Νεοελληνισμοί

hqdefault

Μὲ ἀφορμὴ αὐτό.

Θὰ ἦταν καλύτερα νὰ ὑπῆρχαν ἀντεπιχειρήματα π.χ. γιὰ τὸ πῶς ὁ Παλαμᾶς δὲν ἐμπνέεται καὶ δὲν μιλᾶ γιὰ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τὸ νεκρὸ Θεό τους ἀλλὰ ἀπὸ / γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τὸ «κρύο τῆς ἀθεΐας», παρομοίως ὁ Καζαντζάκης. Γιὰ τὸ τί σημαίνει ἢ κρύβει π.χ. ἡ (στὴν καλύτερη περίτπωση) ἀφελὴς ἄποψη νὰ δοῦμε ὡς «καὶ Δυτικὸ» τὸν Παπαδιαμάντη συγχέοντας δομὴ καὶ περιεχόμενο. Γιὰ τὸ ἂν ὅσα λέει ὁ Κονδύλης γιὰ τὸ νεοελληνικὸ Διαφωτισμὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸν εὐρωπαϊκὸ εἶναι παλαιολιθικὲς ἀνακρίβειες ἢ ὄχι, καὶ γιατί. Γιὰ πρακτικὰ ζητήματα, τέλος πάντων. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἀκούω γιὰ τὴν ὄψιμη (; Δηλαδή, τίθεται θέμα χρονικῆς ἀποδελτίωσης; Κι ἄλλοι τὸν ἤξεραν ἀπὸ τὸ ‘90) ἐπίκληση τοῦ Κονδύλη, ποὺ δὲν εἶναι Ἔγελος. Ὅμως, ὁ Π.Κ. καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἶναι Ἔγελος ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίστηκε σὲ μιὰ ξένη χώρα. Ἐνῶ οἱ ἐδῶ νιτσεϊκοὶ τοῦ περασμένου αἰώνα δυστυχῶς δὲν ἀναγνωρίστηκαν τόσο ὅσο θὰ ἔπρεπε στὴν ἐποχή τους, μᾶλλον γιατὶ τρίτης διαλογῆς «σοσιαλιστὲς» καὶ «νιτσεϊκοὶ» δὲν ἔκαμαν βαθιὰ ἐντύπωση στὴ Δύση –οἱ πρῶτοι ἦταν καὶ πολιτικὲς μαριονέτες ἄλλων ξένων. Μόνο μᾶς ἔπρηξαν (οἱ δεύτεροι) μὲ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀνάλογη πόζα καὶ τὰ διάφορα μοτίβα σκέψης ποὺ πιθήκισαν καὶ ἔπρεπε νὰ κάνουμε στὴν ἄκρη νὰ περάσουν ὡς νέα προϊόντα. Νὰ ὁρκιστῶ, πάντως, στὸν Κονδύλη δὲν γίνεται, ἐξήγησα ποῦ διαφωνῶ καὶ ποῦ συμφωνῶ, καὶ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ γιὰ τὸ Βυζάντιο. Τί νὰ γίνει, θεὸς δὲν εἶναι ἀλλὰ εἶναι ὁ καλύτερος Δυτικὸς ἀπ’ ὅλους στὴν Ἑλλάδα, κι αὐτὸ δὲν ἀλλάζει ἐπειδὴ πονᾶνε ὅσα ἔλεγε γιὰ τὴν ἀρχαιομάθεια καὶ τὸ Διαφωτισμὸ ἢ τὴν ἐπιστημονικὴ – τεχνολογικὴ συμβολή της. Μήπως κι ὁ Καστοριάδης δὲν ἔλεγε παρόμοια πράγματα γιὰ τὴν ἔνδεια τῆς χώρας; Ἄλλοι (Ρ. Ἀποστολίδης) ἔβγαζαν βιβλίο «Ὅλα ὅσα γνωρίζουν οἱ Νεοέλληνες γιὰ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες», μὲ κάμποσες, μόνο λευκές, σελίδες – Τὸν Μὰρξ καὶ τὴ δυτικὴ λογοτεχνία πάντως, τὰ ξέρουν ἀπ’ ἔξω. Πάντως, οἱ ἐθνοπατριῶτες ποὺ κάνουν ἀφιερώματα τοῦ Κονδ;υλη δὲν χάρηκαν ποτὲ μὲ τὸν παρασιτισμὸ τῆς χώρας, εἴτε δυτικίζουν εἴτε ὄχι. Σίγουρα, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἐθνοπατριῶτες δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴ γνώμη τοῦ Κονδύλη γιὰ τὸν Νεοελληνικὸ Διαφωτισμό, ἔχουν κοινὰ σημεῖα μὲ ὅσους τοὺς ἐπικρίνουν. Ὅπως οἱ τοῦ «Προτάγματος», ποὺ τὴ λένε τοὺς «πατριῶτες» καὶ μετὰ χρησιμοποιοῦν τὴ λέξη-κλειδὶ τῶν δεύτερων «ἐθνομηδενισμός».

