινικὸς δόλος!» Αἱ λέξεις αὗται δὲν εἶναι ἱστορικὸν σύμβολον, παραστατικὸν τοῦ πολυπαθοῦς Ἑλληνισμοῦ;

Πόσον ἐνδομύχως ἠσθάνετο καὶ κατενόει ὁ μέγας Βρετανὸς τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, τὴν τότε καὶ τὴν διαρκῆ καὶ τὴν παντοτινήν! Καὶ πόσον ἀπέχομεν ἡμεῖς νὰ τὴν ἐνοήσωμεν καὶ νὰ τὴν αἰσθανθῶμεν!» Αὐτὴ ἡ θέση του, ἡ σαφῶς, ἀλλὰ καὶ ἐπιλεκτικὰ ἀντιδυτική, μένει ὣς τὸ τέλος, ὅπως γιὰ παράδειγμα γράφει τὸ 1907, στὸ σπουδαῖο ἄρθρο του «Γλῶσσα καὶ Κοινωνία»: «Δὲν ἔπαυσαν τ’ ἄχυρα καὶ τὰ σκύβαλα τοῦ πολιτισμοῦ νὰ μᾶς ἔρχονται διαρκῶς μὲ τὴν πνοὴν τῶν ἀνέμων. Ὅλοι οἱ ἀργέσται καὶ οἱ ζέφυροι καὶ οἱ ἰάπυγες μᾶς φέρνουν τ’ ἀπορρίμματα, τὰ καθάρματα τῶν δογμάτων καὶ τῶν θεωριῶν, τῶν μεθόδων καὶ τῶν τρόπων, τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἕξεων ἀπὸ τὴν Ἑσπερίαν». Οὔτε, στὸ ἴδιο ἄρθρο, ἔχει ξεχάσει τὸν Ροΐδη: «Δὲν ἠξεύρω γιατί, πρὸ χρόνων, ὅταν ἐσκεπτόμην ἂν ἔπρεπε νὰ γράψω τὴν παροῦσαν μελέτην, ἐσχεδίαζα νὰ τὴν ἐπιγράψω «Τὰ ξόανα». Διατὶ ἄρα; Μήπως ἐσκόπουν ν’ ἀπαντήσω εἰς «Τὰ εἴδωλα» τοῦ μακαρίτου Ροΐδου;». Καὶ σ’ ἕνα ἄλλο, θρησκευτικό, αὐτὴ τὴ φορὰ ἄρθρο γιὰ τὸ Μεγάλο Σάββατο, στὰ ἴδια χρόνια, τὸ 1892, περιλαβαίνει τὸν Ροΐδη καὶ τὴν Πάπισσα, ἀλλὰ καὶ τὸν νεαρὸ λογογράφο, ἀνώνυμα, ποὺ εἶναι ὁ Ξενοπουλος. Πολλὰ θὰ εἶχε κανεὶς νὰ ἀποδελτιώσει ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ παραθέσω ὅμως ἀπὸ ἕνα ἄρθρο τοῦ 1900, «Ἡ διορθωσιομανία καὶ τὰ θύματά της», τὰ ἀκόλουθα: «Τὸ μεταλλεῖον τῆς ποιήσεως τῆς ἀνατολικῆς εἶναι ἄλλο, καὶ οἱ τρόποι, αἱ μεταφοραὶ καὶ εἰκόνες τῆς γλώσσης τῶν Ἱερῶν Γραφῶν δὲν θὰ γίνωσι ποτὲ νεωτερικαὶ οὔτε δυτικαί».

Ἀλλὰ τί γίνεται μὲ τὸν νεαρὸ Παπαδιαμάντη τῶν μυθιστορημάτων; Στὴ «Μετανάστιν» τὸ μόνο ποὺ δείχνει μία ἐπιφύλαξη πρὸς τὸ δυτικὸ πνεῦμα εἶναι στὴν ἀρχή, μία φράση τοῦ γέρου ναυτικοῦ στὸν γιὸ τοῦ Ζέννα: «νομίζεις ὅτι αἱ νέαι ὅσαι ἀνετράφησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, λαμβάνουν ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὴν γνώμην τῶν γονέων τῶν προκειμένου περὶ γάμου; Εἶσαι πολὺ μακράν».