Ἡ ἀντιαποικιοκρατία δὲν εἶναι ἀντιδυτικισμός, μὴν μπερδευόμαστε. Ἄλλο ὁ Ψυχάρης μὲ τὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ ποὺ κατασκεύαζε, μαζὶ μὲ ἄλλους 29 κατασκευαστὲς Δημοτικῆς ΚΝΕ, κι ἄλλο ὁ Μακρυγιάννης ποὺ τὴ μίλαγε. Οὔτε εἶναι δυτικὸ ἐργαλεῖο ἡ λογοτεχνία, εἰδικὰ ὅταν ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὴ μορφή, βλ. ἀντίστοιχα τὴ ρητορικὴ γιὰ τὴ χριστιανικότητα τοῦ Χρυσοστόμου. Γενικά, ἡ λογοτεχνία καὶ ὁ πλανήτης, ἀλλὰ κι οἱ Ἕλληνες, ὑπῆρχαν πρὸ τῆς Δύσης.

Ἡ ἀναγνώριση τῆς «ἀσημαντότητας» (μὲ τὸ νόημα ποὺ δόθηκε παραπάνω: μέτρια, δημοδιδασκαλίστικα πράγματα) τοῦ Νεοελληνισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ ἔνδειξη ἔλλειψης ψυχραιμίας. Οὔτε ὅμοίως τὸ ὅτι «δὲν καταλαβαίνουμε» πὼς ἡ ἀλήθεια βρίσκεται κάπου ἐκεῖ στὴ μέση ἀνάμεσα σὲ κενὸ καὶ σὲ θαῦμα. Πρέπει στανικῶς δηλαδή, νὰ ποῦμε ὅτι ὡς ἔθνος κάναμε κάτι ἀναγνωρίσιμο στὴ Δύση (κι ὄχι σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀλβανία ἢ τοὺς παπποῦδες μας), εἰδάλλως ὁρκιζόμαστε στὸν Κονδύλη καὶ εἴμαστε ἀκραῖοι; Χρειαζόμαστε ὅμως καὶ κανένα ἐπιχείρημα ἂν θέλουμε νὰ τὸ ποῦμε, γιατὶ ἑλληνοκεντρικοὶ εἴμαστε ὅλοι. Τὴ στιγμὴ ποὺ βλέπουμε λ.χ. τὴν ἑλληνικὴ πολυκατοικία (ποὺ σαφῶς αἰτιολογεῖται ἱστορικὰ καὶ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπὸ μηχανῆς θεὰ «ἱστορικὴ ἀναγκαιότητα»… [καὶ σιγὰ τὴ δικαιολογία, δηλαδή]) καὶ τὴ συγκρίνουμε μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν μεταπολεμικῶν εὐρωπαϊκῶν πόλεων, ὅπου βομβαρδισμένα κλασσικότροπα κ.λπ. χτίστηκαν πανομοιότυπα, ἐμεῖς βρισκόμαστε ἀκόμη στὸ ἐπίπεδο τοῦ νὰ συζητᾶμε γιὰ τὰ θαυμάσια! παραδοσιακὰ κουτιὰ τῶν «νεοελλήνων ἀρχιτεκτόνων» καὶ τὶς πολὺ δειλές (ἀκόμη καὶ μὲ βάση τὶς προτάσεις τοῦ νιτσεϊκοῦ ἀλλὰ πιὸ παραδοσιακοῦ Δραγούμη) «συνθέσεις Δυτικοῦ – Παραδοσιακοῦ» τους.

Tὸ νὰ «κάνεις κάτι» στὴ ζωή σου ὡς λαὸς δὲν σημαίνει ὅτι ἔκανες κάτι σπουδαῖο. Ἀναγκαστικά, κάτι θὰ κάνεις ὅσο ζῆς, θὲς δὲ θές. Ἐπειδὴ κοιτᾶμε ποῦ ἤμασταν τὸ 1800 καὶ ποῦ τὸ 2000, δὲν σημαίνει πραγματικὰ κάτι σπουδαῖο. Μπορεῖ νὰ ἔχεις τοὺς περιορισμούς σου (Τοῦρκοι, Φράγκοι). Δὲν σὲ κατηγορεῖ κάποιος ὅταν σοῦ λέει ὅτι ὅσα ἔκανες μὲ γνώμονα τὴ Δύση εἶναι μετριότητες. Εἶναι, τί νὰ κάνουμε, μετριότητες.  Ἂς μὴν ἔβαζες μέτρο σύγκρισης τὴ Δύση. Ὄχι ὅμως νὰ πετᾶς τὴν ἐκχριστιανισμένη ἑλληνικότητα, νὰ πᾶς σ’ ἄλλη γῆ σ’ ἄλλα μέρη, καὶ μετὰ ποὺ τρῶς τὰ μοῦτρα σου νὰ δυσανασχετεῖς ποὺ σοῦ εἴπαμε «ἔφαγες τὰ μοῦτρα σου», ἢ ἀκόμη χειρότερα, σὰν τοὺς Δυτικιστές, νὰ βρίζεις τὸν ἑλληνορθόδοξο «κόσμο» ὅτι σοῦ ἦταν βαρίδι ἐνῶ 2 αἰῶνες ἁλώνιζες ἀνεξέλεγκτα χωρὶς σοβαρὸ ἀντίπαλο.

Ὁ λόγος τῶν διανοουμένων ἦταν πιθηκισμοί. Ζωντανὸς ἦταν, ἀλλὰ ὄχι ἰδιαίτερος. Ἀκόμη καὶ οἱ Νεορθόδοξοι μὲ τὸ στοχαστικὸ φανατικὸ χαμόγελο, τὰ ἀντέγραψαν ἀπὸ τοὺς Σλάβους ἐξόριστους Ὀρθόδοξους. Δηλαδή, ἥμαρτον, πόσο πρέπει νὰ κρυβόμαστε; «Σὲ μιὰ τέτοια χώρα», γιατί οἱ ἄλλες τί ἦταν; «Μὲ τέτοιο λαὸ» κ.λπ. Αὐτὴ ἡ ὑποβάθμιση τοῦ θαύματος (ὄχι τοῦ μεταφυσικοῦ) προκειμένου νὰ τὸ ὀνομάσουμε -ὅ,τι ἔκαναν οἱ Νεοέλληνες- στανικῶς θαῦμα, αὐτὴ κι ἂν εἶναι ἐθνοπατριωτισμός. Ἐμένα αὐτὰ μοῦ θυμίζουν τὰ «δὲν πειράζει ποὺ ἦρθες τελευταῖος, ἡ προσπάθεια μετρᾶ», μὲ τὰ ὁποῖα ἐνθαρρύνουμε τὰ παιδιά μας –κι ὅταν βγαίνουν στὴ ζωὴ αὐτοκτονοῦν. Εἶναι ἄλλο τὸ τί κάνει κάποιος, ἀπὸ ποῦ ξεκινᾶ καὶ ποῦ φτάνει σὲ σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του (παππούς – ἐγγονός), καὶ τελείως ἄλλο πράγμα ὁ ὑπαρκτὸς καὶ ἀναπόφευκτος ἀνταγωνισμὸς (καί, μὲ δική μας εὐθύνη, μὲ δυτικὰ μέτρα σύγκρισης) μὲ ἄλλες συλλογικὲς ὀντότητες, ὑπέρτερες μάλιστα. Σημασία, λοιπόν, ἔχει κυρίως τὸ δεύτερο. Πιὸ ἁπλά, δὲν γίνεται νὰ τὸ πῶ, λυπᾶμαι. Ἂς προσθέσω ἐδῶ, ὅτι προτιμῶ 1.000 φορὲς τὸν μηδενισμὸ τοῦ Καρυωτάκη. Εἶναι δυτικός, καθαρός, εἰλικρινής. Δὲν εἶναι καζαντζακικὴ πόζα, οὔτε ἐθνικιστικὸ ἀστικὸ σεφερικὸ ἀποκούμπι. Ἂν ἔχει μιὰ ἀξία, ἔστω καὶ ἀρνητική, ἡ Δύση, αἴ, οἱ Νεοέλληνες πίθηκοί της τὴν χαλᾶνε.