Ὅπως ὅλοι ξέρουμε, ἡ ἀντιδυτικὴ στάση τοῦ Παπαδιαμάντη γίνεται ὁλοφάνερη στὰ δύο του ἑπόμενα ἔργα, στοὺς «Ἐμπόρους τῶν ἐθνῶν» καὶ στὴ «Γυφτοπούλα». Οἱ δύο σελίδες ποὺ δείχνουν τὸν ἑνετικὸ κυνισμό, πολιτικό, οἰκονομικό, θρησκευτικό, εἶναι χαρακτηριστικές: «ὁ λέων τοῦ Ἁγίου Μάρκου βουλιμιᾶ. – Ἀκονᾶ τοὺς ὀδόντας του – Χρυσόν, χρυσόν! Ἡ Βενετία μόνη εὗρε τὴν φιλοσοφικὴν λίθον. – Τὰ ἔντομα πετῶσι διὰ τὰ στρουθία, τὰ στρουθία διὰ τὸν ἱέρακα. – Καὶ τὰ ἔθνη διὰ τὴν Βενετίαν. – Ἀλλὰ τὰ ἔθνη δὲν πετῶσι. – Διότι ἡ Βενετία ἔκοψε τὰ φτερά των. – Ἡ Βενετία πωλεῖ τὸν Χριστὸν καὶ ἀγοράζει τὸν Μωάμεθ. – Θὰ κάμη καλὰ νὰ τοὺς πωλήση καὶ τοὺς δύο. – Ἀρκεῖ νὰ εὕρη συμφέρουσαν τιμήν». Καὶ ἀκόμη, ἀπὸ τὴν καταδίκη της Βενετίας, στὴν καταδίκη της πολιτικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν:

«Τί ἐζήτει ἡ Βενετία πέμπουσα τοὺς στόλους τούτους εἰς τὸ Αἰγαῖον; Ὅ,τι ζητεῖ ὁ σφαγεὺς παρὰ τοῦ θύματος, τὰς σάρκας αὐτοῦ, ἵνα κορέση τὴν πεῖναν του. Διατὶ αἱ ἰδιωτικαὶ αὖται καὶ κεκυρωμέναι μὲ τὰ σήματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐπιχειρήσεις; Διατὶ οἱ τοσοῦτοι ἐργολάβοι τῶν κατακτήσεων, τῶν ὡς διὰ δημοπρασίας ἐκτελουμένων; Ἡ Βενετία προσηγόρευεν ἑαυτὴν Πολιτείαν, καὶ εἶχεν υἱοὺς τυράννους. Τοῖς ἔδιδε τὸ χρῖσμα της καὶ τοὺς ἔπεμπεν ἵνα κατακυριεύσωσιν τῆς γῆς. Ἡ γενεαλογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνησία κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πεῖναν. Ἡ πεῖνα παρήγαγε τὴν ὄρεξιν. Ἡ ὄρεξις ἐγέννησε τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν ληστείαν. Ἡ ληστεία ἐγέννησε τὴν πολιτική. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα, πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου… καὶ διὰ τῆς βίας. Πάντες ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι, οἱ Ἀγίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δὲ οὕτως τοὺς λεγομένους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίου των…».

Στὴ «Γυφτοπούλα» ὑπάρχει ὁλόκληρο κεφάλαιο, τὸ Α΄ τοῦ Δευτέρου Μέρους, μὲ τίτλο «Ἱστορικὴ Παρέκβασις». Ἐκεῖ, συνοπτικὰ μνημονεύω, ἀναφέρεται ὁ Πλήθων ὡς «ὁ μετὰ τὸν Παραβάτην [Ἰουλιανὸν] δεύτερος Παραβάτης», ἡ ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς «ἀπροσδιόριστος ἐποχὴ» ὅπου ἡ μόνη θρησκεία εἶναι «ἡ ἔλλειψις πάσης θρησκείας», ἡ ἱστορικὴ κριτική, εἰς ἣν οὐδεμίαν ἔχομεν [=ὁ Παπαδιαμάντης] ἐμπιστοσύνην». «Μόνον μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς βασιλευούσης ἔπεσον οἱ πλεῖστοι τῶν λογίων τὸ ἔσχατον τοῦτον οἰκτρὸν πτῶμα [=ἢ ἐγίνονταν ἀρχαιολάτραι ὡς ὁ Πλήθων ἢ ἐνεκολποῦντο τὰ δόγματα τῆς Ρώμης]», καταδικάζεται τὸ «αἶσχος τοῦ αὐτομόλου καὶ δραπέτου» Βησσαρίωνος, ὑμνεῖται ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ δίδεται παραπομπὴ στὸ «σύγγραμα τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου τὸ ἐπιγραφόμενον «Ὁ Ἀντίπαπας»». Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ὅτι κανεὶς δὲν ἔλαβε τὸν κόπο νὰ παραβάλει τὸ σύγγραμμα αὐτὸ μὲ τὸ κείμενο τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὅπως καὶ κανείς, πλὴν τοῦ γράφοντος, δὲν προσπάθησε νὰ ἐντοπίσει τὶς ἱστορικὲς πηγὲς τῶν μυθιστορημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη. Στὸ βιβλίο ὅπου κατέγραψα τὸ Ἀρχεῖο Ἀποστόλου Γ. Παπαδιαμάντη ἀφιέρωσα κάποιες σελίδες, στὶς ὁποῖες ἀπέδειξα ὅτι πηγὴ γιὰ τοὺς «Ἐμπόρους» ὑπῆρξε ἡ Ἱστορία τοῦ Παπαρρηγόπουλου καὶ γιὰ τὴ «Γυφτοπούλα» ἡ «Νεοελληνικὴ Φιλολογία» τοῦ Σάθα, καὶ προσέθεσα ὅτι σὲ ἄγνωστο ὡς τότε θρησκευτικὸ ἄρθρο τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ 1876 κιόλας, μνημονεύεται ὁ Νικόλαος Πολίτης καὶ ὁ Παπαρηγόπουλος. Ἂν θυμηθοῦμε καὶ τὴν ἀνακοίνωση τῆς Καίτης Πολυμέρου-Καμηλάκη ὅτι στὸ ἀρχεῖο Πολίτη σώζονται δύο ἀνέκδοτα γράμματα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸν Πολίτη, συμπεραίνουμε, πρᾶγμα ὅλως ἐνδιαφέρον, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης γνώριζε τὸ ἔργο τους καὶ συμμεριζόταν τὶς ἑλληνοκεντρικές τους θέσεις. Δὲν θὰ πρέπει, ἐπίσης, νὰ ἀποσιωπήσουμε κάτι ποὺ ἔχει κι αὐτὸ μείνει ἀσχολίαστο, στὸ ἴδιο κεφάλαιο: «Ὁ Γεώργιος Γεμιστός, πρὸς τοῖς ἄλλοις αὐτοῦ ἐ λ α τ τ ώ μ α σ ι , εἶχε καὶ ἕν ἐλάττωμα ἄγνωστον καὶ ἀνήκουστον κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ἦτο εἷς ἐκ τῶν ὀλιγίστων, οἵτινες εἶχον συνείδησιν τοῦ ἐθνισμοῦ, καὶ ἡ καρδία του ἐφλέγετο ὑπὸ φιλοπατρίας». Τὸ νὰ γράφει ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ «συνείδηση τοῦ ἐθνισμοῦ» ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὡς «ἄγνωστον καὶ ἀνήκουστον» καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ὅρο αὐτό, ἀμφίσημα, τὴ λέξη «ἐλάττωμα» εἶναι κάτι ποὺ ἐξεικονίζει τὴν ὀξυδέρκεια καὶ λεπτότητα τῶν παρατηρήσεών του καὶ σὲ ἱστορικὰ ζητήματα.

Ἐντάσσοντας τὴν ἀπέχθεια τοῦ Παπαδιαμάντη κατὰ τῶν γραικύλων στὸ εὐρύτερο ἀντιδυτικὸ αἴσθημά του, θὰ παραθέσουμε ὁρισμένα χωρία ἀπὸ τὸ ἔργο του, πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λεγομένων:

«Ἀλλὰ τί θὰ ἐχρειάζετο ἡ Θεολογικὴ Σχολή, ἂν ἔμελλε ν’ ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς «τετριμμένα» θέματα, καὶ νὰ ἐμπνέεται ἀπολύτως ἀπὸ τὰ συναξάρια; Τόσοι σοφοὶ ἄνδρες, φωστῆρες ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἀνατείλαντες, μὲ τόσον παχεῖς μισθούς, καὶ νὰ μὴ μεταγγίσουν ὀλίγον ἀθεϊστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα!».