Δὲν βλέπω ποιὰ ἡ ἀντίφαση τοῦ νὰ τὰ χώνεις στὶς πολιτικὲς ἡγεσίες καὶ μετὰ στοὺς διανοουμένους. Ἡγεσία εἶναι κι αὐτοί, στὸ πεδίο τους, μυστικοσύμβουλοι τῶν πρώτων. Δὲν εἰσήχθησαν ἕνα κάρο δυτικὰ πράγματα πέφτοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὰ ἔφεραν οἱ φωστῆρες διανοούμενοι τοῦ Γένους καὶ τὰ νομοθέτησαν οἱ πολιτικοί, καὶ σαφῶς πρέπει νὰ τοὺς κατηγοροῦμε. Δὲν τὰ ἔφεραν οἱ βοσκοί, οὔτε μποροῦσαν νὰ ἀντιτάξουν σὲ αὐτὰ τὸ βόσκημα. Ἡ ἀγραμματοσύνη ἔχει τὰ μικρὰ ὅρια ἀντίστασής της, καὶ προσωπικὰ δὲν θεοποιῶ κανέναν ἀντιδυτικὸ ἀγράμματο Μακρυγιάννη.

Κι ἐπειδὴ τὸ ἀστεῖο μὲ τὸν Νεοελληνισμὸ δυστυχῶς τελειώνει (ἂν δὲν γίνουν «2 θαύματα»), μὲ εὐθύνη ὅσων τὸν ἀνέδειξαν αὐτόνομο μέγεθος, χωρὶς ρίζες ἀλλὰ μὲ ὁρό, εἰδικὰ μετὰ τὸ ‘22, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναρωτηθοῦμε γιατί, πέρα ἀπὸ τὶς διαφορετικὲς ἱστορικὲς περιστάσεις, ὁ ἕνας κυρίαρχος τύπος πολιτισμοῦ δίνει τόση ζωή, ἐνῶ ἄλλος ἐξαντλεῖ (σὲ χρονικὴ διάρκεια μιὰς δυναστείας τοῦ πρώτου, συγκριτικά) τὰ ἀποθέματα ζωῆς τοῦ ἴδιου λαοῦ. Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι «προορισμένος» ἢ «προγραμματισμένος» γιὰ ἄλλα πράγματα, μὲ τὰ ὁποῖα ὄντως ἦταν «πρωτοπορία» κι ὄχι καταϊδρωμένος πίθηκος. Ὁποιαδήποτε συνομιλία μὲ τὴ Δύση προϋποθέτει βαθιὰ γνώση τῶν πραγμάτων αὐτῶν, μιὰ αἴσθηση ἐντοπιότητας καὶ πίστης σὲ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ τέτοια δὲν ἐνδιαφέρθηκαν νὰ ἔχουν -πέρα ἀπὸ τὸν κοινὸ πατριωτισμό- οἱ γκρεμιστὲς, ριζοσπάστες κ.λπ. «Νεοελληνιστές».

This entry was posted in παράδοση, παλιά και νέα θεότητα, Δυτικοί, Ελλάδα and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Νεοελληνισμοί

  1. Παράθεμα: Νεοελληνική διανόηση [3] – manolisgvardis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s