» Ὁ ἰατρὸς ἦτο καλὸς νέος, πλησιάζων εἰς τὸ τεσσαρακοστόν, ὑψηλός, λιγνός, πρόθυμος, ὄχι πολὺ σκληρὸς οὔτε πλεονέκτης. Ἦτο ἀπόφοιτός του ἐν Ἀθήναις πανεπιστημίου, καὶ δὲν τὸν εἶχε κολλήσει μανία, ἂν καὶ εἶχε τὰ μέσα, νὰ μεταβῆ εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὅπως ἀγοράση σοφίαν. […]

» τῶν τριῶν νεαρῶν ἡρώων τῶν προμάχων τῆς πίστεως καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεών των […]

» εἰσάγων εἰς τοὺς ἱεροὺς ναοὺς κοινὰ καὶ ξενότροπα, νόθα καὶ ἀπαγορευμένα […]

» Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχεν ἰδέα φυλετισμοῦ μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν, ὑπῆρχε μόνον κοινὸς σύνδεσμος μεταξὺ ὁμοπαθῶν καὶ ὁμοδούλων, ἐνῷ τώρα; […]

» ἡ νοθεία ἡ ἐπιγενομένη εἰς τὸν θρησκευτικὸν βίον ὑπὸ καλλιτεχνικὴν μάλιστα ἔποψιν. Ὁ ἀπὸ τοῦ Βορρᾶ κατελθὼν χείμαρρος ἔφερεν ἐκτὸς τῶν ρουβλίων καὶ τῶν πολιτικῶν σκοπῶν, ἔθιμα τινὰ καὶ ἰδέας ἀπαδούσας εἰς γνησίας βυζαντινᾶς παραδόσεις […] Οὕτως εἶναι ἐλπίς, ἐνόσῳ τὰ εὐαγῆ ταῦτα ἱδρύματα ὑπάρχουν (καὶ θὰ ὑπάρχωσιν ἐνόσῳ ὁ ἔξω Ἑλληνισμὸς δὲν συνδιαφθαρῆ φεῦ! θρησκευτικῶς τέλεον μετὰ τῆς ἐλευθέρας γωνίας), εἶναι ἐλπὶς νὰ ἀντισταθῆ ἐκεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὴν ἐπιδρομὴν τῶν ξένων. Διότι ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος οὐδεμίαν ἐλπίδα συνδρομῆς βλέπομεν. Ἡ σημερινὴ δυνατὸν νὰ ὑπηρετῆ τὴν Ἑλλάδα ὡς κράτος, δὲν τὴν ὑπηρετεῖ ὅμως ὡς Ἔθνος, τοῦτο νομίζομεν ἡμεῖς.

Αὐτὸ τὸ μειονέκτημα ἡμῶν, ἂν εἶναι μειονέκτημα, ἓν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡμεῖς ἐξωκειώθημεν ἄρα μὲ τὰ πάτρια, καὶ τὰ πονοῦμεν, ἐνῷ αὐτοὶ δὲν τὰ ἐγνώρισαν καὶ δὲν τὰ στέργουσι. Διότι ἂν ἀνετρέφοντο μ’ αὐτά, θὰ ἦσαν εὐχαριστημένοι, καὶ δὲν θὰ ἐζήτουν τὴν μεταβολήν.

» Καὶ ὅμως εὑρίσκονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκ τῶν ἡμετέρων τινές, τόσον ἐκφυλισμένοι, ὥστε νὰ θαυμάζωσι τὰ τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας!.

» Τώρα ἀναγκάζεταί τις νὰ ἀναγνωρίση ὅτι οἱ Οὐνῖται ἐκεῖνοι, καίτοι δογματικῶς ἐκπεσόντες, καλῶς ἔπραττον τηροῦντες τὰ πάτρια ὡς πρὸς τοὺς τύπους τουλάχιστον, καὶ μὴ ἐκφυλιζόμενοι, μὴ ἀπορροφώμενοι ἀπὸ τὴν Λατινικὴν Ἐκκλησίαν.

Αἱ εὐλαβεῖς κυρίαι ἀκρατῶς εὐρωπαΐζουσι, ἐγκαταλειποῦσαι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ἤδη τοὺς ὀχληροὺς γυναικονίτας, διεχύθησαν ἐφ’ ἑκάτερα τοῦ ναοῦ […].

» Νὰ παύση π.χ. ἡ συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νὰ συμμορφωθῆ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἂν θέλη νὰ ἐγκλιματισθῆ ἐδῶ. Νὰ γίνη προστάτις τῶν πατρίων, καὶ ὄχι διώκτρα. Νὰ ἀσπασθῆ καὶ νὰ ἐγκολπωθῆ τὰς ἐθνικᾶς παραδόσεις.

» Νὰ μὴ περιφρονῆ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νὰ καταπολεμηθῆ ὁ ξενισμός, ὁ πιθηκισμός, ὁ φραγκισμός. Νὰ μὴ νοθεύονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ἔθιμα. Νὰ καλλιεργηθῆ ἡ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοσις εἰς τὴν λατρείαν, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ζωγραφικήν.

» Νὰ μὴ μιμώμεθα πότε τοὺς Παπικοὺς καὶ πότε τοὺς Προτεστάντας. Νὰ μὴ χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια.

» Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια, καὶ νὰ μὴ φροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν. Ἂς σταθμήσωσι καλῶς τὴν εὐθύνην των οἱ ἔχοντες τὴν μεγίστην εὐθύνην.

» Νὰ ἐμφυσηθῆ ζωὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχη, νὰ δοθῆ ἔμπνευσις ἐκεῖ ὅπου λείπει ἡ ψυχή!… Καὶ ποῦ εἶναι οἱ δόκιμοι ποιηταί μας;… Καὶ ἐὰν τοιοῦτοι ὑπάρχουν, αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὸν Νὶτς καὶ τὸν Ἴψεν παρὰ διὰ τὰ κατ’ αὐτοὺς σκουριασμένα ντόπια πράγματα.

» Μόνον παρ’ Ἀσιανοῖς […] ταῦτα εἶναι τὸ ἕν ἄκρον. Τὸ ἄλλο ἄκρον ἀπαντᾶ εἰς τὰ ἤθη τῶν Ἑσπερίων […] ὁποῖον φ ρ α γ κ ι κ ὸ ν ἄρωμα […] Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, ὅπως καὶ ὁ Ὀ ρ θ ό δ ο ξ ο ς Χριστιανισμὸς καὶ αὐτὸ τὸ προϊὸν καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, θέλουσι τὴν ἐν μέτρῳ προσπέλασιν καὶ παρρησίαν τῶν δύο φύλων […].

» Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας».

Πηγή

* Βεβαίως, ἂν στὴ θέση τοῦ Καραμπελιᾶ βρισκόταν κάποιος «χῶρος» πολιτικῆς & πολιτισμοῦ (π.χ. ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ καλοῦν τουρκόφρονες νὰ μιλήσουν) στὸν ὁποῖο θὰ ἔκαναν ἔξωση ἐτσιθελικὰ οἱ ἰδιοκτῆτες, θὰ γινόταν σίγουρα τῆς κακομοίρας ἀπὸ τὶς δηλώσεις συμπαράστασης τῶν «πολιτικοποιημένων» καὶ τῶν «μορφωμένων»· καὶ ὅλα τὰ καλὰ ἱστολόγια θὰ ἀνέφεραν αὐτὸ τὸ δυσάρεστο γιὰ τὸ πολιτικὸ καὶ πνευματικὸ ἐπίπεδο τοῦ τόπου γεγονός. Ἀλλὰ ἀφοῦ εἶναι ὁ Καραμπελιᾶς, ἂς πρόσεχε νὰ μὴν μπαίνει στὸ μάτι μας!

Advertisements
This entry was posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, Δυτικοί, Δύση, Ελλάδα and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Δύση, ἡ νεοελληνικὴ καχεξία, Παπαδιαμάντης

  1. Παράθεμα: Νεοελληνική διανόηση [2] – manolisgvardis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s